Τετάρτη, 8 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ Barney Wilen: Από τα θρυλικά σάουντρακ των ΄50s στον Μάη του ΄68...

Barney Wilen: Από τα θρυλικά σάουντρακ των ΄50s στον Μάη του ΄68 και στη ζωή που έγινε κόμικς (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
7488

του Γιάννη Μουγγολιά

Aν το τζαζ σαξόφωνο είχε όνομα στη Γαλλία θα μπορούσε κάλλιστα να λεγόταν Barney Wilen. Αμερικάνοι σπουδαίοι σαξοφωνίστες με τον θερμό, λυρικό ήχο τους έχουν το ευρωπαϊκό τους αντίστοιχο σε αυτόν τον Γάλλο τενόρο-σοπράνο σαξοφωνίστα και συνθέτη που με το υπέροχο παίξιμό του σαγήνεψε με ατμοσφαιρικές, λεπτεπίλεπτες μπαλάντες ή ξεσήκωσε με φάνκι ρυθμούς ή ακολούθησε εξωτικά trip και πολυποίκιλα, πολύχρωμα fusion ή εμπλέχτηκε σε free αυτοσχεδιαστικές περιπέτειες.

Στις 25 Μαϊου συμπληρώνονται τρεις δεκαετίες από τον πρόωρο θάνατο του Barney Wilen στα 59 του στο Παρίσι.

Ο γεννημένος στις 4 Μαρτίου 1937 από Αμερικανό πατέρα και Γαλλίδα μητέρα στη Νίκαια Barney Wilen  βρέθηκε με το σαξόφωνό του στις αποσκευές του στο Παρίσι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950. Από το 1953 που μετακινήθηκε στο Παρίσι στα 16 του, ήδη άρχισαν οι ζωντανές εμφανίσεις του στο κλαμπ Le Tabou όπου εμφανίζονταν Ευρωπαίοι μουσικοί όπως οι Jimmy Gourley, Bobby Jaspar και Henri Renaud, αλλά και τζάζμεν που έρχονταν από την Αμερική και είχαν το κλαμπ στην ατζέντα τους.

1955 και ο Barney Wilen κάνει τις πρώτες ηχογραφήσεις του στο πλευρό των Jay Cameron και Roy Haynes και 1957 η χρονιά που η καριέρα του απογειώνεται με το τρόπο του … ασανσέρ.

 

Με τον Miles Davis

Η πρώτη επαφή του Miles Davis με τον Barney Wilen έγινε στο Club Saint-Germain στο Παρίσι όταν στο πλαίσιο μιας jam session ο πρώτος άκουσε τον δεύτερο και εξέφρασε τον ενθουσιασμό του λέγοντας: «Αυτό είναι το καλύτερο τενόρο σαξόφωνο που έχω ακούσει στην Ευρώπη, παίζει τενόρο με αυθεντικό τρόπο, πολύ καλύτερα από πολλά σημερινά αστέρια στις ΗΠΑ». Στο παριζιάνικο αυτό κλαμπ στην εμβληματική αυτή περιοχή των διανοούμενων του Παρισιού, ο Barney Wilen έπαιζε συνεργαζόμενος με διάφορους σπουδαίους Αμερικανούς μουσικούς που πέρασαν από εκεί: Bud Powell, Benny Golson, Miles Davis, J.J. Johnson.

Barney Wilen, Miles Davis, Rene Urtreger, Pierre Michelot και Kenny Clarke στη συναυλία του Άμστερνταμ στις 8 Δεκεμβρίου 1957.

Το 1957 είναι η χρονιά που κυκλοφορεί από τη γαλλική δισκογραφική εταιρεία Swing ο πρώτος του προσωπικός δίσκος με τον τίτλο «Tilt», o οποίος ηχογραφήθηκε στις 4 και 7 Ιανουαρίου του έτους αυτού.  Παράλληλα κέρδισε το ετήσιο βραβείο Django Reinhardt της Γαλλικής Ακαδημίας της Τζαζ για τους καλύτερους Γάλλους μουσικούς. Ήταν μια σημαντική διάκριση από κριτικούς, δημοσιογράφους και παραγωγούς που μαρτυρούσε τη ραγδαία άνοδο και ανέλιξή του στο στερέωμα της γαλλικής τζαζ. Είναι η ίδια χρονιά που ο Miles τον επιλέγει ως έναν μουσικό του σχήματός του για την σπουδαία συναυλία στο Άμστερνταμ η οποία ηχογραφείται και αργότερα (1984) κυκλοφορεί στο θαυμάσιο άλμπουμ «Miles In Amsterdam» από την Jazz O.P. Τα υπόλοιπα μέλη του σχήματος ήταν ο πιανίστας Rene Urtreger, ο κοντραμπασίστας Pierre Michelot και ο ντράμερ Kenny Clarke.

Η μεγάλη όμως στιγμή που θα μείνει ανεξίτηλη στη χρυσή πορεία του Barney Wilen είναι η συμμετοχή του ως σαξοφωνίστας στο σχήμα του Miles Davis κατά την ηχογράφηση του θρυλικού σάουντρακ «Ascenseur pour l’ echafaud» («Ασανσέρ για δολοφόνους») όταν ο 31χρονος τότε διάσημος τρομπετίστας και συνθέτης της τζαζ βρέθηκε στο Παρίσι για τη μουσική της σπουδαίας ταινίας του 24χρονου τότε κορυφαίου σκηνοθέτη της nouvelle vague  Louis Malle με πρωταγωνίστρια την Jeanne Moreau. Στη θαυμάσια ταινία ένας επιχειρηματίας με αυτοπεποίθηση δολοφονεί τον εργοδότη του, τον σύζυγο της ερωμένης του, και άθελά του προκαλεί μια αλυσίδα ατυχών γεγονότων. Μια ταινία με σπάνια επιβλητική ατμόσφαιρα που ουσιαστικά ήταν ο πρόδρομος της nouvelle vague, βουτηγμένη στην απαισιοδοξία και τον σαρκασμό, αυτοσχεδιαστικά δομημένη, που μέσα από τις παραλλαγές των γεγονότων σχολιάζει την απελπισμένη προσπάθεια του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μοίρα του.

