Δίσκοι θηλυκού γένους, από την τζαζ στη σύγχρονη μουσική τη φετινής παραγωγής (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
71
Spread the love

 

του Γιάννη Μουγγολιά

Δεν ήταν λίγες οι φορές στο παρελθόν που ήρθαμε σε επαφή με συναρπαστικές στιγμές δημιουργίας από γυναίκες συνθέτριες και μουσικούς που κατέθεσαν ξεχωριστές ποιότητες στη δισκογραφία. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια πολύ ενδιαφέρουσα αυξητική τάση και ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι της πιο σημαντικής, ουσιαστικής και άξιας για αναφορά δισκογραφικής παραγωγής σε διεθνές επίπεδο αντιπροσωπεύεται από γυναίκες. Θηλυκού γένους εκλεκτή δημιουργία λοιπόν ή τυχαίο γεγονός; Ό,τι και να συμβαίνει δεν έχει τόση σημασία και οι τελευταίοι που θα προσεγγίζαμε τη μουσική με όρους φεμινιστικούς θα ήμασταν εμείς. Στη δημοσίευση αυτή καλωσορίζουμε τη δυναμική και δημιουργική παρουσία συνθετριών και μουσικών που προσφέρουν μια άλλη θεώρηση στα σύγχρονα μουσικά πράγματα καταθέτοντας μερικά από τα πιο σημαντικά δισκογραφικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν φέτος. Όλα κοσμούν τη δισκογραφία του 2025 προσθέτοντας πολύτιμους λίθους και αφορούν πολλούς και διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Από την τζαζ στη σύγχρονη μουσική, από τη φωνητική μουσική στις μίξεις παραδοσιακής και δυτικής μουσικής, από τον οριοθετημένο χώρο της γραμμένης σύνθεσης στην ελευθερία του αυτοσχεδιασμού. Ακούμε χωρίς την παραμικρή προκατάληψη και υποκλινόμαστε στην ωριμότητα, το ταλέντο, τη φαντασία, τις ιδέες και την πρωτοτυπία που μας προσφέρουν απλόχερα αυτή τη χρονιά  κορυφαίες εκπρόσωποι του ασθενούς φύλου. Ή μάλλον του ισχυρού φύλου…

 Muriel Grossmann «Breakthrough» (RR Gems Records)

 Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές προτάσεις στον χώρο της σύγχρονης τζαζ αποτελεί το ολοκαίνουριο άλμπουμ της Αυστριακής σαξοφωνίστριας (τενόρο, σοπράνο, βαρύτονο σαξόφωνο) και συνθέτριας Muriel Grossmann η οποία δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά με έδρα την Ίμπιζα και ισορροπεί περίτεχνα μεταξύ γραμμένης σύνθεσης και αυτοσχεδιασμού. Δίσκος μπολιασμένος με την καθηλωτική ομορφιά της spiritual jazz και τα πνεύματα του John Coltrane, του Pharoah Sanders και άλλων τζαζ ογκόλιθων του σαξοφώνου τόσο σαν ατμόσφαιρα όσο και σαν ουσία, ο οποίος ωστόσο χαρακτηρίζεται από την προσωπική και χαρακτηριστική σφραγίδα της δημιουργού. Παρότι ωστόσο η κύρια υπογραφή ανήκει στην Muriel Grossmann, αυτό που εισπράττουμε ακούγοντας το «Breakthrough» είναι το αποτέλεσμα ενός εκπληκτικού συνόλου με απίστευτη συνοχή και αρετές επικοινωνίας των μελών μεταξύ τους. Οι Radomir Milojkovic στην κιθάρα, Abel Boquera στο Hammond B3, στο όργανο, στο συνθεσάιζερ Mood και στα Fender Rhodes και Uros Stamenkovic στα ντραμς συγκροτούν μαζί με την Grossmann που παίζει εκτός από σαξόφωνα και αρμόνιο, κέλτικη άρπα, ταμπουρά, πιάνο, κρουστά, φλάουτο ένα υψηλής δυναμικής και ενέργειας πεδίο όπου η μουσική παράγεται αβίαστα και είναι απόρροια των πολλών χρόνων όπου το εξαιρετικό δέσιμο της ομάδας έχει σφυρηλατηθεί σε γερές και σταθερές βάσεις. Αυτή η συνολική αίσθηση που κυριαρχεί στο άκουσμα εκπορεύεται από τη βούληση και το όραμα της Grossmann να καθοδηγήσει, να συντονίσει και να εμπνεύσει την ελευθερία στους μουσικούς της αξιοποιώντας στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις ικανότητες και τη φαντασία τους.

