Κυριακή, 26 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Ντάμα Πίκα», Αλ.Πούσκιν, Στ. Λιβαθινός: τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής (της Όλγας...

«Ντάμα Πίκα», Αλ.Πούσκιν, Στ. Λιβαθινός: τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής (της Όλγας Σελλά)

0
2195

 

της Όλγας Σελλά

Ένα μεγάλο τραπέζι χαρτοπαιξίας μας υποδέχεται στη σκηνή του Θεάτρου της οδού  Κεφαλληνίας καθώς μπαίνουμε προς την πλατεία. Η τύχη, το κυνήγι του χρήματος και η απληστία συμβολοποιούνται σ’ αυτό το τραπέζι, αλλά και στη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν, «Ντάμα Πίκα», που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

«Η ‘Ντάμα Πίκα’ γράφτηκε το 1833, κατά τη διάρκεια της παραμονής του Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837)  στο πατρικό του σπίτι στο Μπόλντινο. Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Biblioteka Dlya Cbteniya το 1834 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Η μυστηριώδης αυτή ιστορία, η οποία διαδραματίζεται την εποχή του συγγραφέα, περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό αξιωματικό του μηχανικού, τον Χέρμαν, ο οποίος, μολονότι δεν παίζει ποτέ χαρτιά, παρευρίσκεται σε κάθε παιχνίδι και παρακολουθεί τους παίκτες. Ένα βράδυ, ένας από τους αξιωματικούς, ο Τόμσκι, αποκαλύπτει μια μυστηριώδη ιστορία για τη γιαγιά του, η οποία, όταν ήταν νέα   έχασε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στο Παρίσι, όταν ο σύζυγός της αρνήθηκε να εξοφλήσει το χρέος της, η Κόμισσα στράφηκε για βοήθεια στον τυχοδιώκτη Κόμη του Σεν Ζερμέν. Εκείνος, αντί να της δανείσει χρήματος, της αποκάλυψε τρία μυστικά χαρτιά με τα οποία κέρδισε όλα όσα είχε χάσει. Αφού ξεπλήρωσε το χρέος της, η Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα, δεν ξαναέπαιξε ποτέ χαρτιά. Ακούγοντας την ιστορία ο Χέρμαν καταλαμβάνεται από  έμμονη ιδέα να μάθει το μυστικό και αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τη νεαρή προστατευόμενη της Κόμισσας, τη Λιζαβέτα, για να την προσεγγίσει. Προσποιείται ότι είναι ερωτευμένος με τη Λιζαβέτα, ανταλλάσσει γράμματα μαζί της, και καταφέρνει να μπει στο σπίτι και να φτάσει στο δωμάτιο της γηραιάς Κόμισσας, ζητώντας της να του πει τα τρία τυχερά τραπουλόχαρτα. Η Κόμισσα αρνείται, λέει ότι είναι ένα αστείο, ο Χέρμαν εκνευρίζεται και την απειλεί. Η γηραιά Κόμισσα πεθαίνει και ο Χέρμαν νιώθει τύψεις…» σημειώνεται σ’ ένα από τα πολλά κείμενα του φροντισμένου προγράμματος της παράστασης.

Κι από αυτό το σημείο, κυρίαρχη θέση στη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν παίρνει η φαντασία (που ζωντανεύει τις επιθυμίες ή τους φόβους μας) και η ενοχή (που δημιουργεί διάφορες καταστάσεις στο μυαλό), που οδηγούν, όταν χαθεί ο έλεγχος, κατευθείαν στον παραλογισμό. Ο Χέρμαν κερδίζει με τα πρώτα δύο τραπουλόχαρτα, αλλά ενώ νομίζει ότι κρατάει στο χέρι του τον άσο, κρατάει την Ντάμα Πίκα, που «συμβολίζει την κρυφή μοχθηρία» κι έχει την ίδια ακριβώς όψη με την Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα . Και ο μέχρι εκείνη τη στιγμή ορθολογικός και ωφελιμιστής Χέρμαν, που όταν έβλεπε χαρτοπαιξία έλεγε «δεν μπορώ να ρισκάρω το αναγκαίο, ευελπιστώντας το εφικτό», γίνεται έρμαιο των ψευδαισθήσεων, της τύχης, των χειριστικών πρακτικών, των ανήθικων σκοπών εντέλει, κυνηγώντας την κυριαρχία και την υπεροχή. Μια ιστορία που, αναμφίβολα, γίνεται ο πρόδρομος δύο κορυφαίων έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι:  «Έγκλημα και τιμωρία και «Ο παίκτης».

Αυτή είναι η νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν, με πολλές κρυμμένες όψεις των ανθρώπινων συμπεριφορών κάτω από την απλή και ρομαντική ιστορία του. Κι αυτή την ιστορία θέλησε να ζωντανέψει ο Στάθης Λιβαθινός, επιβεβαιώνοντας, με αυτή την επιλογή, την αταλάντευτη κατεύθυνση των ξεχωριστών καλλιτεχνικών επιλογών του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας από το 1987, οπότε το ανέλαβαν η Μπέττυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Πουλαντζάς, μέχρι σήμερα.