O Barney Wilen ήταν μόλις 20 ετών τότε όπου συμμετείχε σε μια από τις πιο όμορφες και πιο αισθαντικές μουσικές που γράφτηκαν ποτέ στον κινηματογράφο. Οι υπόλοιποι μουσικοί στο σχήμα ήταν οι Rene Urtreger, Pierre Michelot και Kenny Clarke, που εμφανίστηκαν και στο «Miles In Amsterdam». Η μουσική για την γαλλική ταινία γράφτηκε σε μια νύχτα και παραμένει βαθιά χαραγμένη στις ψυχές των φίλων της τζαζ αλλά και του κινηματογράφου. Ένα από τα πιο εμπνευσμένα και εκφραστικά σάουντρακ όλων των εποχών.

Με τον Miles Davis

O σπουδαίος Γάλλος ποιητής, συγγραφέας, τζαζίστας, τραγουδοποιός, ηθοποιός και μεταφραστής Boric Vian αποτύπωσε με τον καλύτερο τρόπο την ατμόσφαιρα της θαυμάσιας αυτής ηχογράφησης στις 4 και 5 Δεκεμβρίου 1957 αλλά και την εμπειρία του από την πιο βραχνή χροιά του Miles στο παίξιμό του στο «Diner au motel» όπως τις έζησε ως παρών: «Η Jeanne Moreau, η πρωταγωνίστρια της ταινίας, ήταν εκεί, υποδεχόμενη με ενθουσιασμό μουσικούς και τεχνικούς σε ένα αυτοσχέδιο μπαρ. Παραγωγοί και τεχνικοί ήταν εκεί, καθώς και ο Louis Malle, ο οποίος προσπάθησε να πάρει από τον Miles ό,τι ήθελε για να προσθέσει στην εικόνα. Σε μια οθόνη προβάλλονταν οι κύριες σκηνές της ταινίας στους εντελώς χαλαρούς μουσικούς που έμπαιναν στην ατμόσφαιρα της ταινίας και άρχισαν να αυτοσχεδιάζουν καθώς η προβολή συνεχιζόταν. Ένας παράξενος ήχος στην τρομπέτα του Miles παρατηρείται στο κομμάτι «Diner au motel». Αυτό συνέβη όταν από τα χείλη του Miles αποκολλήθηκε ένα κομμάτι δέρματος και κόλλησε στο επιστόμιο του οργάνου. Και όπως ορισμένοι ζωγράφοι οφείλουν την πλαστική ποιότητα του έργου τους σε κάποιο ατύχημα, με τον ίδιο τρόπο. Ο Miles υποδέχτηκε πρόθυμα αυτό το “ανήκουστο” στοιχείο της μουσικής (“ανήκουστο” με την κυριολεκτική έννοια της λέξης). Αναμφίβολα, ακόμη και χωρίς τις εικόνες της ταινίας, οι ακροατές δεν μπορούν παρά να είναι ευαίσθητοι στη μαγική και τραγική ατμόσφαιρα που δημιούργησε αυτός ο σπουδαίος μαύρος μουσικός και οι αξιοθαύμαστοι συμπαίκτες του».

Οι Miles Davis, Rene Urtreger και Barney Wilen κατά την ηχογράφηση της μουσικής για την ταινία «Ascenseur pour l’ échafaud)» στις 4 Δεκεμβρίου 1957 στο στούντιο Le Poste Parisien στο Παρίσι της Γαλλίας. Φωτο: Jean-Pierre Leloir

Αξιοθαύμαστος συμπαίκτης του Miles λοιπόν εδώ ο Barney Wilen συνδράμει καθοριστικά με το σαξόφωνο στη σπάνια μουσικότητα και στο νυχτερινό λυρισμό αυτού του ανεπανάληπτου άλμπουμ, είτε τον ακούς και βλέπεις τις ασπρόμαυρες σκηνές του σπουδαίου αυτού νουάρ είτε τον ακούς να συνδιαλέγεται με τον Miles και τους άλλους μουσικούς χτίζοντας τις δικές σου φανταστικές εικόνες σε ιδιωτικές ακροάσεις.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Miles Davis είχε έρθει λίγο πριν στο Παρίσι και συγκεκριμένα για τις ανάγκες μιας συναυλίας στις 30 Νοεμβρίου στο Olympia Theatre, όπου εμφανίστηκε ως guest στη συναυλία του Barney Wilen Quartet (Rene Urtreger, Pierre Michelot και Kenny Clarke οι τρεις άλλοι μουσικοί).

Μετά την ολοκλήρωση του άλμπουμ ο Miles Davis επέστρεψε στη Νέα Υόρκη την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 1957, όπου ηχογράφησε μόλις δυο μήνες μετά το μυθικό του άλμπουμ «Milestones» έχοντας στο πλάι του το πρώτο μεγάλο του κουιντέτο αποτελούμενο από τους John Coltrane στο τενόρο σαξόφωνο, Julian “Cannonball” Adderley στο άλτο σαξόφωνο, Red Garland στο πιάνο, Paul Chambers στο κοντραμπάσο και  Philly Joe Jones στα ντραμς.

O Barney Wilen με την Juliette Greco

Από τη χρονιά που δημιουργήθηκε η μουσική για το «Ascenseur pour l’ échafaud)» προέρχεται η φωτογραφία του Barney Wilen με την Juliette Greco στις 25 Ιουνίου 1957 (φωτο: AGIP – Rue des Archives). Στα πρόσωπα και στις στάσεις των δύο αντικατοπτρίζεται η βαθιά εκφραστικότητα. Σαν ο Barney Wilen να παίζει για να σαγηνεύσει την πανέμορφη και διάσημη ηθοποιό και τραγουδίστρια που ως γνωστό συνδέθηκε παλαιότερα με ερωτική και βαθιά φιλική σχέση με τον Miles Davis.