Screenshot

Το «Breakthrough» είναι ένα μοναδικής ομορφιάς άλμπουμ που συνδυάζει γαλήνη και δυναμισμό αφήνοντας με τον πιο υπαινικτικό τρόπο να τονιστεί ο έτσι κι αλλιώς στοχαστικός του χαρακτήρας. Χωρίς μελισματικές κορόνες και υπερβολές αλλά με διάχυτη τη μελωδική διάσταση που δίνει εσωτερικό βάθος στην ακρόαση και ταυτόχρονα την εξυψώνει ως εμπειρία. Χωρίς εξωστρεφείς εντυπωσιασμούς αλλά με ρυθμικές, δομικές βάσεις που εξασφαλίζουν τη σαφήνεια και τον χώρο για τους οργανικούς διαλόγους. Το όλο κλίμα παραπέμπει σε ηχοτοπία γαλήνης, ηρεμίας και τόπους ταξιδιού του μυαλού και της ψυχής εκπέμποντας πνευματικότητα και εσωτερικό παλμό. Με μια λεπτότητα που συνομιλεί διακριτικά με τη σιωπή και με περιοχές όπου ο διαλογισμός ενσωματώνεται στην πιο φυσική και άμεση διαδικασία, η Muriel Grossmann κατορθώνει να μας προσφέρει ένα αξιοθαύμαστο μουσικό έργο που βασίζεται κυρίως στο αυθεντικό συναίσθημα και λιγότερο στην εξωτική μαγεία των ήχων. Με μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στην κλασική τζαζ και στην ψυχεδέλεια, που εδραιώνει τις πνευματικές διαδρομές της μουσικής, κρατάμε κομμάτια σαν τα «Already Here», «Indestructible», «Whole As It Is», «Abide» που συμπυκνώνουν το όραμα της συνθέτριας θέτοντας τόσο σε υπερβατικούς όσο και βαθιά ανθρώπινους δρόμους τη συναρπαστική αυτή περιπλάνηση και τις αναζητήσεις της δημιουργικής μουσικού. Δίσκος με έντονο μαγνητισμό, ερευνητικό προσανατολισμό και φωτεινή ματιά που αντανακλά σιγουριά και αυτοπεποίθηση και προχωρά αρκετά βήματα παραπέρα την ψυχική δράση στην οποία μας υπέβαλε το προηγούμενο άλμπουμ της «The Light of the Mind», που έγινε επίσης δεκτό με εγκωμιαστικά σχόλια.

Harper Trio «Dialogue Of Thoughts» (Little Yellow Man Records)

H γεννημένη στην Ελλάδα με αιγυπτιακή καταγωγή και έδρα την Αγγλία αρπίστρια και συνθέτρια Maria-Christina Harper κάνει δυναμική επιστροφή δυο χρόνια μετά το δισκογραφικό ντεμπούτο του εκλεκτού σχήματός της Harper Trio «Passing By». Αυτή τη φορά στο «Dialogue Of Thoughts» θέτοντας ως κεντρικό πυρήνα του ακούσματος την άρπα αναδεικνύει το όργανο σε μια ευρύτατη γκάμα φανερώσεων και μεταμορφώσεων  επιχειρώντας να υπογραμμίσει τόσο τον γαλήνιο, αιθέριο, εκφραστικό και λυρικό χαρακτήρα της όσο και πιο ελεύθερες και διαφοροποιημένες κατευθύνσεις που προσβλέπουν σε πιο αντισυμβατικά, ρυθμικά, μελωδικά και αυτοσχεδιαστικά ταξίδια. Οι εξερευνήσεις και οι εσωτερικές διαδρομές της Maria-Christina Harper βρίσκουν ιδανικό κοινό πλαίσιο ανάπτυξης με τις ανησυχίες δυο θαυμάσιων Βρετανών μουσικών, της Josephine Davies στο σαξόφωνο και του ντράμερ Evan Jenkins που συνεισφέρουν τα μέγιστα δίνοντας τα εχέγγυα ενός απόλυτα ολοκληρωμένου και δεμένου τρίο αλλά και εξασφαλίζουν έναν ήχο γεμάτο ροή. Οι ανεξάντλητες δυνατότητες της άρπας εκδηλώνονται τόσο στον μοναχικό, πρωταγωνιστικό ρόλο της όσο και στους εξαιρετικούς οργανικούς διαλόγους που συνάπτει με τα άλλα δυο όργανα τα οποία παιγμένα από τους δυο μουσικούς απηχούν διαφορετικές εμπειρίες και καταβολές.

Η μουσική σε κορυφαίες στιγμές έμπνευσης ούτε στιγμή δεν παγιδεύεται σε ακαδημαϊκές διατυπώσεις, αντιθέτως δίνει την αίσθηση μιας αναζωογονητικής αύρας που αγκαλιάζει με σπάνια φυσικότητα τις αισθήσεις μας. Θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς διάθεση να κατηγοριοποιήσουμε το άλμπουμ επισημαίνοντας τον πνευματικό χαρακτήρα του ότι φλερτάρει με τη spiritual jazz διαθέτοντας έντονα ψυχεδελικά στοιχεία που διαμορφώνουν την ατμόσφαιρά του.

