της Όλγας Σελλά
Είναι τα παρασκήνια ενός θεάτρου; Είναι η σκηνή ενός θεάτρου έτσι όπως απέμεινε από τη χθεσινή παράσταση; Ή μήπως είναι ένας φανταστικός τόπος όπου συναντιούνται τ’ απομεινάρια πολλών ρόλων; Ένας θρόνος καλυμμένος με ύφασμα, ένα γραμμόφωνο, ένα στέμμα, το γύψινο κεφάλι ενός αλόγου, ένας καθρέφτης φυσικά. Και φώτα χαμηλωμένα.
Σ’ αυτόν τον χώρο μπαίνει ένας ώριμος άντρας, που φέρει παράστημα, κύρος, μιαν αυταρέσκεια και την «αβέβαιη ικανότητα ενός γηράσκοντος ηθοποιού να θυμηθεί τα λόγια του». Είναι ο θρυλικός ηθοποιός Τζον Μπάριμορ (John Barrymore 1882-1942), που στο βραβευμένο έργο του Γουίλιαμ Λους (1931-2019), (γράφτηκε το 1997 και πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελλάδα), έχει νοικιάσει για μια νύχτα ένα άδειο θέατρο στη Νέα Υόρκη, για κάνει πρόβα στο ρόλο του «Ριχάρδου Γ’» στον οποίο κάποτε είχε διαπρέψει. Κάπου στα παρασκήνια κινείται ένας νεότερος άνθρωπος, που εμφανίζεται σποραδικά και είναι ο Φρανκ, ο υποβολέας του Μπάριμορ. Σ’ αυτόν στηρίζει την ανασφάλειά του, αυτός προσπαθεί να τον κινητοποιήσει, αυτός πασχίζει να τον απομακρύνει από τον κακό του δαίμονα, το ποτό.
Ο Τζον Μπάριμορ όμως, ανάμεσα στα λόγια του Ριχάρδου, θυμάται πολλά άλλα: την οικογένειά του, -οικογένεια ηθοποιών και οι γονείς και τα άλλα δύο αδέλφια του, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα η παράδοση ή το «κάρμα», αφού η ηθοποιός Ντρου Μπάριμορ είναι εγγονή του. Μια οικογένεια που τον «τρομάζει ως εκεί που δεν πάει», μια «οικογενειακή επιχείρηση ηθοποιών» όπως την αποκαλεί σαρκαστικά, τους ρόλους του, τις επιτυχίες του, τους έρωτές του. Και είχε πολλούς, και ρόλους και έρωτες.
Μάταια ο Φρανκ, ο υποβολέας προσπαθεί να τον επαναφέρει στην τάξη. Ο Μπάριμορ όλο… ξεστρατίζει, όλο και αναπολεί. Ανάμεσα σε ρόλους και στιγμές. Κι όλο ξεχνάει τα λόγια του. Κι όλο ζητάει από τον Φρανκ να του πει την ατάκα. Είναι ένας σταρ και το ξέρει, κουβαλάει όμως ήδη και το βάρος των χρόνων του –το ξέρει κι αυτό. Προσπαθεί να το ξορκίσει, με έπαρση, ακκισμό, αυτοσαρκασμό και ειρωνεία, αλλά η ανασφάλεια και η μνήμη του τον προδίδουν. «Ποιος απ’ τους ρόλους μου είναι αυτός τώρα;» λέει καθώς θυμάται λόγια που δεν είναι από τον «Ριχάρδο τον Γ΄».