 

Παίζοντας σαξόφωνο για τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Roger Vadim

Τα σάουντρακ εκείνη όμως τη γοητευτική και άκρως δημιουργική περίοδο δεν εξαντλούνται εδώ για τον Barney Wilen. Είναι η θρυλική περίοδος που στη Γαλλία η τζαζ πρόσφερε πεδίο δράσης λαμπρό στην υπηρεσία του κινηματογράφου και μάλιστα και στις δυο αυτές εξέχουσες «κινηματογραφικές» απόπειρες ο Barney Wilen ήταν καθοριστικά παρών.

Έτσι μετά από τον Miles Davis o Barney Wilen επιλέχθηκε από τον Art Blakey για να ερμηνεύσει τη μουσική της ταινίας «Les liaisons dangereuses» («Επικίνδυνες Σχέσεις») του 1960 σε σκηνοθεσία Roger Vadim όπου έπαιξαν ο Gerard Philipe και η Jeanne Moreau. Ταινία σκανδαλώδης για την εποχή της όπου από τη μεγάλη οθόνη ξεχείλιζε το Παρίσι των αρχών των ΄60s βουτηγμένο στην ελευθεριότητα, τη δολοπλοκία και τα «παράξενα» ήθη των ανώτερων και μεσαίων τάξεων όπως  προέκυψε από τη ματιά του Γάλλου σκηνοθέτη στο διάσημο ομώνυμο επιστολικό μυθιστόρημα του Laclos. Όπως ήταν φυσικό, λόγω των εξωσυζυγικών σχέσεων που κυριαρχούσαν στη θεματική της ταινίας, αυτή πέρασε τα μύρια δεινά για να προβληθεί αφού το πρώτο μέλημα ήταν να μη θιχτεί η κοινή γνώμη. Ένα εκπληκτικό μείγμα hard bop, soul jazz και κινηματογραφικής τζαζ είναι η μουσική, γραμμένη από τον Duke Jordan (παρουσιάζεται με το όνομα Jacques Marray) που ακούμε παιγμένη υποδειγματικά από τον πιανίστα Bobby Timmons κατά κύριο λόγο και σε ένα κομμάτι  από τον πιανίστα Duke Jordan και από τους Jimmy Merritt (κοντραμπάσο), Art Blakey (ντραμς), Barney Wilen (σαξόφωνα) και Lee Morgan (τρομπέτα). Εδώ ο Barney Wilen παίζει τενόρο σαξόφωνο εκτός μιας περίπτωσης που παίζει σοπράνο σαξόφωνο. O δίσκος που περιλαμβάνει μόνο τα κομμάτια που ηχογράφησαν ο Art Blakey και οι Jazz Messengers με τον Barney Wilen, πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1959 από τη δισκογραφική εταιρεία Fontana με τον τίτλο «Art Blakey’s Jazz Messengers Avec Barney Wilen – Les Liaisons Dangereuses 1960» και χαρακτηρίζεται για τις τολμηρές ιδέες του και τα λαμπρά μουσικά του θέματα. Στην έκδοση αυτή ακούμε τη μουσική για την εκτεταμένη σκηνή του πάρτι στην ταινία.

Από την ηχογράφηση των κομματιών του Thelonious Monk για το σάουντρακ. Διακρίνεται τελευταίος ο Barney Wilen

Όμως το σάουντρακ αυτό έχει μια ιδιαίτερη ιστορία αφού επί της ουσίας η μουσική φέρει την υπογραφή του δαιμόνιου πιανίστα και συνθέτη της τζαζ Thelonious Monk, o οποίος, λόγω μιας περιπέτειας υγείας που είχε εκείνο τον καιρό, αντί να συνθέσει φρέσκο υλικό, ειδικά για την ταινία, βασίστηκε σε συνθέσεις που είχε ήδη γράψει στο παρελθόν. Ο δίσκος με τις συνθέσεις του Monk για την ταινία κυκλοφόρησε από την Sam Records μόλις το 2017 με τον τίτλο «Theloniοus Monk – Les Liaisons Dangereuses 1960» σε διπλό LP και σε διπλό cd. Και σε αυτή τη μουσική το όνομα του Barney Wilen φιγουράρει στους συντελεστές.

Με τον Charlie Rouse στα Nola Penthouse Sounds Studios, στη West 57th Street στη Νέα Υόρκη, στις 27 Ιουλίου 1959.

Ο Wilen μοιράζεται εναλλάξ συμμετοχή στο τενόρο σαξόφωνο (ερμηνεύει τα «Rhythm-a-Ning» σε δύο εκδοχές, «Crepuscule With Nellie» και «Ba-Lue Bolivar Ba-Lues-Are») με έναν άλλο σπουδαίο μουσικό της τζαζ, τον Charlie Rouse που ερμηνεύει τα υπόλοιπα κομμάτια. Το σχήμα που έπαιξε τη μουσική συμπληρώνεται από τον κοντραμπασίστα Sam Jones και τον ντράμερ Art Taylor και βέβαια από τον ίδιο τον Monk στο πιάνο. Αξίζουν με το παραπάνω και οι δυο αυτές σημαντικές εκδόσεις όπως αξίζει και ο τρόπος που έπαιξε και στις δύο σαξόφωνο ο Barney Wilen.