Κομμάτια σαν τα «Ephemeral Now» και «In Between Dreams» απελευθερώνουν τη γήινη μελαγχολία και εκφραστικότητα ενώ κομμάτια σαν τα «Dialogue Fusion Politics» και «Madness While Trying to Meditate» σχετίζονται με τους ανοικτούς ορίζοντες των μουσικών που υποστηρίζουν θαυμάσια το πιο πειραματικό όραμα της Harper. Στις εισαγωγές δυο κομματιών, του «        Inner Thoughts» και του «Moving On» το αρχαίο ελληνικό αποτύπωμα είναι έντονο μέσα από τη φωνητική παρουσία σε αποσπάσματα από τους Ορφικούς Ύμνους και τα Δελφικά Παραγγέλματα. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε το εξαιρετικό «Sometime In Cairo», περισσότερο στο πνεύμα και το ύφος του προηγούμενου δίσκου του τρίο που πραγματικά καθηλώνει με τη σαγηνευτική του δύναμη, το πλήρες συναισθηματικών φορτίων και μυσταγωγικής διάθεσης «Quiet Mind» και το ρυθμικά απογειωτικό «Walk». Σε κάθε περίπτωση το άλμπουμ προκρίνεται ως μια από τις πιο λαμπρές δηλώσεις της άρπας στην τζαζ προοπτική. Το όραμα της Maria-Christina Harper αντλεί τις ρίζες του από ένα σαφές φιλοσοφικό υπόβαθρο που έχει ως άξονα την αυτογνωσία, κάτι που δηλώνεται ρητά και στους αρχαίους ελληνικούς στίχους αλλά και στον τρόπο που η ελευθερία της μουσικής, σαφώς πιο αναπτυγμένη και δημιουργική εδώ από το προηγούμενο άλμπουμ του τρίο, ανοίγει μονοπάτια και υποθάλπει τις αναζητήσεις των μουσικών.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ήδη με τους δυο αυτούς δίσκους το Harper Trio έχει αναδειχτεί σε διακριτή και αξιομνημόνευτη παρουσία της λονδρέζικης σκηνής υποσχόμενο μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια ενώ το «Dialogue Of Thoughts» ηχογραφήθηκε στα Abbey Road Studios, εκεί που γεννήθηκαν και πήραν πνοή δισκογραφικά αριστουργήματα του παρελθόντος. Δίσκος αναφοράς για την άρπα αλλά και το σύγχρονο πρόσωπό της.

Ahmed Yazz «A Paradise In The Hold» (Night Time Stories)

Υπάρχουν στιγμές στο νέο αυτό άλμπουμ, το τέταρτο στούντιο της 42χρονης γεννημένης στο Λονδίνο από Βρετανή μητέρα και πατέρα από το Μπαχρέιν τρομπετίστριας και συνθέτριας Ahmed Yazz (μέχρι τα 9 της μεγάλωσε στο Μπαχρέιν όπου έζησε τον Πόλεμο του Κόλπου στις αρχές 90ς μέχρι το 1992 όπου μετακόμισε στο Λονδίνο με τη μητέρα και τις αδελφές της) που η μουσική δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες για αρχέγονα ταξίδια σε μυθολογικούς τόπους και μορφές που οδηγούν μια μαγνητική απόκοσμη έλξη. «Α Paradise In The Hold» και η γενικότερη αίσθηση που εκπέμπει η μουσική της έχει να κάνει με συναισθήματα και διαθέσεις χαράς, με μια λαμπερή και φωτεινή πλευρά αυτού που λέμε τζαζ και παράδοση. Μη φανταστείτε κάποια επιφανειακή και άνυδρη προσέγγιση στις έθνικ μόδες. Η Ahmed Yazz όπως έκανε στις προηγούμενες δισκογραφικές της δουλειές από το ντεμπούτο της το 2011 «Finding My Way Home» έτσι και εδώ βουτά στον ωκεανό της παράδοσης της πατρίδας της, του Μπαχρέιν αντλώντας πολύτιμους λίθους μουσικής έμπνευσης που τους θέτει σε συνομιλία με τις δυτικές επιρροές της και την αγάπη της στην τζαζ. Αυτό μπορεί να φαίνεται σχηματικό και χιλιοειπωμένο για καλλιτέχνες που επιχειρούν τις λεγόμενες μουσικές γέφυρες μεταξύ παράδοσης και τζαζ. Όμως στην περίπτωσή μας η Ahmed Yazz το κάνει με έναν πρωτοφανή και απόλυτα συγκροτημένο τρόπο διερευνώντας εις βάθος τα δημιουργικά πεδία των συναντήσεων αυτών. Αποδέχεται την πολιτιστική της ταυτότητα και τις ρίζες της και τις εντάσσει με έναν συναρπαστικό τρόπο που κι αυτός έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασιακή σύγχρονη ματιά της και μέσα από διαδοχικές ηχητικές περιπέτειες που θέτουν σε πλήρη κίνηση τις σημερινές ανησυχίες και τα πειράματά της αλλά και τον μαγνητισμό που της ασκούν οι θρύλοι και η κληρονομιά της καταγωγής της. Έτσι μέσα σε ένα γοητευτικό υβριδικό πλαίσιο με έντονη ηλεκτρονική δράση, η Ahmed Yazz ξεδιπλώνει κυριολεκτικά τις αφηγήσεις της που άντλησε από ποιήματα, τραγούδια του γάμου, τα μελαγχολικά, νοσταλγικά ή ηρωικά τραγούδια εργασίας των δυτών για την αλίευση μαργαριταριών σε παρελθόντα χρόνο, αλλά και γυναικείες μυθικές μορφές, μεταξύ των οποίων μία παρμένη από το λαϊκό παραμύθι, το «Έπος του Γκιλγκαμές». Η Ahmed Yazz αναπτύσσει τις ιδέες της και το όραμά της μέσα από εκτεταμένες ως επί το πλείστον συνθέσεις όπου τζαζ και αραβική μουσική συμπλέουν μέσω μιας πολυεπίπεδης, ευρηματικής μουσικής που επανεφευρίσκει την έννοια της σύγκλισης δυτικών και εξωτικών στοιχείων και δημιουργεί υποβλητικές ατμόσφαιρες και σαγηνευτικές εστίες ομορφιάς.

