Παρασκευή, 17 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ 5 βιβλία μετά μουσικής ή Λογοτεχνία που ροκάρει (του Θανάση Μήνα

5 βιβλία μετά μουσικής ή Λογοτεχνία που ροκάρει (του Θανάση Μήνα

0
15

 

Θανάσης Μήνας

Επιλέξαμε πέντε βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας από την πρόσφατη παραγωγή, στα οποία οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη μουσική στην αφήγησή τους (τη ροκ μουσική κυρίως) και το κάνουν με επιτυχία. Στα έργα αυτά η χρήση της μουσικής δεν γίνεται μόνο για εφέ ή για τη δημιουργία ατμόσφαιρας. Αντιθέτως, γίνεται με μεγάλη ακρίβεια ή έχει οργανικό ρόλο στην αφήγηση. Προσφέρει ενίοτε κλειδιά για την εξέλιξη της πλοκής. Οι μουσικές επιλογές των ηρώων δικαιολογούνται από τις κοινωνικές ή άλλες καταβολές τους∙ λειτουργούν συνδετικά ή αποδομητικά στο πεδίο των σχέσεων∙ υποβαστάζουν εν τέλει το οικοδόμημα των χαρακτήρων.

 

Holly Brickley, Κρυφά διαμάντια

μτφρ. Μυρσίνη Γκανά

εκδ. Μεταίχμιο, 2025

σελ. 444

 

Toν Απρίλιο του 1967, το (γραμμένο από τον Cat Stevens!) “The First Cut Is the Deepest” έγινε μια από τις μεγαλύτερες soul επιτυχίες των 60’ς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ερμηνεύτριά του ήταν η Αφροαμερικανίδα P.P. Alrnold, πρώην ερμηνεύτρια των gospel και μέλος της χορωδίας που συνόδευε στις τουρνέ τους Ike & Tina Turner. Η Arnold ρίζωσε στη Μεγάλη Βρετανία, όπου έκανε σπουδαία καριέρα, συνεργάστηκε με πολυάριθμους μουσικούς και αργότερα έγινε σύντροφος του Paul Weller. Η «πρώτη αμυχή» στην αφήγηση της μεγαλύτερης επιτυχίας της P.P. Arnold αφορά την οποιαδήποτε εμπειρία, συνήθως νεανική, που σε σημαδεύει ανεξίτηλα. Τον πρώτο έρωτα, την πρώτη φορά που πήγες στο γήπεδο, την πρώτη ακρόαση ενός συγκεκριμένου τραγουδιού…

Σε μια τέτοια εμπειρία αντιστοιχούν τα Κρυφά διαμάντια (Deep cuts στο πρωτότυπο) στον τίτλο του πρώτου μυθιστορήματος της Holly Brickley. Στο ξεκίνημα του βιβλίου, η κεντρική ηρωίδα, η Πέρσι ορίζει ως «deep cuts» τα τραγούδια που σε συγκινούν μέχρι το κόκκαλο και καρφώνονται στη μνήμη.

Φθινόπωρο του 2000. Ο Τζο Μόροου και η Πέρσι Μαρκς γνωρίζονται στο κολέγιο και συνδέονται χάρη στην κοινή τους αγάπη για τη μουσική. Ο Τζο είναι ένας επίδοξος μουσικός και φιλοδοξεί να ακολουθήσει πετυχημένη καριέρα με το συγκρότημά του. Η Πέρσι δεν διαθέτει ανάλογο ταλέντο, όμως το αναπληρώνει με τις γνώσεις της γύρω από τη μουσική, με το ένστικτο και την ικανότητά της να αντιμετωπίζει κριτικά τη μουσική. Όταν ο Τζο, για παράδειγμα, γράφει ένα άτονο τραγούδι, η Πέρσι τον βοηθάει να το βελτιώσει και να το αναδείξει. Οι προτάσεις της, όπως φαίνεται, κάνουν τα τραγούδια καλύτερα με μια μόνο τεκτονική μετατόπιση.