 

Το πρώτο σάουντρακ που υπογράφει ο Barney Wilen

Όμως εκείνα τα χρόνια που ανθούσε η τζαζ ως κινηματογραφική μουσική στο Παρίσι, ο Barney Wilen συνθέτει και εμφανίζεται ως leader γκρουπ στο πρώτο του σάουντρακ. Πρόκειται για τη μουσική της ταινίας «Un Témoin Dans La Ville» του Γάλλου σκηνοθέτη Edouard Molinaro με πρωταγωνιστές τους Lino Ventura και Sandra Milo, που ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 1959 και κυκλοφόρησε σε δεκάιντσο δίσκο στις 6 Μαΐου 1959 από τη δισκογραφική εταιρεία Fontana. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Pierre Boileau «Un Témoin Dans La Ville» (Μάρτυρας στην Πόλη) και η υπόθεσή της κινείται γύρω από έναν άνδρα ο οποίος αναζητώντας εκδίκηση από τον πρώην εραστή και δολοφόνο της γυναίκας του, πυροδοτεί μια σειρά από δολοφονίες. Ο δίσκος για πολλά χρόνια αποτέλεσε αντικείμενο του πόθου των συλλεκτών δίσκων βινυλίου και είναι ιδιαίτερα σπάνιος.

Η μουσική που ακούμε εδώ δεν ξεπερνά τα 23 λεπτά αλλά είναι τόσο ελκυστική που σε οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Πρόκειται για 12 κομμάτια σύντομης επί το πλείστον διάρκειας (από μικρότερα του λεπτού έως τετράλεπτα) που έγραψε ο Barney Wilen και τα αποδίδει ο ίδιος στο τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο με τη συνδρομή του τρομπετίστα Kenny Dorham, του πιανίστα Duke Jordan, του κοντραμπασίστα Paul Rovere και του ντράμερ Kenny Clarke. Μια εκπληκτική cool jazz που γλιστρά με τους πιο λυρικούς τόνους και με έντονο το μελωδικό στοιχείο, χωρίς ωστόσο να αμελείται η hard bop διάσταση. Η μουσική αγκαλιάζει με θέρμη σκηνές της ταινίας όπως την καταδίωξη στο μετρό, την προμελέτη στο διαμέρισμα με τη μεθοδικά οργανωμένη και περίπλοκα σχεδιασμένη δολοφονία του Pierre, αυτή στο Ράδιο Ταξί, το μπλουζ της αναμονής ή τις σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα στο νυχτερινό Παρίσι. Σε μια περίοδο που η τζαζ περιέγραφε με τον καλύτερο τρόπο την αγωνία και το σασπένς στις αστυνομικές ταινίες, ο Barney Wilen συνθέτει ένα θαυμάσιο, ολοζώντανο και άκρως ατμοσφαιρικό σάουντρακ.  Ο Wilen έχει έναν χαλαρό ήχο στον τενόρο σαξόφωνο που θυμίζει έντονα τον ήχο και τον τρόπο των Lester Young και Stan Getz. Η χημεία του με τον Kenny Dorham στην τρομπέτα αποδεικνύεται καθοριστική. Ο Kenny Clarke στα ντραμς στέκεται στο ύψος του και καθοδηγεί υποδειγματικά το ρυθμικό τμήμα του σχήματος. Η πιανιστική παρουσία είτε υποστηρικτική είτε συνοδευτική από τον Duke Jordan έχει το δικό της μερίδιο στη λειτουργία της εξαιρετικής αυτής μουσικής.

Το 1959 τόσο από τη Fontana όσο και από τη Cinemonde κυκλοφόρησε και ένας επτάιντσος δίσκος 45 στροφών που είχε στη μία πλευρά το ομώνυμο κομμάτι και στην άλλη το «La Vie N’ Est Qu’ Une Lutte». Εδώ ακούγεται και η φωνή του πρωταγωνιστή Lino Ventura.

Μουσική και ταινία στην περίπτωση του «Un Témoin Dans La Ville» συνδέονται αδιαίρετα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολύ επιτυχημένο συνταίριασμα αφού η μουσική φαίνεται να έχει δημιουργηθεί για την εικόνα και η εικόνα για τη μουσική.

Είχε προηγηθεί το αριστουργηματικό άλμπουμ «Paris Sessions» (Philips, 1958) όπου ο Barney Wilen ενώνει δυνάμεις με τους Milt Jackson (πιάνο), Percy Heath (κοντραμπάσο),  Kenny Clarke (ντραμς) και Gana M’Bow (κρουστά) και το οποίο κυκλοφόρησε το 1959 από τη γαλλική Philips ως «Jazz Sur Seine». Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στις 13 και 14 Φεβρουαρίου 1958. Μελωδίες του Django Reinhardt και συνθέσεις του Charles Trenet, το έξοχο «Epistrophy» του Thelonious Monk και δυο αυθεντικές συνθέσεις του Wilen συνθέτουν το μουσικό υλικό του θαυμάσιου αυτού στούντιο δίσκου όπου ο Wilen ξεδιπλώνει πιο ελεύθερα τις αναμφισβήτητες εκτελεστικές ικανότητές του.

Ο Barney Wilen επέστρεψε στη σύνθεση μουσικής για γαλλικές ταινίες στις δεκαετίες του 1980 και του 1990.

Δεκαετία του 1960 και ένας δίσκος για ένα θανατηφόρο αγώνα ταχύτητας

Στη δεκαετία του 1960 ο Barney Wilen μας προσφέρει πολύ καλούς δίσκους με πρώτο το «Barney» (RCA, 1960), ένα διαμάντι σύγχρονης ευρωπαϊκής τζαζ με αμερικανική χροιά, στο οποίο ηχογραφεί για πρώτη φορά το «Besame Mucho» μεταξύ συνθέσεων των Benny Golson, Tadd Dameron, Duke Jordan. Ήδη από το 1959, ο Barney Wilen είχε φτιάξει το εκλεκτό κουιντέτο του δίσκου με τους Kenny Dorham (τρομπέτα), Duke Jordan (πιάνο), Paul Rovere (μπάσο) και Daniel Humair (ντραμς) για μια σειρά ζωντανών ηχογραφήσεων στο Club Saint-Germain στο Παρίσι και μέσα από αυτό ξεπήδησε το θαυμάσιο «Barney». Αυτό το σχήμα απεικονίζεται στην παρακάτω φωτογραφία.