Η τρομπέτα, το φλούγκελχορν και οι ηλεκτρονικοί προγραμματισμοί της Ahmed Yazz στα καλύτερά τους κάνουν απίθανα πράγματα διαπερνώντας όλο το άλμπουμ με ευαισθησία, διάθεση διαρκούς αναζήτησης και συχνά ονειρική ομορφιά και συναντώντας σε ένα πληθωρικό, ρυθμικό και λυρικό ραντεβού μια πληθώρα οργάνων παιγμένων από σημαντικούς μουσικούς (Dave Manington-κοντραμπάσο, George Crowley-μπάσο κλαρινέτο, Martin France-ντραμς, Naadia Sheriff-πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, συνθεσάιζερ, Ralph Wyld-βιμπράφωνο, μαρίμπα, Corrina Silvester-κρουστά, Samuel Hällkvist-κιθάρα,  Noel Langley-φλούγκελχορν, προγραμματισμοί, Samy Bishai-βιολί, Jason Singh-προγραμματισμοί κ.α.). Πάνω από όλα όμως για πρώτη φορά εδώ σε δίσκο της Ahmed Yazz έχουμε την απόλυτη κυριαρχία της φωνής με πολλές και διαφορετικές εκφράσεις. Από το αποτύπωμα της φωνής του πατέρα της σε μια δαιμονικά αυθεντική παραδοσιακή έκφραση του Μπαχρέιν στο υπέροχο περίπου δίλεπτο «Into the night» και τους έξοχους τραγουδιστές Brigitte Beraha, Ramdolph Matthews, Alba Nacinovich, Jason Singh έως τη συγκλονιστική, εσωτερική, υποβλητική και βαθιά εκφραστική φωνητική ερμηνεία της Natacha Atlas με αποκορύφωμα το εναρκτήριο «She Stands on the Shore». Στα εννέα από τα δέκα κομμάτια του δίσκου η φωνή βρίσκεται στο προσκήνιο, ενώ στο μοναδικό ινστρουμένταλ του δίσκου, στο ομώνυμο κομμάτι η Ahmed Yazz μας φιλοδωρεί με ένα αξέχαστο σόλο σπάνιας ομορφιάς και υπερβατικής δύναμης που συνδιαλέγεται έξοχα με το μπάσο κλαρινέτο και το βιμπράφωνο.

Meredith Monk «Cellular Songs» (ΕCM)

«Δούλευα με τη φωνή σόλο σαν ένα μουσικό όργανο για 14 χρόνια. Μετά από κλασική εκπαίδευση της φωνής και εμπειρία σαν λαϊκή και ροκ εν΄ ρολ τραγουδίστρια, κατάλαβα πως ήθελα να δημιουργήσω φωνητική μουσική που θα είχε το προσωπικό στυλ και τις αφαιρετικές (όπως και συναισθηματικές) ιδιότητες που εμφανίζονται στη δημιουργία ενός πίνακα ή χορευτικού κομματιού». Αυτά δήλωνε πριν από πολλά χρόνια η κορυφαία 83χρονη σήμερα Αμερικάνα συνθέτρια, περφόρμερ, φωνητική ερμηνεύτρια-βοκαλίστρια, σκηνοθέτρια και χορογράφος Meredith Monk που συνδέθηκε με ξεχωριστές στιγμές της δισκογραφικής εταιρείας ECM πάντα μέσα από τα πολύ ιδιαίτερα προσωπικά της φωνητικά πρότζεκτς. Η βούλησή της εκπληρώθηκε πλήρως σε όλη την έκταση και την ένταση όλα αυτά τα χρόνια. Στο τελευταίο της έως σήμερα άλμπουμ «Cellular Songs» προτείνει τις αρχές της συνεργασίας, της αλληλοεξάρτησης και της καλοσύνης κόντρα στις ισχύουσες σήμερα αξίες που κυριαρχούν και διαδίδονται. Ένα συγκλονιστικό, απόλυτα ειλικρινές οδοιπορικό, μια εξομολόγηση εκ βαθέων που συντίθεται από πολλά εύθραυστα και ετερόκλητα κομμάτια μιας μακράς ανθρώπινης πορείας και έχει ως στόχο να φωτίσει τις ψυχές μας με άπλετο, διαπεραστικό φως ελπίδας.

Το «Cellular Songs» είναι το δεύτερο μέρος μιας διεπιστημονικής τριλογίας που ξεκίνησε με το «On Behalf of Nature», που στρέφει το ενδιαφέρον της ερμηνεύτριας εντός της, στον πυρήνα της ζωής της διατυπώνοντας με έναν μοναδικό τρόπο μεταμορφώσεις κάποιων επιλεγμένων δειγμάτων της σπουδαίας καταγεγραμμένης της τέχνης. Eμπνευσμένο από το βιβλίο του Siddhartha Mukherjee «The Emperor of All Maladies: A Biography of Cancer» (2010) το οποίο επιχειρηματολογεί για τη νοημοσύνη των κυττάρων ως όντα, το «Cellular Songs» αναδεικνύει την άποψη που ενστερνίζεται η Monk και βλέπει τα κύτταρα ως οργανωτικό μοχλό που κινεί τη μουσική και τη ζωή γενικότερα. Όπως η ίδια σημειώνει εξηγώντας την εξέλιξή της φωνητικής μεθόδου της στο πέρασμα του χρόνου: «Νωρίτερα, η μουσική μου είχε πολύ περισσότερο να κάνει με την στρωματοποίηση. Τώρα μπορείτε σχεδόν να δείτε ή να ακούσετε το κομμάτι να περιστρέφεται σαν να ήταν ένα γλυπτό στο διάστημα».