Είναι απόλαυση να διαβάζει κανείς, ειδικά ένας μουσικόφιλος, τις σκηνές όπου η Πέρσι και ο Τζο γίνονται φίλοι μέσω των μουσικών τους προτιμήσεων. Η συγγραφέας αποτυπώνει τόσο καλά την ευφορία που συνοδεύει το να μοιράζεσαι το πάθος για τη μουσική. Μας δίνει επίσης γενναιόδωρα δείγματα της διαδικασίας της δημιουργίας της μουσικής πίσω από τα παρασκήνια,

Η Πέρσι είναι ένα πολύπλευρο άτομο: τη βλέπουμε να ασχολείται με τη μουσική δημοσιογραφία, τη βλέπουμε να τεντώνει το σχοινί του μουσικοκριτικού με τα έξυπνα σχόλιά της, ως συνεργάτιδα με οξυδερκείς ιδέες που «ενισχύουν» τα τραγούδια, ανάμεσα σε μια σειρά από άλλους επαγγελματικούς ρόλους που δεν υπάρχουν πια. Αλλά το πιο σημαντικό, ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη στο να αξιοποιήσει τις μουσικές της ευαισθησίες, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να είναι αυτή που θα ερμήνευε. Η μουσική ήταν η μόνη αληθινή της αγάπη, η διαφυγή της, ο ασφαλής χώρος της.

Με πηγή έμπνευσης το High Fidelity του Nick Hornby, τα Κρυφά διαμάντια είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό ερωτικό γράμμα στη μουσική σκηνή των αρχών της δεκαετίας του 2000. Αφορά τόσο τα τραγούδια και την παραγωγή όσο και τις υποκουλτούρες που γέννησε αυτή η μουσική, τις εμμονές και τις εμπειρίες ενηλικίωσης όσων βρήκαν παρηγοριά στη μουσική ενώ ζούσαν γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Οι προσεκτικές αναφορές στο soundtrack του βιβλίου φανερώνουν μια βαθιά γνώση της ροκ δισκογραφίας: διαφορετικά είδη και στυλ, από το “Strangers” των Kinks και το “What Makes You Think You’re the One” των Fleetwood Mac μέχρι το “Fight the Power” των Public Enemy και το “Someone Great” των LCD Soundsystem. Εκτός από πιο γνωστούς καλλιτέχνες, αναφέρονται επίσης μερικά σπουδαία underground συγκροτήματα όπως οι Yo La Tengo, οι Neutral Milk Hotel και οι Modest Mouse.

 

Michèle Pedinielli, Πίσω από τα σκυλιά

μτφρ. Γιάννης Καυκιάς,

Εκδόσεις Πόλις, 2026

σελ. 280

Έχει κάτι το…παλαιοροκάδικο το νουάρ της Ιταλο-κορσικανής Michèle Pedinielli (γεννήθηκε στη Νίκαια το 1968 και εργάστηκε για χρόνια ως δημοσιογράφος στο Παρίσι). Η Ντιου (Ντιούλια) Μποκανέρα, περί ης ο λόγος, είναι γενικώς ωραία περίπτωση. Πενηντάρα, Κορσικανή στην καταγωγή που ζει στην Νίκαια, άτεκνη από επιλογή, με ισχυρό χαρακτήρα και καυστικό χιούμορ, αδέσμευτη και αθυρόστομη, μισο-νοσταλγική, μισο-απογοητευμένη, λάτρης των μυθιστορημάτων του Κρεγκ Τζόνσον και του Τζιμ Χάρισον, ερωτευμένη με τον Πωλ Νιούμαν ως πρωταγωνιστή σε παλιά γουέστερν. Κυκλοφορεί ντυμένη casual, με τζην, t-shirt και αρβύλες.

Η Ντιου Μποκανέρα είναι διαζευγμένη από τον Αφρικανοκορισκανό Ζοζέφ (Τζο) Σαντούτσι, υπαστυνόμο τοπικού αστυνομικού τμήματος. Ζει σε ένα κοινό διαμέρισμα με τον Νταν, έναν ομοφυλόφιλο που διατηρεί μια γκαλερί τέχνης και παρατηρεί αναγκαστικά τον μετασχηματισμό της Νίκαιας, της πόλης της, μιας πόλης που δεν αναγνωρίζει πια. «Αν πιστέψουμε τους κατοίκους της υπόλοιπης Γαλλίας, στη Νίκαια βρίσκουμε ήλιο, θάλασσα, τουρίστες, συνταξιούχους και φασίστες». Εδώ η ελεγειακή οπτική της Michèle Pedinielli προσιδιάζει σ’ αυτήν του Jean-Claude Izzo στην περίφημη Τριλογία της Μασσαλίας.