Προσπάθησε, επί σκηνής, να συνενώσει το ρεαλιστικό και το φανταστικό-μεταφυσικό ο Στάθης Λιβαθινός, ακριβώς για να αγγίζει το ύφος και το περιεχόμενο της νουβέλας. Έβαλε γι’ αυτόν τον λόγο έναν εμβόλιμο ρόλο στην παράσταση, που ερμήνευσε η Δήμητρα Χατούπη, αποδίδοντας όλες τις αποχρώσεις του δέους και της ανατριχίλας, δημιουργώντας να πρόσωπο που τρομάζει, προβλέπει και κινεί τα νήματα, ακριβώς όπως κινεί το περιστρεφόμενο, σαν καρουζέλ, σκηνικό, που ήταν το κάστρο και το οχυρό της Κόμισσας Άννας Φεντότοβνα, την οποία υποδύθηκε θαυμάσια η Μπέττυ Αρβανίτη.

Με τη σκηνική της εμπειρία και άνεση, η Μπέττυ Αρβανίτη απέδωσε όλες τις πτυχές αυτής της περίπλοκης προσωπικότητας: ήταν αμείλικτη, ταπεινωτική, κακομαθημένη, παιχνιώδης, χειριστική, τρομαγμένη, εκδικητική.

Σε πολύ καλή στιγμή η Εύα Σιμάτου, η προστατευόμενη της Κόμισσας. Ήταν η όψη του ρομαντισμού και ο αδύναμος κρίκος ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν άλλους ηθικούς κανόνες και αρχές και δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν τους άλλους. Την ταπείνωσε η Κόμισσα, την χρησιμοποίησε ο Χέρμαν.

Ο Γιάννης Σύριος ως Χέρμαν ήταν περισσότερο πειστικός ως ορθολογιστής και λιγότερο ως καιροσκόπος και χειριστικός. Απέδωσε όμως καλά την ένταση της τελευταίας σκηνής, όταν προσπαθεί να αξιοποιήσει το μυστικό της Κόμισσας, «μονομαχώντας» χαρτοπαικτικά και καταρρέοντας ψυχολογικά.

Ο Νίκος Αλεξίου κινήθηκε με άνεση στους διαφορετικούς ρόλους που ανέλαβε και ήταν πολύ καλός στη σκηνή της χαρτοπαικτικής μονομαχίας του τέλους ως Τσεκαλίνσκι.

Ο Παναγιώτης Καμμένος, τέλος, ως εγγονός της Κόμισσας Άννας Φεντότοβνα ήταν η φωνή του ρεαλισμού, της πληθωρικής και γήινης πλευράς της ζωής.

Σταθερή συνεργάτιδα επί χρόνια του Στάθη Λιβαθινού, η Ελένη Μανωλοπούλου υπογράφει και πάλι τα σκηνικά. Δικό της έργο είναι το καρουζέλ που δεσπόζει στη σκηνή. Κι αν το καρουζέλ που είχε όλα τα χρειαζούμενα και τα περιττά που διαθέτει μια πληθωρική προσωπικότητα -όπως η γηραιά Κόμισσα- ανακατεμένα,  είναι μία ακόμη ωραία στιγμή της Ελένης Μανωλοπούλου που υπογράφει και πάλι το σκηνικό, το τραπέζι της χαρτοπαιξίας που κινούνταν σε όλη τη σκηνή του θεάτρου και στην επιφάνειά του διαδραματίστηκε η πιο έντονη και καθοριστική σκηνή της παράστασης, (όταν ο Χέρμαν προσπαθεί να πιάσει την καλή), κυριαρχούσε ως αντικείμενο, σε βαθμό που δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφυξίας στην πλατεία (υποθέτω και στη σκηνή). Φώτα, μουσική, κίνηση, ήχος, κινήθηκαν με συνέπεια στο περιβάλλον της παράστασης.

Μιας παράστασης που προσπάθησε να αγγίξει και να δείξει την πολυμορφία του κειμένου του Πούσκιν –και τον ρεαλισμό, και τον ρομαντισμό, και το φανταστικό, και το μυστήριο- όχι πάντα με την ίδια ευκρίνεια. Κι έτσι δεν αναδείχθηκαν γλαφυρά οι δρόμοι των σκοταδιών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι αναπάντεχες αλλαγές της συμπεριφοράς τους, οι λόγοι που κινητοποιούν τον καιροσκοπισμό τους.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Απόδοση – Διασκευή: Έλσα Ανδριανού, Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός, Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου, Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών: Τηλέμαχος Μούσας, Μουσική επιμέλεια: Νέστορας Κοψιδάς, Επιμέλεια κίνησης: Aννα Μάγκου, Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα, Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη, Οπτική Ταυτότητα: Τάσος Αρβανίτης, Video παράστασης: Χρήστος Δήμας, Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή, Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες – μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης, Κομμώσεις: Joseph Tayar

Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αλβανού

Παραγωγή: Θεατρική Εταιρία ΠΡΑΞΗ

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αλεξίου, Παναγιώτης Καμμένος, Εύα Σιμάτου, Γιάννης Σύριος, Δήμητρα Χατούπη.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 18, Κυψέλη)

Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή στις 8.30μ.μ., Σάββατο στις 9μ.μ.

Το βιβλίο: 

Αλεξάντερ Πούσκιν, Ντάμα Πίκα, μτφρ.Νίκος Δημητρίου, Πατάκης

Προηγούμενο άρθροΟι Μεσοτοιχίες του Μισέλ Φάις (της Κατερίνας Σχινά)
Επόμενο άρθροΟι συγγραφείς ανησυχούν για το μέλλον της γραφής – σχόλια πάνω στο συνέδριο ΑΙ της Εταιρείας Συγγραφέων (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