Είναι ένα έργο που εκ πρώτης όψεως αφορά ένα πραγματικό πρόσωπο και ταυτόχρονα, και ταυτόχρονα αγγίζει μια πραγματική κατάσταση που αφορά πολλούς: εκείνην της φυσικής φθοράς, εκείνην της συνειδητοποίησης ότι τα φώτα πια φωτίζουν άλλους, ότι το σώμα και η μνήμη δεν είναι πια σύμμαχοι. Ένα έργο που επιλέγει έναν σταρ να τα συνειδητοποιήσει όλα αυτά, μέσα από τους ρόλους, μέσα από τα κείμενα, μέσα από το θέατρο, μέσα από τη λάμψη. Μέσα από τα ζωτικά ψεύδη που μας κρύβουν την πραγματική εικόνα δηλαδή. Αλλά και μέσα από σπουδαίες σκέψεις που δεν ανήκουν σε πραγματικούς ανθρώπους, παρ’ όλα αυτά, όμως, συχνά μας δείχνουν την πραγματικότητα.
Ιδανικός ερμηνευτής ο Δημήτρης Καταλειφός σ’ αυτό το γοητευτικό ρεσιτάλ, που έχει όμως κι έναν συνοδοιπόρο (Δημήτρης Τσιγκριμάνης). Ή μήπως είναι η φωνή της συνείδησης εκείνος ο Φρανκ ο υποβολέας; Μήπως είναι όσα δεν θέλουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε; Μόνο έτσι εξηγείται το ξέσπασμά του προς τον Μπάριμορ, προς το τέλος, όταν δεν μπορεί να τον τιθασεύσει πια, όταν εκείνος αφήνεται ολοένα και περισσότερο στα πάθη του και αδυνατεί να συγκεντρωθεί στο ρόλο του: «Είστε χειρότερος κι από μέθυσος. Είστε δειλός», λέει ο Φρανκ.
Ο Φοίβος Σαμαρτζής, του οποίου πρώτη φορά βλέπω δουλειά, εμπιστεύτηκε τα δύο δυνατά χαρτιά που είχε στα χέρια του: το έργο και τον πρωταγωνιστή της παράστασης. Έστησε στη σκηνή μιαν ατμόσφαιρα συμβατή με το χρόνο του έργου (για τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ ακούμε στο κείμενο, 1941 δηλαδή), ήταν όμως και διαχρονικά θεατρική και άφησε τις λέξεις τις θεατρικές να μιλήσουν για πολλά. Ίσως να μην χρειαζόταν αυτός ο πολύπλοκος «λαβύρινθος» των παρασκηνίων, στα οποία κρυβόταν ο Φρανκ, αλλά θα μπορούσα να το δω και συμβολικά, αν θεωρήσουμε ότι συμβολική είναι και η παρουσία του Φρανκ: θα μπορούσαν να είναι οι διαδρομές του νου, των αναμνήσεων, των φόβων, των αναστολών.
Μια παράσταση που αφουγκραζόταν την εσωτερική πάλη ενός ανθρώπου που πρέπει να εντάξει τον εαυτό του σε μια νέα πραγματικότητα, σε μια διαφορετική συνθήκη. Να αποδεχθεί, να συμφιλιωθεί. Ο Γουίλιαμ Λους θέλησε κι αυτό να το κάνει θεατρικά ο Τζον Μπάριμορ. Προς το τέλος της παράστασης τον ακούμε να λέει στον Φρανκ: «Μπορείς να σβήσεις τα φώτα;».
Η ταυτότητα της παράστασης
Συγγραφέας: William Luce, Σκηνοθεσία/Μετάφραση: Φοίβος Σαμαρτζής, Μουσική: Νείλος Καραγιάννης, Σκηνικά/Κοστούμια: Ντέιβιντ Νέγκριν, Κίνηση/Χορογραφία: Μαρίζα Τσίγκα, Φωτισμοί: Αργύρης Θέος, Βοηθός Σκηνογράφου: Ξένια Κούβελα, Φωτογραφίες/Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας, Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια), Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Δημήτρης Τσιγκριμάνης.
Θέατρο «Άνεσις», (Λεωφ. Κηφισίας 14 και Λεωφ. Αλεξάνδρας)
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Μέχρι τις 7 Ιουνίου.






