Η Meredith Monk πραγματικά αγέραστη με μια φωνή που εκτείνεται σε όλη τη γκάμα των διαθέσεων, συναισθημάτων, γήινων αναγκών και επουράνιων διαδρομών και μεταμορφώνεται από ανάσα και ψίθυρο σε προσευχή και θεϊκή επίκληση, καταθέτει με ένα πλατύ χαμόγελο την σφραγίδα της ωριμότητάς της μα πάνω από όλα το βαθύτατο ίχνος της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Το ίχνος από το πέρασμα στη γη. Με την κατά περιπτώσεις συνδρομή της Allison Sniffin (πιάνο) και John Hollenbeck (βιμπράφωνο, κρουστά),  και τη φωνητική συνοδεία των καθ΄ όλα άξιων Allison Sniffin, Katie Geissinger, Ellen Fisher, Joanna Lynn-Jacobs που σε κάποια κομμάτια συνεισφέρουν «σωματικά» κρουστά, η Meredith Monk δημιουργεί ένα οριακό, πρωτοποριακό φωνητικό έργο που καταγράφεται ως το 13ο της στην εξαιρετική ECM χωρίς να υπολογίσουμε εξαιρετικές δουλειές της σε άλλες εταιρείες όπως Increase Records, Minona Records, Wergo, Tzadik, Cantaloupe. Άλλωστε η δισκογραφία της αρχίζει από το 1971.

Ηχογραφημένο στο Power Station της Νέας Υόρκης τον Μάρτιο του 2022 και τον Μάρτιο του 2024, το «Cellular Songs», ακούγεται με απίστευτη φρεσκάδα και ζωτικότητα, κερδίζει σταδιακά ακόμα και τους αμύητους που μπορεί αρχικά να τους ξενίσει και συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο το έργο ενός πραγματικού φαινομένου της σύγχρονης μουσικής που με τη φωνή της, με περισσή αλήθεια και τόλμη μας εξομολογείται μια σειρά ιδιοτήτων γυναικών στο «Ι am a happy woman». Μια εξόχως συγκινητική στιγμή, ένας φόρος τιμής στη Γυναίκα, ένας φόρος τιμής στη Meredith Monk από την ίδια!

Dobrinka Tabakova «Sun Triptych» (ECM)

Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το έργο της γεννημένης στο Πλόβντιβ της Βουλγαρίας, με έδρα από το 1991 στο Λονδίνο, 45χρονης Dobrinka Tabakova μέσα από τις συνθέσεις της «Insight» και «Concerto for Cello and Strings» που μαζί με έργα άλλων σπουδαίων συνθετών είχαν συμπεριληφθεί στην μουσική της δοκιμιακής τελευταίας ταινίας «Le livre d’ image (Το Βιβλίο της Εικόνας)»  του τρομερού παιδιού της nouvelle vague Jean Luc Godard (σενάριο, σκηνοθεσία) που είχε κυκλοφορήσει το 2018 σχολιάζοντας μέρος του κατακλυσμιαίου οπτικού κολάζ για τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού και την κυριαρχία της εικόνας το οποίο μας πρόσφερε στη μεγάλη οθόνη. Συνθέσεις σπάνιας ομορφιάς και έντονου συγκινησιακού φορτίου που αναζητώντας την προέλευσή τους εντόπισα ότι ήταν οι δυο πρώτες του δισκογραφικού της ντεμπούτου στην ECM με τίτλο «String Paths» (2013). Ένα αριστουργηματικό άλμπουμ που συνάντησε την θερμή υποδοχή των κριτικών, απέσπασε υποψηφιότητα για Grammy και σύστησε μια φρέσκια και απαιτητική νέα συνθετική φωνή στο τοπίο της σύγχρονης μουσικής. Εκείνη την εποχή ανίχνευσα ότι άλλο ένα έργο της από το ίδιο άλμπουμ, η τριμερής «Suite in Old Style» είχε συμπεριληφθεί στο σάουντρακ άλλου ενός, λίγο παλαιότερου φιλμ του Godard, του πειραματικού «Adieu au langage» (Αποχαιρετισμός στη γλώσσα» που ήταν μια ωδή στο τέλος του σινεμά όπως το γνωρίζουμε και κυκλοφόρησε το 2014.

