10 χρόνια “Α”: Ο τελευταίος φύλακας (του Θοδωρή Γκόνη)

0
354

 

του Θοδωρή Γκόνη

Έβρεχε, έβρεχε όπως πάντα,  έσταζε παντού, τόπους τόπους και μέσα στο σπίτι ακόμα, χειμώνας, λάσπες, ομίχλη πυκνή, καταχνιά, βαμβάκι, δεν έβλεπες τη μύτη σου, ο δρόμος  είχε σβηστεί,  τίποτα δεν φαινόταν καθαρά, έπρεπε κάποιος να στέκεται εκεί  έξω, εκεί, μέσα στην παγωνιά και τη  βροχή, να βάλει τις φωνές  όταν θα έβλεπε ξαφνικά  τα δυο αναμμένα φανάρια να ξεπροβάλουν στη σκάλα ψηλά, στις στροφές τις απότομες, ήταν το  πρωινό και μοναδικό λεωφορείο  για την πόλη και  έπρεπε  κάποιος  να ειδοποιήσει  πως το λεωφορείο έρχεται, και πρέπει να βιαστούν.

Κάθομαι πάνω στο βράχο που είναι  φίλος μου, ναι, είναι ο φίλος μου εκεί στην άκρη του γκρεμού και έχω  την έγνοια να ειδοποιήσω τον πατέρα μου πότε θα φανεί  το λεωφορείο, στέκομαι  εκεί μέσα στη βροχή και ούτε  που γνωρίζω, ούτε και που ξέρω –ποιος να μου  το πει άλλωστε, είναι  η εποχή που κρύβομαι  όταν βλέπω άνθρωπο κι αυτός ο βράχος είναι  φίλος μου και κρυψώνα μου –  ποιος να βρεθεί  να μου  διηγηθεί την ιστορία την παλιά με τον αρχαίο  φρουρό που στεκόταν  λίγο πιο πάνω εκεί, στον δικό του βράχο στην κορυφή   του βουνού με την ίδια έγνοια κι αυτός, ο τελευταίος φύλακας,  να ειδοποιήσει  κάτω στον κάμπο όταν δει το φως, τη φωτιά  απέναντι,  όχι τον πατέρα του βέβαια, αλλά τους Αργείτες ότι έπεσε η Τροία.

Στέκομαι εκεί  είμαι δέκα χρονών μικρό παιδάκι,  εκεί με τα μάτια ορθάνοιχτα τουρτουρίζοντας μέσα στο κρύο, στάζω ολόκληρος  κοιτάζω με προσοχή αν πάνω  εκεί, κάτω από το ίδιο βουνό αριστερά φανούν τρεμοπαίζοντας δυο φαναράκια αναμμένα, να τρέξω να φωνάξω τον πατέρα μου να βιαστεί, το λεωφορείο φάνηκε, βγήκε στη σκάλα, φτάνει, αυτός έχει ξυπνήσει πολύ πριν ξημερώσει έχει φύγει στα χτήματα, έχει ταχτοποιήσει τα ζώα και έχει  επιστρέψει  μέσα στις λάσπες και τα χώματα,  ξυρίζεται έξω στην αυλή με το φανελάκι, χωρίς το λευκό πουκάμισο και το σακάκι, έχει σφηνώσει το σπασμένο καθρεφτάκι του στις πέτρες της στέρνας και με το πινέλο  βάζει τον αφρό στο πρόσωπό του, αχνίζει ολόκληρος οι ώμοι του φουσκώνουν σαν ανοιχτά πανιά  και ετοιμάζει τη σκουριασμένη του ξυριστική μηχανή και το ξυραφάκι Άστορ να ξυριστεί, ίσα ίσα που προλαβαίνει, έχει κοπεί στο αριστερό του μάγουλο, έχει σκοντάψει το ξυράφι στην ελίτσα του και έχει βάλει ένα μικρό  ροζ χαρτάκι σαλιωμένο από τα τσιγαρόχαρτά του, σκουπίζεται με τις παλάμες του, βάζει το πουκάμισο του, παίρνει το σακάκι  στο χέρι και τρέχει να προλάβει το λεωφορείο, το παντελόνι του μπροστά είναι ξεκούμπωτο, του  φωνάζω, τρέχει και δεν με ακούει, τρέχω  πίσω του μα δεν τον προλαβαίνω.

 

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Η ματιά του Beaton για την ελληνική αυτογνωσία (του Γιάννη Στουρνάρα)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Το ξάγναντο (του Ανδρέα Μήτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