Η συγγραφέας ασχολείται με σημαντικά τρέχοντα ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό, την ξενοφοβία και την ομοφοβία, τα κινήματα για την διεκδίκηση της ταυτότητας, την πατριαρχική βία, την Άκρα Δεξιά, αλλά και τις εστίες αντίστασης και αλληλεγγύης που δημιουργούνται. Στο δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς που μεταφράζεται στα ελληνικά, η Μποκανέρα ερευνά τη φρικτή δολοφονία ενός νεαρού πρόσφυγα από την Ερυθραία, για την οποία όπως θα αποδειχθεί, ευθύνονται ομάδες ακροδεξιών και νεοναζιστών σκίντχεντ που δρουν στη Νίκαια.

Η Μποκανέρα είναι έξω καρδιά, είναι δυναμική και τελικά γίνεται γρήγορα αξιαγάπητη χαρακτήρας. Υποστηρίζει το παρουσιαστικό της με τις ροκ προτιμήσεις της: αγαπημένο της συγκρότημα είναι οι Clash (με ξεχωριστή αναφορά στον μπασίστα τους Paul Simonon, που εκτός από εξαιρετικός μουσικός, κάποτε ψηφίστηκε ένας από τους πιο δέκα πιο σέξι άντρες στον κόσμο από τις αναγνώστριες του Playgirl)∙ γουστάρει επίσης τον Willy DeVille, τον rock ‘n’ roll δανδή της νεοϋορκέζικης punk/new σκηνής των τελών του ’70, ιδιαίτερα εκείνο το καταπληκτικό δωδεκάμετρο “Cadillac Walk” που εκδόθηκε σε single το 1985. Προς το τέλος του μυθιστορήματος μνημονεύει και το “Sledgehammer” του Peter Gabriel. Τα ίδια ισχύουν και για τη μικρή κοινότητα που περιβάλλει την Μποκανέρα, στην οποία η ντετέκτιβ μπορεί να βασιστεί στα δύσκολα. Στο παρόν μυθιστόρημα τη συνδράμουν δύο Σκανδιναβές φίλες της, η πιο μικροκαμωμένη και εσωστρεφής Κλάρα και η πιο πληθωρική και δυναμική Ντάγκμπαρ. Η δεύτερη παρουσιάζεται να έχει εξωπραγματικές αντοχές στο ποτό, ειδικά στο Τζακ Ντάνιελς και περιγράφεται σαν «η κρυφή κόρη του Λέμμυ Κίλμιστερ και της Ανίτα Άκμπεργκ».

 

 

——————————————————

Kyle Decker, Θα σπείρουμε τον όλεθρο

 

μτφρ. Όλγα Καρυώτη

Έρμα, 2026,

σελ. 376

 

Ο αιφνίδιος θάνατος του Τζέρι Ρας, τραγουδιστή του πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, αποτελεί την αφετηρία για το πρώυο νεο-νουάρ μυθιστόρημα του Kyle Decker. Η αστυνομία αδιαφορώντας για έναν νεκρό νεαρό πάνκη βιάζεται να κλείσει την υπόθεση και αποδίδει τον θάνατο σε υπερβολική δόση ναρκωτικών. Μια μυστηριώδης όμως γυναίκα δεν πείθεται από αυτή την πρόχειρη εκδοχή και ιδιωτικά αναθέτει την υπόθεση στον ντετέκτιβ Άλεξ Ντάματζ, έναν νεαρό πάνκη «με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες».

Αξίζει πρώτα απ’ όλα να σημειωθεί ότι οι Bad Chemicals ήταν υπαρκτό συγκρότημα∙ ήταν η ημι-ερασιτεχνική πανκ μπάντα του ίδιου του συγγραφέα στη δεκαετία του ’80, και στη σελίδα του βιβλίου παρατίθεται ένας σύνδεσμος για το μοναδικό demo που ηχογράφησαν. Ήταν εξάλλου αναρίθμητα τα πανκ συγκροτήματα που σχηματίστηκαν στην Πόλη των Αγγέλων και γενικά στην Καλιφόρνια με την έκρηξη του πανκ, στη σκιά των «μεγάλων» Black Flag, Fear, Circle Jerks, Germs, Bad Religion, κλπ.

Ο συγγραφέας περιγράφει πολύ παραστατικά την εν λόγω σκηνή, χαιρετίζει την αντισυμβατικότητα και τον DIY ιδεαλισμό της, όμως συγχρόνως υπογραμμίζει κάποια αρνητικά της στοιχεία όπως η μάτσο συμπεριφορά και η γενικότερη πολεμική στάση των σκίνχεντ του αμερικανικού h/c punk – που προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν ήταν κατά κανόνα ακροδεξιοί, σύμφωνα με το «γερμανικό» πρότυπο, αλλά ανήκαν κυρίως στον αναρχικό χώρο. Όταν όμως εμφανίστηκαν πυρήνες νεοναζί σκίνχεντ, η σκηνή μπλέχτηκε κάπως – κάτι που οδήγησε τον πάντα εκήβολο Jello Biafra των Dead Kennedy’s να γράψει το θρυλικό πια “Nazi punks fuck off!”.