Στο τελευταίο της άλμπουμ «Sun Triptych» η Dobrinka Tabakova όχι μόνο αποδεικνύει τον βαθμό ωριμότητας που έχει φτάσει από τότε αλλά επεκτείνει τον στοχασμό της από το «String Paths» αρκετά βήματα πιο μπροστά. Δημιουργεί ένα έργο βαθιά εσωτερικό με έντονη λυρική δύναμη, συχνά με μια διάθεση ελεγειακού χαρακτήρα αλλά και με πολλές εκτυφλωτικά φωτεινές στιγμές, με εξαιρετικές εμπνεύσεις, μινιμαλιστικά στοιχεία, υποβλητική ατμόσφαιρα. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτού του έργου είναι ότι η δημιουργός του παρότι γνωρίζει πολύ καλά τη γλώσσα της εγκεφαλικής λειτουργίας που μπορεί να λάβει η σύγχρονη μουσική, δεν μένει προσκολλημένη σε δυσνόητες λύσεις στείρου ακαδημαϊσμού αλλά απευθύνεται περισσότερο από το μυαλό του ακροατή στην ψυχή του, την οποία με τις πανέμορφες μουσικές της κατορθώνει να υψώσει. Το συναίσθημα είναι ο απώτερος στόχος της και εκεί η μουσική της αποδεικνύεται λυτρωτική. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να εκλάβουμε τη σπάνια εσωτερική ενέργεια που εκλύεται στη σχεδόν σπαρακτική τριμερή ομώνυμη σύνθεσή της που μας μεταφέρει τους απαλούς ιριδισμούς τους φωτός της αυγής, της μέρας και του σούρουπου στις τρεις υπέροχες κινήσεις του («Dawn», «Day», «Dusk»). Τα δυο τελευταία μέρη γράφτηκαν μεταγενέστερα και ήρθαν να συμπληρώσουν το αρχικά γραμμένο από την Tabakova το 2007 «Dawn» για τη συμπλήρωση δεκαετίας της ορχήστρα δωματίου Kremerata Baltica και για τα 60α γενέθλια του Gidon Kremer. H Tabakova διευθύνει την BBC Concert Orchestra, ενώ ως σολίστ εμφανίζονται δύο σπουδαίοι μουσικοί, ο Roman Mints (βιολί) και η Kristina Blaumane (βιολοντσέλο). Την BBC Concert Orchestra υπό τη διεύθυνση της συνθέτριας την απολαμβάνουμε σε δυο ακόμα έξοχες στιγμές, στο αυστηρό στις αρμονίες του «Organum Light» που φέρνει στο νου τον Arvo Part σε κάποιες δουλειές του για έγχορδα και στο «Fantasy Homage To Schubert» που μεταμορφώνει την άκρως δεξιοτεχνική «Φαντασία σε ντο μείζονα για πιάνο και βιολί» του Franz Schubert προτείνοντας μιαν άλλη «μελωδική νυχτερινή μουσική» μέσα από το δικό της ιδιοσυγκρασιακό φίλτρο.

Η εμπειρία της ακρόασης από τον θαυμάσιο αυτό δίσκο δεν περιορίζεται εδώ. Στο περίπου επτάλεπτο «Spinning a Yarn» σε μια άλλη, ιδιόρρυθμη διάσταση της φολκ ο Roman Mints ξετυλίγει με διακριτικότητα αλλά και με μια μοναδική ισορροπία στο μεταίχμιο του χθες και του σήμερα τις σόλο εξομολογήσεις του στο βιολί και στο  hurdy-gurdy. Λυρισμός και μια παιχνιδιάρικη αίσθηση χαρακτηρίζουν το εξαιρετικό αυτό κομμάτι. Στην τριμερή επίσης «Suite In Jazz Style» ο Maxim Rysanov (βιόλα) και ο Dasol Kim (πιάνο) σε συνθήκες μουσικής δωματίου και σε ένα προηγμένο δεξιοτεχνικό επίπεδο που αναπτύσσεται σε μια πρωτότυπη ανάμειξη τζαζ, μπαρόκ και μελωδικής μπαλάντας, με έντονη εκφραστική ελευθερία, αυθορμητισμό, ευφυή διαλεκτική και χαρούμενη ρυθμική ροή στην ερμηνεία, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Οι δυο έμπειροι αυτοί μουσικοί λίγο πριν ανοίγουν τον δίσκο με το πεντάλεπτο «Whispered Lullaby», ένα έξοχο δείγμα αισθητικής και εσωτερικού οργανικού διαλόγου που μας εισάγει ιδανικά σε όσα θα επακολουθήσουν. Η αρχική γραφή του έργου αυτού αφορούσε την παιδική όπερα  «Midsummer Magic» ωστόσο η σταδιακή εξέλιξη της μουσικής από την αίσθηση του χαμηλόφωνου θέματος στη δραματική ένταση της συνέχειας μάς αποκαλύπτει μια ακόμα εκλεκτή φανέρωση του συνθετικού ταλέντου της Tabakova.

Ingrid Laubrock «Purposing The Air» (Pyroclastics Records)  

Η 55χρονη Γερμανίδα σαξοφωνίστρια της τζαζ και της σύγχρονης μουσικής σκηνής (πρωτίστως τενόρο και δευτερευόντως σοπράνο, άλτο και βαρύτονα σαξόφωνα) και συνθέτρια Ingrid Laubrock με έδρα τη Νέα Υόρκη αποτελεί εξέχουσα μονάδα της δημιουργικής μουσικής και του αυτοσχεδιασμού διαθέτοντας ανοικτούς ορίζοντες. Με ιδιαίτερα πλούσια και πυκνή δισκογραφική συγκομιδή τόσο σαν επικεφαλής γκρουπ όσο και ως μουσικός σε δίσκους άλλων από το 1998 έως σήμερα θεωρείται μια από τις πιο ανήσυχες καλλιτεχνικά μουσικούς που αναζητούν διαρκώς νέους, καινοτόμους και προωθημένους τρόπους έκφρασης. Ωστόσο στο εξαιρετικό, πρωτοποριακό αυτό διπλό cd που κυκλοφόρησε από την εκλεκτή δισκογραφική εταιρεία Pyroclastics Records της πιανίστριας Kris Davis με την οποία η Ingrid Laubrock έχει συνεργαστεί στο παρελθόν, το εμπνευσμένο ταλέντο της δεν αναδεικνύεται μέσα από τη δεξιοτεχνία της ή τις αναζητήσεις της στα σαξόφωνα αλλά μέσα από τη συνθετική της δουλειά, αφού υπογράφει και τις 60 μινιατούρες του άλμπουμ αυτού.

