της Κατερίνας Σχινά
Οι Μεσοτοιχίες του Μισέλ Φάις είναι μια πυκνή σύνθεση από μικρά σπαράγματα ασώματων συναντήσεων πίσω από τους λεπτούς τοίχους της ανθρώπινης συνοίκησης, σ’ έναν κόσμο που ο συγγραφέας τον φαντάζεται ενιαίο και ταυτόχρονα κατακερματισμένο σε δωμάτια-κλουβιά, ασφυκτικά περίκλειστο κι όμως δαρμένο από ανέμους, έκθετο, κάθε άλλο παρά προστατευτικό κέλυφος για τους ενοίκους του. Εκατό ιστορίες, εκατό επισκέψεις στα δωμάτια του τώρα και του ποτέ, εκατό συναντήσεις με πρόσωπα, αλλά κυρίως με καταστάσεις, με σαρκωμένες, ενανθρωπισμένες ιδέες, με εσοχές του εαυτού, με αιχμές του κόσμου. Αποχαιρετισμοί, απώλειες, αποτυχίες, αφανισμοί, αυτοβιογραφικά ίχνη παντού και ταυτόχρονα εμμονική εξάλειψή τους, αθέατοι –και απαιτητικοί– συγκάτοικοι, με τους οποίους ο αφηγητής θέλει, μα δεν μπορεί, να συνάψει ειρήνη, μορφές που αποσπώνται από ένα ιδιωτικό εικονοστάσι για να αποτεθούν στον κευθμώνα της γραφής.
Τα πρόσωπα στις Μεσοτοιχίες δεν έχουν βιογραφία, παρότι έχουν παρελθόν, παρότι χειμάζονται από το παρελθόν. Συχνά, είναι «εαυτότητες χωρίς αυτό». Αλλά έχουν σώμα. Είναι σώμα. Είναι σώματα που επιμένουν, συνειδήσεις που ανακυκλώνουν τα ίδια και τα ίδια θραύσματα σκέψης. Είναι υλικά υπολείμματα της ύπαρξης, μιας ύπαρξης από καιρό εξαντλημένης, σε μια διαδικασία αναμονής, φθοράς, αεικινησίας, κενού. Όμως αυτό το κενό πάλλεται από μνήμη, πάλλεται από αηδία, πάλλεται από επιμονή.
Ο χρόνος στις Μεσοτοιχίες δεν προχωρεί· είναι κυκλικός, κολλημένος, παγωμένος. Οι χαρακτήρες περιμένουν, ξαναρχίζουν, επαναλαμβάνουν, παραιτούνται, ξαναρχίζουν. Είναι σαν ν’ ακούς κάποιους ηχηρούς λεπτοδείκτες να μετράνε τις ώρες κι αυτές να τους αντιστέκονται, να μη διαβαίνουν, ή κι αν διαβαίνουν να μην φέρνουν τίποτα μαζί τους, πέρα από τη φθορά. Φθορά αντικειμένων, φθορά σωμάτων, φθορά αισθημάτων. Φθορά μέχρι τελικής πτώσεως. Φθορά χωρίς ελπίδα, κι όμως με την δική της ηθική, την ηθική της επιμονής. Αυτή η επιμονή, αυτή η ανένδοτη, τυφλή ίσως και παράλογη, μα τόσο ανθρώπινη προσήλωση στη συνέχεια, είναι που προσδίνει στα κείμενα του Φάις την παγερή τους καθαρότητα, την ψυχρή ακρίβεια με την οποία περιγράφουν την αποσύνθεση της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν προσφέρει καμιά ερμηνεία.
Ύστερα είναι και η γλώσσα. Στον Φάις είναι μια εμπειρία ρυθμού, παύσης, αντηχήσεων, αναστολής, με ορίζοντα τη σιωπή. Είναι σαφές: η γλώσσα εδώ δεν λειτουργεί ως δίοδος προς την επικοινωνία, αλλά ως πεδίο μάχης, πεδίο συνεχούς διάλυσης, επανεκκίνησης, αυτοϋπονόμευσης. Οι λέξεις επαναλαμβάνονται, παραμορφώνονται, αδειάζουν από νόημα, ξαναγεμίζουν προσωρινά, και πάλι καταρρέουν. Άλλοτε η γλώσσα μοιάζει μ’ ένα μηχανισμό που παράγει σύγχυση και όχι νόημα – και άλλοτε, με τη σχεδόν ιατρική ακρίβειά της, αποξενώνει, γίνεται μια μορφή «αρνητικής φαινομενολογίας» αποκαλύπτοντας τον κόσμο όπως είναι – ακατανόητος.