Στο μυθιστόρημα γίνεται επίσης αναφορά στη νικηφόρα επανάσταση στη Νικαράγουα και στον μεγάλο της αντίκτυπο στην αντικουλτούρα: ορμώμενοι από το γεγονός, οι Clash ονόμασαν Sandinista το τέταρτο άλμπουμ τους το 1980.

Η έρευνα του Άλεξ θα τον παρασύρει στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Στο ύφος και στη γλώσσα του συγγραφέα διακρίνονται επιρροές από τους κλασικούς του αμερικανικού hard-boiled όπως ο Ντάσιελ Χάμετ. Είναι επίσης φανερή και η επιρροή του Μπουκόφσκι.

 

 

—————————————————————————–

Ian Rankin, Το μπλε του μεσονυχτίου

μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου

Μεταίχμιο, 2026

σελ. 392

 

Στο τελευταίο βιβλίο της σειράς, ο πρώην αστυνομικός επιθεωρητής και νυν συνταξιούχος Τζον Ρέμπους είναι κλεισμένος στη φυλακή, καταδικασμένος για τη δολοφονία του αρχικακοποιού του Εδιμβούργου, Μπιγκ Τζερ Κάφερτι, που αποτέλεσε τη νέμεσή του στις προηγούμενές του περιπέτειες. Ο ίδιος αρνείται ότι ήταν η δολοφονία, ισχυρίζεται ότι ήταν ατύχημα και αναμένει έγκλειστος να εκδικαστεί η έφεσή του.  Όπως είναι αναμενόμενο, ο Ρέμπους συναντά ένα σωρό επικίνδυνους κακοποιούς πίσω από τα σίδερα, πολλούς από τους οποίους έκλεισε φυλακή ο ίδιος. Η θέση του είναι εξαρχής λίγο επισφαλής.  Ο Ράνκιν εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φτιάξει ένα θαυμάσιο κλειστοφοβικό μυθιστόρημα που βασίζεται περισσότερο στις δυναμικές των χαρακτήρων παρά στη δράση ή στην εξέλιξη της πλοκής αυτή καθαυτή.

Η μουσική πάντα παίζει σημαντικό ρόλο στα βιβλία του Σκωτσέζου συγγραφέα, που είναι και ο ίδιος αφοσιωμένος μουσικόφιλος και συλλέκτης δίσκων – κυρίως από το χώρο του του ροκ με μια ευρεία έννοια. Ο ίδιος ο Ράνκιν ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική στις αρχές της δεκαετίας του ’70, την εποχή του λεγόμενου «κλασικού ροκ», ωστόσο δεν σταμάτησε να παρακολουθεί τις εξελίξεις και τις νέες τάσεις στη μουσική μετά την έκρηξη του punk και του new wave. Εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να ανακαλύπτει και να παθιάζεται με νέες μπάντες. Αυτό τον «δυισμό» στα μυθιστορήματά του τον διαμοίρασε στους δύο κεντρικούς χαρακτήρες του, τον Τζον Ρέμπους και την πρώην βοηθό του και νυν επιθεωρήτρια Σιβόν Κλαρκ: ο Ρέμπους είναι παλαιοροκάς, φαν του Van Morisson, του Rory Gallagher και των Rolling Stones, ενώ η Σιβόν προτιμά τις σύγχρονες ανεξάρτητες μπάντες, με μια προτίμηση στα λεγόμενα off-kilter group της Σκωτίας (Mogwai, Arab Strap, Belle & Sebastian, Boards of Canada, κλπ.).

Στο τελευταίο μυθιστόρημα, ο Ράνκιν δίνει έμφαση στη βρετανική folk-rock σκηνή της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Το βιβλίο μάλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτης τάξης εισαγωγή στο είδος, μιας και αναφέρονται όλοι οι βασικοί του εκπρόσωποι: Pentangle, Incredible String Band, Sandy Denny, Fairport Convention. Είναι καλλιτέχνες και συγκροτήματα που φέρεται να προτιμά ένας αστυνομικός που στην αρχή μοιάζει «άνετος», αλλά τελικά αποδεικνύεται καθαρματάκι. Το δε κλειδί για τη λύση της υπόθεσης προσφέρουν οι στίχοι από ένα πανέμορφο και πολύ χαρακτηριστικό τραγούδι του είδους: το ”The Great Valerio” των Richard & Linda Thompson από το άλμπουμ I Want To See The Bright Lights Tonight του 1974.