Πρόκειται ουσιαστικά για σύντομα μουσικά κομψοτεχνήματα, μικρά δοκίμια αισθητικής που η Laubrock δημιουργεί τολμώντας να πειραματιστεί με τον λόγο και συγκεκριμένα με τις λέξεις. Βάση της συνθετικής της αυτής περιπέτειας είναι στίχοι δημιουργημένοι με αφορμή το ποίημα koan της Erica Hunt, «Mood Librarian» πάνω στους οποίους πυροδοτείται η φαντασία της και η λογική της αφαίρεσης στη μουσική που συμπορεύεται με την αφαίρεση στις λέξεις. Η Laubrock προσεγγίζει με διακριτικότητα, σεβασμό αλλά και δαιμόνια έμπνευση τους στίχους παραχωρώντας ένα πεδίο λαμπρό ώστε να ευδοκιμήσουν οι αναμφισβήτητες εκτελεστικές ικανότητες των μουσικών που κλήθηκαν να υπηρετήσουν τις συνθέσεις. Τέσσερα ντουέτα αναλαμβάνουν την υλοποίηση των ιδεών της και την αρμονική σύνδεση μουσικής και ποίησης υπογραμμίζοντας την ομορφιά και τη συγκινησιακή φόρτιση των λέξεων και κατορθώνοντας να προσδώσουν το απαραίτητο αισθητικό κύρος αλλά και την απαιτούμενη θεατρική διάσταση στις μουσικές-φωνητικές ερμηνείες: Fay Victor (φωνή)-Mariel Roberts (τσέλο), Sara Serpa (φωνή)-Matt Mitchell (πιάνο), Theo Bleckmann (φωνή)-Ben Monder (ηλεκτρική κιθάρα) και Duo Cotrona αποτελούμενο από τους Rachel Calloway (φωνή)-Ari Streisfeld (βιολί). Το όλο άκουσμα παρότι αναπνέει κάποιες στιγμές με τζαζ ανάσες, συγγενεύει περισσότερο με τη λεγόμενη σύγχρονη κλασική μουσική. Οι 12 πρώτες μουσικές βινιέτες συντέθηκαν από την Ingrid Laubrock τον καιρό της πανδημίας (2021) με τις γνωστές συνθήκες εγκλεισμού στη Γερμανία ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια αργότερα στο Σικάγο, στο Ουαϊόμινγκ, στη Νορβηγία, στην Αυστρία, όταν επανήλθαν τα ταξίδια της συνθέτριας. Το «Purposing The Air» είναι ένα φιλόδοξο, απαιτητικό έργο υψηλής εσωτερικής ενέργειας και δυναμικής με έντονη δραματικότητα που προσφέρει συναρπαστικές εμπειρίες και εκτείνεται από την ευέλικτη και αιθέρια απλότητα και αυστηρή λιτότητα μέχρι τη σκοτεινή, σε κάποιες περιπτώσεις υπνωτική ατμόσφαιρα και τον σπαρακτικό λυρισμό. Μπορούμε να κατανοήσουμε τη συνθετική προσέγγιση της Ingrid Laubrock σε αυτό το θαυμάσιο έργο που δεν την ακούμε να παίζει σαξόφωνο αλλά και να εισπράξουμε το νόημα αυτού του έργου λαβαίνοντας υπόψη τα λόγια της ίδιας της συνθέτριας: «Μεγάλωσα σε ένα λογοτεχνικό σπίτι, περιτριγυρισμένη από γονείς που έδιναν μεγάλη σημασία στη δύναμη των λέξεων. Ο πατέρας μου ήταν ειδικός στον Γκαίτε και η μητέρα μου συχνά μας διάβαζε δυνατά, τονίζοντας την ομορφιά του ήχου των λέξεων. Πάντα ένιωθα μια βαθιά συγγένεια για την ποίηση, εκτιμώντας τη συναισθηματική της ικανότητα να μας συγκινεί και να μας κάνει να συλλογιζόμαστε με τρόπους που είναι λιγότερο κυριολεκτικοί».