Ακολούθησαν τα άλμπουμ «Zodiac» (Vogue, 1966) με δικές του συνθέσεις σε free jazz ύφος και με σημαντικούς Γάλλους και Γερμανούς μουσικούς και «Dear Prof. Leary» (MPS, 1968) με την Amazing Free Rock Band. Την μπάντα στο πλευρό του Wilen στελεχώνουν οι Joachim Kühn (πιάνο, όργανο), Günter Lenz (κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο), Aldo Romano και Wolfgang Paap (ντραμς), Mimi Lorenzini (κιθάρα) και ο ήχος κινείται μεταξύ free jazz, τζαζ ροκ και ψυχεδελικής ροκ, ακριβώς όπως θα ταίριαζε στον «Timothy Leary» του τίτλου, στον οποίο είναι αφιερωμένο το άλμπουμ.

Το πιο ξεχωριστό ωστόσο άλμπουμ του για αυτή τη δεκαετία είναι το ευρηματικής σύλληψης «Auto Jazz: Tragic Destiny of Lorenzo Bandini» (MPS, 1968) που ήταν εμπνευσμένο και αφιερωμένο στον Ιταλό αθλητή αγώνων ταχύτητας Lorenzo Bandini του οποίου η ζωή έκλεισε άδοξα και πρόωρα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια μιας κούρσας. H ηχογράφηση του μουσικού έργου έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 1968 στο Tonstudio Bauer στο Λούντβιχσμπουργκ, λίγο έξω από την Στουτγκάρδη.

Ο Barney Wilen παρακολουθούσε φανατικά και αγαπούσε με πάθος τους αγώνες ταχύτητας Formula 1. Στις 7 Μαϊου 1967 είχε πάει στο Grand Prix του Μονακό και είχε ηχογραφήσει τον αγώνα. Ωστόσο ο συγκεκριμένος αγώνας ήταν πολύ διαφορετικός και έμεινε στην ιστορία για κακό λόγο αφού εκεί ο 31χρονος τότε διάσημος οδηγός Lorenzo Bandini είχε μια σφοδρή σύγκρουση με αποτέλεσμα τη βίαιη ανατροπή του αυτοκινήτου και την παγίδευση του οδηγού ενώ το αυτοκίνητο παραδιδόταν στις φλόγες. Ο Bandini ανασύρθηκε αναίσθητος με πολλαπλά καθολικά τραύματα στα οποία υπέκυψε μετά από τρεις μέρες στο νοσοκομείο Princess Grace του Μόντε Κάρλο. Το τραγικό γεγονός είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση τότε και 100.000 άτομα είχαν παρευρεθεί στην κηδεία του Lorenzo Bandini στο Ρετζιόλο της Ιταλίας στις 13 Μαϊου 1967. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν το πρώτο και τελευταίο σοβαρό ατύχημα του Bandini σε αγώνες αφού μέχρι τότε στην καριέρα του είχε μόνο ένα μικρό ατύχημα κατά τη διάρκεια ενός αγώνα Formula Junior το 1957.

Εικόνα από το τραγικό ατύχημα που οδήγησε στον θάνατο του Lorenzo Bandini, όπως τη μετέδωσε το Associated Press

Συγκλονισμένος από το περιστατικό ο αυτόπτης μάρτυρας Barney Wilen συνέθεσε ένα εξαιρετικό μουσικό έργο στη μνήμη του αδικοχαμένου οδηγού ενσωματώνοντας μάλιστα το σπαρακτικό ζωντανά ηχογραφημένο υλικό που είχε από τον αγώνα αυτό. Η σύνθεση και οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί του ίδιου στο τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο και των εξαιρετικών μουσικών που τον συνόδεψαν (Francois Tusques στο πιάνο, Bob Guerin στο κοντραμπάσο και Eddy Gaumont στα ντραμς) αναπτύσσονται πάνω σε ηχητικά αποσπάσματα μνήμης και επώδυνες νύξεις στιγμιοτύπων του αγώνα δημιουργώντας μια φορτισμένη ατμόσφαιρα. Κάπως έτσι ξετυλίγονται τα κομμάτια. Το «Expectancy» μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της προθέρμανσης πριν από τον αγώνα, το «Start» προχωρά στον πυρετό της έναρξης του αγώνα με την ταχύτητα των αυτοκινήτων, το «Tribune Princiere» στέκεται στη σχετική ηρεμία της πίστας με ένα πιάνο που προμηνύει μια δυσάρεστη εξέλιξη και στην πορεία συνομιλεί με το σαξόφωνο και το μπάσο, το «Hair Pin (Virages Des Gazométres)» ακούγεται ως τραγική συνύπαρξη  των οργάνων (προετοιμασμένο πιάνο σε κρουστό ρόλο και τενόρο σαξόφωνο) με τον ήχο των αυτοκινήτων της πίστας. Στο τέλος η κορύφωση: το «Canyon Sounds and Destiny» πολύ κοντά στο καταστροφικό φινάλε με τον Francois Tusques στο όργανο να προϊδεάζει με την απόκοσμη χροιά του τον θάνατο και τον Barney Wilen στο τενόρο σαξόφωνο να παίζει θρηνητικά και να κλιμακώνεται σε εκρηκτικές στιγμές που η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα και οι γεμάτες πάθος οργανικές φωνές κυριαρχούν.

Αρχικά σχεδιασμένο ως μια εκδήλωση πολυμέσων, έκανε την πρεμιέρα του στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού. Στη συνέχεια ο Wilen προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης παρουσίασε στο Μανχάταν το έργο του ενώπιον ενός απαιτητικού κοινού όπου ανάμεσά τους βρίσκονταν ο ζωγράφος και γραφίστας, εκπρόσωπος της pop art Robert Rauschenberg, η γνωστή φεμινίστρια και προοδευτική ανώτατη δικαστής Ruth Bader Ginsburg και ο πολύς Andy Warhol.

 

Μάης του 1968 και ταξίδια στην Αφρική

O Barney Wilen υπήρξε ενεργό μέλος της γαλλικής κοινότητας την περίοδο της αμφισβήτησης και της αναταραχής τον Μάιο του 1968. Το ευρύτερο φιλικό περιβάλλον του και οι παρέες του άλλωστε διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στα γεγονότα. Ο Barney Wilen εκείνη την εποχή είχε ως σύντροφο την κινηματογραφίστρια και πρώην μοντέλο, γνωστή ως Μαριάννα των γεγονότων του Μαΐου του 1968, Caroline de Bendern, που έγινε αργότερα σύζυγός του. Πρόκειται για την 23χρονη γυναίκα ανάμεσα στο πλήθος που ανεμίζει μια βιετναμέζικη σημαία σε μια διαδήλωση στο Παρίσι και απεικονίζεται σε μια φωτογραφία, η οποία έκανε τον γύρο του κόσμου και έγινε ευρέως γνωστή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ προς το Βιετνάμ ήταν στην κεντρική θεματική όσων πολιτικά στηλιτεύονταν από την παρισινή νεολαία στον Μάη του 1968.

To 1969 η Sylvina Boissonas, ηθοποιός, σκηνοθέτρια και παραγωγός υπογράφει την παραγωγή της πενηντάλεπτης ταινίας του σκηνοθέτη Serge Bard με τίτλο «Fun and Games for Everyone», γυρισμένης κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της έκθεσης του Ελβετού εικαστικού καλλιτέχνη Olivier Mosset τον Δεκέμβριο του 1968 στην Galerie Rive Droite του Παρισιού. Ένα ψυχεδελικό παιχνίδι αυτοσχεδιασμού, μια «κατάμαυρη» πειραματική ταινία που ενώνει το Zanzibar Group (ριζοσπαστική γαλλική συλλογικότητα κινηματογραφιστών που δραστηριοποιήθηκε από το 1968 έως το 1970, χρηματοδοτήθηκε από τη Sylvina Boissonas, είχε μέλη τους σκηνοθέτες Philippe Garrel and Jackie Raynal και ήταν γνωστή με το προσωνύμιο «οι Νταντί του Μαΐου του 1968» κατά τη διάρκεια των συρράξεων του Παρισιού) με την Caroline de Bendern και τους Salvador Dalí, Amanda Lear, Barbet Schroeder και Jean Mascolo. Ο Barney Wilen και ο αυτοσχεδιαστής ντράμερ και συνθέτης της free jazz Sunny Murray έγραψαν τη μουσική της ταινίας. Από την εποχή εκείνη προέρχεται η φωτογραφία (Guy Le Querrec/Magnum Photos) που τραβήχτηκε στις 20 Μαρτίου 1969 μπροστά από το ξενοδοχείο Montalembert του Παρισιού και απεικονίζεται ο Barney Wilen με τη Sylvina Boissonnas, την Caroline de Bendern, τον σπουδαίο Γάλλο ηθοποιό Pierre Clementi και τον Μαροκινό φίλο τους Affiffi.

Πριν αφήσουν το Παρίσι για το Μάλι . Από αριστερά προς τα δεξιά: ο Γάλλος μουσικός της τζαζ Barney Willen, η Caroline de Bendern, o Γάλλος ηθοποιός Pierre Clementi, η σκηνοθέτρια Sylvina Boissonnas και ο Affiffi

Το 1969 και το 1970 ο Barney Wilen πήγε στην Αφρική (μέσω Μαρόκου, Αλγερίας, ποταμού Νίγηρα, Μάλι, Μπουρκίνα Φάσο και Σενεγάλης) προς τη Ζανζιβάρη με ένα Land Rover με την Caroline de Bendern, μια ομάδα μουσικών, όργανα, ενισχυτές, μαγνητόφωνα και ένα κινηματογραφικό συνεργείο με τον εξοπλισμό του και με στόχο να γυρίσουν δυο ταινίες δρόμου 35 χιλιοστών, που θα χρηματοδοτούνταν από κεφάλαια της νέας εταιρείας παραγωγής Zanzibar Productions της Sylvina Boissonas. Η επιστροφή στην Ευρώπη των Barney Wilen και Caroline de Bendern τους βρίσκει χωρίς να έχουν ολοκληρώσει την αρχική επιδίωξή τους. Ταινίες δεν γυρίστηκαν, όμως καθ΄ οδόν έγινε πλήθος ηχογραφήσεων μουσικής και ήχων σε ένα μαγνητόφωνο Nagra σε διάφορους σταθμούς του ταξιδιού. Αυτή ήταν η πρώτη ύλη για τη δημιουργία του διπλού δίσκου βινυλίου «Moshi» (Saravah, 1972), μιας σύνθεσης τζαζ και αφρικανικής μουσικής εμποτισμένης με στοιχεία αβανγκάρντ, jazz-rock, jazz-funk, fusion, πειραματικής και βέβαια με τις ηχογραφήσεις πεδίου. Κάποια από αυτά τα αποσπάσματα που τραβήχτηκαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμπεριλήφθησαν στην ταινία της Caroline de Bendern  «A L’intention de Mademoiselle Issoufou a Bilma» (1971).

Στον εξαιρετικό διπλό δίσκο «Moshi» ο Barney Wilen υπογράφει 4 συνθέσεις, η Caroline De Bendern 3 συνθέσεις ενώ τα υπόλοιπα 7 κομμάτια είναι παραδοσιακά αφρικάνικα. Όλη η ανάπτυξη του μουσικού υλικού αλλά και τα παιξίματα των μουσικών χαρακτηρίζονται από έντονη αυτοσχεδιαστική διάθεση, πρωτόλεια ματιά στη γνησιότητα της παράδοσης και ψυχεδελικές επιρροές. Ο Barney Wilen παίζει τενόρο σαξόφωνο και συνδιαλέγεται με τους Michel Graillier (ηλεκτρικό πιάνο), Pierre Chaze (ηλεκτρική κιθάρα), Didier Leon (λαούτο), Christian Tritsh, Simon Boissezon (κοντραμπάσα) και Micheline Pelzer (ντραμς), ενώ τέσσερις θηλυκές φωνές, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Caroline De Bendern, αναλαμβάνουν το παραδοσιακό φωνητικό κομμάτι. Ένας δίσκος τομή και ορόσημο για  την παγκοσμιότητα της τζαζ.

Ωστόσο όλα δεν χώρεσαν στο «Moshi». Πολλές πρωτότυπες αφρικανικές ηχογραφήσεις που ήταν ακυκλοφόρητες, βρίσκουν το εκδοτικό βήμα μέσω της κυκλοφορίας του δίσκου «Μoshi Too» (Sonorama, 2012). O Barney Wilen στα καλύτερά του, ανοίγεται στα βαθιά παίζοντας εκστατικά συνδυάζοντας ψήγματα ψυχεδέλειας, free jazz, funk ρυθμών και spiritual jazz και σε συνδυασμό με τα παραδοσιακά τραγούδια νομαδικών φυλών, τους ήχους της φύσης, τις μυσταγωγικές επικλήσεις και μουσουλμανικές φωνές και βέβαια με τα μεμονωμένα παραδοσιακά όργανα όπως το balafon, το ούτι ή το φλάουτο που ηχογράφησε, δημιουργεί μια εντυπωσιακή (και μουσική) περιπέτεια δρόμου.

 

Στις δεκαετίες των ΄80s και των ΄90s

Στη δεκαετία του 1970 εκτός από το world πείραμα του Barney Wilen «Moshi» δεν κυκλοφόρησε κάποιος άλλος δίσκος του. Αντιθέτως στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90 η δισκογραφική παραγωγή του Wilen είναι ανεξάντλητη. Στη δεκαετία του ΄80 ο Barney Wilen  συνεργάστηκε επίσης με μουσικούς της πανκ και της ροκ. Ωστόσο ο σπουδαίος σαξοφωνίστας και συνθέτης επιστρέφει κυρίως στην αμιγώς τζαζ κληρονομιά του, στο bebop, στην cool jazz και ενίοτε στην post bop αλλά σε μια πιο οργανωμένη και ώριμη φάση.

Άλμπουμ όπως τo «French Ballads (IDA Records , 1987) με τον πιανίστα Michel Graillier, τον κοντραμπασίστα Ricardo Del Fra και τον ντράμερ Sangoma Everett, το «Wild Dogs of the Ruwenzori (IDA Records, 1989) με τους Alain Jean-Marie (πιάνο), Ricardo Del Fra (κοντραμπάσο), Sangoma Everett (ντραμς) και Henri Guédon (κρουστά) σε swinging δρόμους, το «Paris Moods» (Alfa, 1990) με τους Jacky Terrasson (πιάνο), Gilles Naturel (κοντραμπάσο) και Peter Gritz (ντραμς), το θαυμάσιο «Sanctuary» (IDA Records, 1991) με τον κιθαρίστα Philip Catherine και τον κοντραμπασίστα Palle Danielsson, το «Talisman» (IDA Records, 1994) με τους Laurent de Wilde (πιάνο, celesta), Ira Coleman (κοντραμπάσο) και Billy Drummond (ντραμς) όπου ο Wilen επιστρέφει στο χτες επιλέγοντας να διασκευάσει αξέχαστα στάνταρντς των Dizzy Gillespie, Clifford Brown, Chet Baker, Miles Davis και πολλά άλλα εκπέμπουν μια σπάνια δραματικότητα, έναν αφοπλιστικό λυρισμό και μια σωματική διάσταση της μουσικής. Η μουσική του Wilen καθηλώνει τους ακροατές και τους κερδίζει δια παντός με την ομορφιά της. Επίσης από τις εκδόσεις αυτής της περιόδου αξίζει να αναζητήσετε το άλμπουμ «Newport ’59» (Fresh Sound, 1991) όπου αποτυπώθηκε η σπουδαία συναυλία του Barney Wilen στο φεστιβάλ τζαζ του Νιούπορτ στις 4 Ιουλίου 1959 με τη Γιαπωνέζα πιανίστρια Toshiko Akiyoshi, τον κοντραμπασίστα Tommy Bryant και τον ντράμερ Roy Haynes. Στο ίδιο cd καταγράφονται δυο κομμάτια στο Παρίσι του 1955 με τον Wilen να συμπράττει με τους Bud Powell (πιάνο), Clark Terry (τρομπέτα), Eric Peter (κοντραμπάσο) και Kenny Clarke (ντραμς), καθώς και ένα κομμάτι εκείνη την περίοδο σε συναυλία στο Ντύσελντορφ.

Ο Γάλλος τζαζίστας που έγινε κόμικ

 Αρκετές φορές προσωπικότητες της τζαζ προσεγγίστηκαν από σημαντικούς δημιουργούς της τέχνης των comics. Comics και graphic novel δημιουργήθηκαν κατά καιρούς για ογκόλιθους της τζαζ, κυρίως Αμερικανούς όπως John Coltrane, Miles Davis, Charles Mingus, Charlie Parker, Dizzy Gillespie, Billie Holiday κ.α. Μουσικούς που ξεπέρασαν τα όρια της τζαζ και έγιναν αναγνωρίσιμοι σε διεθνή κλίμακα. Ποιος θα περίμενε ωστόσο να είχαμε και graphic novel για έναν Ευρωπαίο τζάζμαν; Κάτι ανάλογο λοιπόν συνέβη και με τον Barney Wilen.

O Barney Wilen έγινε graphic novel το 1987. Δημιουργοί ήταν δυο ξεχωριστοί Γάλλοι καλλιτέχνες του είδους, ο Loustal και ο Philippe Paringaux. «Barney et la Note Bleue» (Ο Μπάρνεϊ και η Θλιμμένη Νότα») ήταν ο τίτλος του εντυπωσιακού κόμικς όπου οι δυο τους αποτύπωσαν με ευαισθησία τη ζωή και την τέχνη του Γάλλου τενόρο και σοπράνο σαξοφωνίστα. Ο 70χρονος σήμερα Jacques de Loustal, Γάλλος καλλιτέχνης κόμικς που χρησιμοποιεί ένα ζωγραφικό στυλ το οποίο θυμίζει το ρεύμα του φωβισμού και τον David Hockney, και ο οποίος ζει στο Παρίσι και έχει σχεδιάσει αρκετά εξώφυλλα δίσκων και cd, εκτός από όλα τα άλλα έργα του, σε σχέδιο και ζωγραφική, είναι αυτός που ζωντανεύει τις θαυμάσιες μορφές και τις σκιές του κόμικς. Ο 81χρονος σήμερα Philippe Paringaux, Γάλλος συγγραφέας και κριτικός της ροκ, που η δημιουργική του παρουσία συνδέθηκε στενά με το μουσικό περιοδικό Rock ‘n Folk στη δεκαετία του 1970s, είναι αυτός που έγραψε τα κείμενα του κόμικς.

Το καλλιτεχνικό δίδυμο παρουσιάζει τον Barney Wilen ως τον μάγο των μπλουζ και της τζαζ μέσα όμως από μια εντελώς ανθρώπινη διάσταση και χωρίς ίχνος εξωραϊσμού. Μέσα από την καθημερινότητά του, τον ανήσυχο χαρακτήρα, τη δυσαρεστημένη φυσιογνωμία του, την τάση του για περιπλάνηση στον κόσμο και τα γεγονότα. Ένας περιπλανώμενος που δεν έδινε δεκάρα για την ίδια του την ύπαρξη αλλά που έριχνε το βάρος στα ταξίδια από την Αφρική στην Αμερική, μέσω Παρισιού, σαν μια περσόνα φευγαλέα όσο και εκθαμβωτικά φωτεινή και ταυτόχρονα σκοτεινή. Μια μοναχική φύση και παράλληλα μια κοινωνική μονάδα που ευδοκιμούσε στις παρέες, μια προσωπική ζωή που αναλώνεται στα ναρκωτικά και στις αδιέξοδες προσωπικές σχέσεις. Μια συναρπαστική ωμή αλλά και συγκινητική αφήγηση της ιστορίας ενός μεγάλου, ιδιοφυούς μουσικού που ακολούθησε το τραγικό όσο και κλασικό σχήμα της ανόδου και της πτώσης και που σε μεγάλο βαθμό σφραγίστηκε ανεξίτηλα από τον έρωτα τον οποίο δεν είχε ζήσει. Οι λέξεις και οι λεπτοδουλεμένοι διάλογοι του Paringaux συναντούν τη στυλιζαρισμένη και ατμοσφαιρική εικονοποιία του Loustal χαρίζοντάς μας έναν ανεπανάληπτο κινηματογραφικό όσο και γήινα αυθεντικό χαρακτήρα. Έναν χαρακτήρα που με το σαξόφωνό του μας προκαλεί ρίγος κάνοντάς μας να ακούσουμε το αξέχαστο «Besame Mucho» της Μεξικάνας πιανίστριας και συνθέτριας Consuelo Velazquez, το οποίο παίζει «σαν να μην το έχει κάνει ποτέ κανείς» από το 1941 που πρωτογράφτηκε, επειδή «είναι η ιστορία του».

Εν τέλει ένα κόμικς που μέσω του ιδιοσυγκρασιακού αυτού χαρακτήρα, ζωντανεύει ιδανικά την ατμόσφαιρα, τη νύχτα, τα κλαμπ που η τζαζ ανθίζει, την ηχογράφηση, την παρακμή αλλά και τα συναισθήματα που μετρούν καθημερινά τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη, τη γοητεία, τη μελαγχολία, τον έρωτα.

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία του 1987 ήρθε σε μια εποχή που ο Barney Wilen βρισκόταν σε καλλιτεχνική στασιμότητα και είχε καλυφθεί από τα σύννεφα της αφάνειας. Το κόμικς ανέσυρε ουσιαστικά τον κορυφαίο μουσικό από τη λήθη και τον έφερε στο προσκήνιο δίνοντάς του μια ουσιαστική επανεκκίνηση και μια δεύτερη δημιουργική περίοδο.  Αρχικά εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ενώ η επανέκδοσή του το 2016 από την Casterman με την προσθήκη και σχετικού cd 20 χρόνια μετά τον θάνατό του επανέφερε τη μνήμη της θρυλικής αυτής προσωπικότητας στο πάνθεον της σύγχρονης τέχνης.

 

Ο Barney Wilen αποτέλεσε μια μοναδική περσόνα της ευρωπαϊκής τζαζ σκηνής ακόμα κι αν ο ήχος του σαξοφώνου του παρέπεμπε συχνά στην αμερικάνικη τζαζ και σε ομολόγους του όπως ο Stan Getz ή ο Chet Baker. Η εξέχουσα καλλιτεχνική του δραστηριότητα που κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του εκδηλώθηκε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με σημαντικά διαλείμματα και σιωπές, είναι το απόσταγμα της δημιουργικής θητείας και των πολύπλευρων αναζητήσεών του τόσο σε συναρπαστικές εποχές όσο και σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Μια πορεία ανήσυχη που μας σαγηνεύει ακόμα περισσότερο επειδή δεν παρέμεινε σταθερή και απαρέγκλιτη σε είδη. Αντιθέτως άνοιξε τους ορίζοντες και ευαισθητοποίησε τις κεραίες του σε μια ευρύτατη γκάμα. Τον Barney Wilen ανεξαρτήτως της ιδιαίτερης προσωπικότητάς του, τον κατακτάς ακούγοντας τους δίσκους του. Και με αυτούς ακριβώς τους δίσκους σε κερδίζει.

 

 

Προηγούμενο άρθροΔοκιμές λαϊκού υπερρεαλισμού (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροAndrea Bajani: Η οικογένεια δεν είναι πια “ιερή” (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