 

 

Sebastian Fitzek, Playlist

μτφρ. Ειρήνη Γεούργα,

Διόπτρα, 2026

σελ. 432

Ο Αλεξάντερ Τσόρμπαχ, πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, δέχεται επικοινωνία από την απελπισμένη Εμίλια Γιάγκοβ. Η κόρη της, Φελίν, έχει εξαφανιστεί, πιστεύεται ότι απήχθη στο δρόμο της για το σχολείο. Κανείς δεν ξέρει τι συνέβη και πού βρίσκεται, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα ίχνος της. Η Εμίλια απευθύνθηκε στον Τσόρμπαχ ύστερα από σύσταση της Αλίνα Γκρεγκόριεφ, μιας τυφλής φυσιοθεραπεύτριας που φρόντιζε τη Φελίν. Το μονοπάτι της ζωή της φυσιοθεραπεύτριας είχε συναντηθεί μ’ αυτό του ντετέκτιβ σε μια υπόθεση πριν από λίγο καιρό, η οποία αφορούσε το κυνήγι του «Συλλεκτή Ματιών» (βλ. το μυθιστόρημα Ο συλλέκτης, Διόπτρα, 2022).

Επειδή ο πατέρας της Φελίν δεν της επέτρεπε να έχει πρόσβαση σε μουσική για να ακούει τα αγαπημένα της κομμάτια, η Αλίνα της είχε δώσει ένα MP3 player σε σχήμα ρολογιού, το οποίο έπρεπε να είναι συνδεδεμένο σε ασύρματο δίκτυο.

Ξαφνικά, ένα μήνα μετά την εξαφάνιση της Φελίν, η Αλίνα συνειδητοποιεί ότι το MP3 player συνδέεται και είναι σε θέση να το εντοπίσει. Ο Τσόρμπαχ και η ίδια το εντοπίζουν σε ένα ξενοδοχείο, το Ambrosia Resort. Κατά την έρευνά τους, ανακαλύπτουν ότι σίγουρα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι η λίστα αναπαραγωγής της Φελίν με τα αγαπημένα της κομμάτια έχει αλλάξει τις τελευταίες ημέρες. Είναι πιθανό να προσπαθεί να στείλει κάποιο στοιχείο για το πού βρίσκεται;

Όσο περισσότερο ο Τσόρμπαχ και η Αλίνα ερευνούν την απαγωγή, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι ο δράστης παίζει ένα θανατηφόρο παιχνίδι, που οδηγεί σε περισσότερους από έναν φρικτούς θανάτους.

Η μουσική ήταν η ζωή της Φελίν, αλλά τώρα η ίδια της η ζωή κρέμεται από τη μουσική. Δεκαπέντε τραγούδια όλα κι όλα δείχνουν πόση ώρα της απομένει.

Τα τραγούδια αυτά προέρχονται κυρίως από τη σύγχρονη γερμανική/κεντροευρωπαϊκή post-punk/dark-wave/synth-pop σκηνή. To soundtrack είναι δηλαδή ταιριαστό με τη βερολινέζικη καταγωγή του Sebastian Fitzek, ο οποίος θεωρείται ο πιο επιτυχημένος συγγραφέας ψυχολογικών θρίλερ στη Γερμανία. Για παράδειγμα: “Junkie” (Majan), “Ein Monolog” (Namika), “Mauern” (Lotte), “Erlkönig” (Kool Savas), “Under” (Justin Jesso), “Rose” (Rea Garvey), “Silver Lining” (Tom Walker), “Leb Wohl” (Joris),
“Alone In A Crowded Room” (Charlotte Jane), “Milliarden” (Silbermond), “85 Minutes Of Your Love” (Alle Farben)…Βαριά και πένθιμα, με επαναληπτικούς motorik ρυθμούς που μετράνε αδυσώπητα τον χρόνο, όμοια με τον δολοφόνο, συμβάλλουν στον τονισμό της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας ενός θρίλερ όπως αυτό.

 

Προηγούμενο άρθροΑξιοσημείωτες συναντήσεις στο μετρό (διήγημα του Θόδωρου Σούμα)
Επόμενο άρθροΣχόλια στην ποίηση του Αλέξανδρου Παναγούλη. (του Μιχ. Γ. Μπακογιάννη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