Sylvie Courvoisier · Mary Halvorson «Bone Bells» (Pyroclastic Records)

Μεταφερόμαστε στο Μπρούκλιν της Αμερικής όπου διαμόρφωσε δυο ξεχωριστές εκπροσώπους της τζαζ και της σύγχρονης μουσικής, τη 45χρονη Αμερικανίδα κιθαρίστρια και συνθέτρια Mary Halvorson, γεννημένη στο Μπρούκλιν και την 57χρονη Ελβετίδα με έδρα το Μπρούκλιν, πιανίστρια και συνθέτρια Sylvie Courvoisier. Αφορμή το τρίτο δισκογραφικό άλμπουμ της κοινής πορείας τους με τη μορφή του ντουέτου στο οποίο συμμετέχουν η καθεμία ισόποσα με τους ρόλους της συνθέτριας και μουσικού. Τέσσερις συνθέσεις γραμμένες από την καθεμία, οχτώ συνολικά αλλά και μια ευφάνταστη οργανική συνομιλία των δυο σε όλο το άλμπουμ όπου οι εμπνεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη και οι εκπλήξεις κυριαρχούν δίνοντας στο «Bone Bells» τον αέρα μιας από τα σημαντικότερες δουλειές που ακούσαμε φέτος στον χώρο της αβανγκάρντ και του τζαζ αυτοσχεδιασμού. Όλοι αυτοί οι στιλιστικοί προσδιορισμοί ωστόσο είναι κάτι σαν τυπικό λεξιλόγιο που διευκολύνει τη συνεννόηση των ακροατών και λιγότερο σαν ουσιαστική αποτίμηση του τί ακούμε αφού το άλμπουμ υπερβαίνει κατά πολύ τέτοιου είδους όρια και ταμπέλες και αναπτύσσεται με την ακατάτακτη εκφραστική γλώσσα και τις προσωπικές ευαισθησίες των δυο δημιουργών που δεν δίνουν λογαριασμό για τίποτα άλλο εκτός από τη μαγική χημεία που τις φέρνει κοντά.

Έχοντας ως παρακαταθήκη δυο θαυμάσια άλμπουμ, το «Crop Circles» το 2017 και το «Searching for the Disappeared Hour» το 2021, το ντουέτο άφησε τέσσερα περίπου χρόνια για να ωριμάσει η νέα τους εξόρμηση όπου συμπυκνώνεται ένα ακόμα δείγμα της υψηλής τους τέχνης. Το ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ και φέρει την υπογραφή της Mary Halvorson με την ίδια να καθηλώνει με το ιδιόμορφο παίξιμο της κιθάρας το οποίο αγγίζει απρόσμενες και ασυνήθιστες περιοχές, γίνεται ο ξεναγός στο συναρπαστικό ταξίδι που θα ακολουθήσει. Μέχρι το καταληκτικό «Cristellina e Lontano» που συνθέτει η Sylvie Courvoisier και όπου οι λαβύρινθοι μιας περίπλοκης ανάπτυξης στο πιάνο με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο προτείνουν ένα αδιάκοπο πηγαινέλα ρυθμών και μελωδικών φράσεων, οι σταθμοί της γοητευτικής σύγκλισης των δυο κορυφαίων μουσικών απελευθερώνουν εκρηκτικές ιδέες, γόνιμους δρόμους με τη δεξιοτεχνία να συμπλέει με το συναίσθημα και την ακατέργαστη ένταση, ο χείμαρρος που παρασέρνει τις νότες ενισχύει τα οργανικά πειράματα, οι προετοιμασμένοι ήχοι στο πιάνο αντηχούν στα επαναληπτικά και συνειδητά μονότονα κιθαριστικά περάσματα, οι ευρηματικές τεχνικές και τα ιδιόρρυθμα φωτεινά βαλς σβήνουν γοητευτικά στις απορρυθμίσεις του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, οι κρουστοί πιανιστικοί αφορισμοί υπονομεύουν τις αφηρημένες κιθαριστικές μορφές που επιμένουν στον σχεδόν εικονοκλαστικό σχεδιασμό μιας απρόβλεπτης μουσικής δωματίου. Τίποτα από όσα ακούμε στα υπέροχα «Esmeralda», «Folded Secret», «Beclouded», «Silly Walk», «Nags Head Valse», «Float Queens» δεν σχετίζεται με τις γνώριμες εμπειρίες μας από την αυτοσχεδιαστική φυσιογνωμία ανάλογων εγχειρημάτων. Courvoisier και Halvorson θέτουν ψηλά τον πήχη αλλά κυρίως σε εντελώς νέες βάσεις την έννοια του μουσικού μοντερνισμού καταθέτοντας ένα αριστούργημα περιεχομένου και ύφους που ανασκευάζει πλήρως και δομικά ό,τι έχουμε συνηθίσει και έχουμε συμφωνήσει συμβατικά να αποκαλούμε πρωτοποριακό.

Όλα αυτά ωστόσο εξασφαλίζονται με τον πιο φυσικό και ρέοντα τρόπο αφού τα δυο αυτά ευφυή μυαλά που εδώ πραγματικά εκρήγνυνται, δεν επιχειρούν να εντυπωσιάσουν με ηχηρές διατυπώσεις αλλά επιλέγουν απλά να τολμήσουν να συνταξιδέψουν, να προκαλέσουν το ένα το άλλο, να παιχνιδίσουν, να στραφούν εντός και ταυτόχρονα το ένα απέναντι στο άλλο, το ένα δίπλα στο άλλο και να αντιληφθούν και αυτά μαζί με μας μέχρι πού μπορούν να συναντηθούν πιάνο και κιθάρα και να μας εγγυηθούν ένα συναρπαστικό, συχνά στοχαστικό ταξίδι στην ομορφιά και στην ελευθερία.

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο Χρώμα Που Λείπει Από τον Κανόνα και λίγη τζαζ (γράφει η Μαρία Δαλαμήτρου)
Επόμενο άρθρο«Πες μου μια Ιστορία»: Κύκλος συζητήσεων στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