Ωστόσο η γλωσσική αποσύνθεση είναι η πιο αυθεντική, η πιο ειλικρινής αποτύπωση της ανθρώπινης προσπάθειας να αρθρωθεί το άρρητο, της αγωνίας να ξεπεραστεί το έρκος των οδόντων, να μιληθούν τα ανείπωτα. Που δεν θα μιληθούν. Η γλώσσα δεν μπορεί να συλλάβει την εμπειρία, παρά μόνο το χνούδι της – και αν. Ίσως μονάχα ό,τι αφήνει το πέρασμά της στη γωνιά της συνείδησής μας, μια γκρίζα, άμορφη μπαλίτσα. Όμως δεν έχουμε τίποτ’ άλλο πέρα από τη γλώσσα, κι ας είναι μεταχειρισμένη, αδυνατισμένη από τη χρήση, ένα φθαρμένο σχοινί ανάμεσα στο σημαίνον και το κενό. Άλλωστε στον Φάις, η γλώσσα έχει υλικότητα, οι λέξεις έχουν βάρος, αντίσταση. Και καθώς η γλώσσα του εκθέτει, ξανά και ξανά τα όριά της, δημιουργεί ένα νέο χώρο νοήματος.
Τέλος, είναι το χιούμορ. Σ’ όλο το έργο του Μισέλ Φάις, η ειρωνεία και το χιούμορ – χιούμορ ξερό, στεγνό, συχνά σωματικό –, λειτουργούν ως αντίσταση στην παρακμή, ως χειρονομία ανατροπής, ως τρόπος χειραγώγησης του χάους που μας περιβάλλει. Στις «Μεσοτοιχίες» ωστόσο, έχω την εντύπωση πως λιγοστεύει, λες και η σκοτεινιά του οικήματος με τους φτενούς τοίχους μέσα στο οποίο περιπλανιέται ο αφηγητής, έχει απλωθεί εκτοπίζοντάς το. Τώρα, κάθε αναλαμπή φωτός, κάθε ανάσα που δροσίζει, προέρχεται από το «Παιδί» που, καθώς γράφει ο Μισέλ «ζει στο πιο φωτεινό δωμάτιο από καταβολής κόσμου» Ένα παιδί, που απολαμβάνοντας ακόμη την ολβιότητα της «ουρανογέννητης ελευθερίας» – όπως λέει ο Γουέρντσγουορθ στο καταπληκτικό του ποίημα Ωδή στην Αθανασία (απ’ όπου και το πασίγνωστο μότο, «το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου») – , ψυχανεμίζεται ήδη το βάρος που θα αποθέσει στους ώμους του η εμπειρία, ένα φορτίο «βαρύ σαν παγετό, βαθύ σχεδόν σαν τη ζωή» (ο στίχος είναι του Γουέρντσουορθ). Κι όμως «θα περπατήσει με το πάσο του» τη ζωή. Και στις σελίδες αυτού του βιβλίου, θα λειτουργήσει πράγματι σαν τον «πατέρα του ανθρώπου» – σαν ένας ήρεμος και σοφός κατευναστής, μια παυσίλυπη παρουσία, ένας σταθερός παρατηρητής ταγμένος στο αναγκαίο – ένας αντικειμενικός κριτής, τέλος: «Κανένας δεν μπορεί ν’ αντιγράψει τη φωνή σου»… λέει σ’ έναν από τους πιο συγκινητικούς, μέσα στη λιτότητά τους, διαλόγους με τον αφηγητή. Και έχει απόλυτο δίκιο.
Μισέλ Φάις, Μεσοτοιχίες, Πατάκης
![]()






















