Ενηλικίωση της ουτοπίας

0
501

O Βαγγέλης Δημητριάδης για την “Ενηλικίωση της ουτοπίας” του Παναγιώτη Κερασίδη.  

 

 

Ποιητική ωριμότητα και αρτιότητα σκέψης χαρακτηρίζουν την έβδομη σε διάστημα τριάντα περίπου ετών ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Κερασίδη. Με αυτήν επιχειρείται μια παρατεταμένη απόπειρα αισθητοποίησης της ουτοπίας, η οποία από τη φύση της είναι καταδικασμένη να αποτύχει – άλλωστε αυτό αποτελεί και μια από τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Όπως τα τέχνεργα των αρχαίων Ελλήνων εμπεριέχουν μικτές αντιλήψεις που βασίζονται στη φιλοσοφία, στην ιστορία-μυθολογία και στο λαϊκό πολιτισμό τους, ο Κερασίδης μεταγγίζει διά της ποιητικής οδού τα πιστεύω, τις ελπίδες, τους φόβους του αφήνοντας να ρυμουλκήσει τις ιδέες του η ουτοπία ως διαχρονικό μέσον διεξόδου της φθαρτότητας προς το άγνωστο επέκεινα.

Η πεζότροπη ποιητική συλλογή Ενηλικίωση της ουτοπίας, χωρισμένη σε τέσσερις ανισοδύναμες εκτατικά ενότητες, στην ουσία αφορά έναν αναδιπλούμενο ποιητικό μονόλογο. Τα ποιήματα λειτουργούν περισσότερο σε ροή ως συνέχεια μιας συγκλονιστικής αφήγησης παρά στα όρια της αυτονομίας. Μοιάζουν να αιωρούνται. Παρατηρούν και σχολιάζουν το συν και το πλην, το πριν και το μετά, υπακούοντας σε σταθερές ταλαντώσεις αόρατου εκκρεμούς. Οι δεσμοί και οι λύσεις τους καλύπτουν και καλύπτονται, ο χρόνος προσθέτει και αφαιρεί, διαλύει και αναδημιουργεί.

Σπονδυλωτή ανάπτυξη, δέσμες συγγενών φραστικών συνόλων, ζεύξεις νοημάτων. Η  ουτοπία ως τόπος κοινός μέσα στον οποίο κυοφορείται, γεννιέται και αναπτύσσεται ο διάλογος με τα πανάρχαια ερωτήματα επί τάπητος. Το μηδέν κυρίαρχο ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της έμβιας παρουσίας, στο παιδί και το γέρο, στη γέννηση και το θάνατο, στο είναι και το χάος της ύπαρξης. Για να μετατραπεί ο χρόνος σε αιωνιότητα και ο τόπος σε απουσία του τόπου απαιτείται η παρεμβολή του μηδενός στην αξιολογική κλίμακα της ουτοπίας.

Η ουτοπία, αθέατο αγαπημένο της ύπαρξης, αντανάκλαση της ζωής. Ο θάνατος δικαίωμα της ζωής, μοναδικό μη ουτοπικό γεγονός. Ο Κερασίδης ιδεάζεται την αναστρεψιμότητα του κανόνα, εκπαιδεύει τη σάρκα να κατατρώει το χώμα. Το χώμα, ο τάφος, τα κυπαρίσσια, το πένθος, η πεινασμένη επιθυμία για ζωή ανάμεσα σε ταφικό περιβάλλον διαποτισμένο με πολλή μοναξιά. Το σκεπτόμενο «κρέας» στον προθάλαμο της ανυπαρξίας…

Ο άνθρωπος προ του θανάτου ονειροπολεί. Φαντάζεται ότι έστω την έσχατη στιγμή θα κατακτήσει την αθανασία. Η ουτοπία της ουτοπίας ισόβιος συνοδοιπόρος της ύπαρξης. Οι εφήμερες ανάγκες μάς υποχρεώνουν να ασχοληθούμε με τη διατροφή, την ένδυση, με όλα τα αντικείμενα της ματαιοδοξίας. Η ζωή, δυνάμει φθαρτό υλικό, αναλώνεται στην ανακύκλωση των στοιχείων της φύσης. Η ψευδαίσθηση, το μη πραγματοποιήσιμο όνειρο, η ουτοπία μοιάζει με κόκαλο: το γλείφουμε, νομίζουμε πως χορταίνουμε, ωστόσο παραμένουμε πεινασμένοι.

Ακροθιγώς, κάπου, σχεδόν παρενθετικά, στηλιτεύεται η συντηρητική κοινωνία, η οποία αφήνει τους νέους αβοήθητους να αναζητούν φρούδες ελπίδες, ανύπαρκτα ιδανικά μέσα σε μια πατρίδα ανίσχυρη να προσφέρει τροφή στο όνειρο και στην προσδοκία.

Η εικονοποίηση των ποιημάτων συντελείται με αρμονία και υφέρποντα λυρισμό, όπως στα άτιτλα δείγματα:

 

Νεόκοπη ωδή που υμνεί το μοναχικό κυπαρίσσι στο κούτελο της ποίησης, στο βράχο της φύσης όπου αντανακλάται η ευφορία της πατρίδας. (σ.24)

Να ζήσουν με δάκρυα που αραιώνουν αλλά και έλκουν την πυκνότητα του πένθους στα βουνά ενός ουρανού σημαδεμένου από ράμφη βουβά, σε ένα ταξίδι αμφίδρομο, μοναχικό, που αράζει στα γεγονότα για να τα ξεχνούν όσοι θέλουν να προχωρήσουν. (σ. 44)

 

Λέξεις-κλειδιά μάς καθοδηγούν στην εξερεύνηση των πτυχών που μπορεί να λάβει η πρόσμιξη της φαντασίας με την υπαρξιακή αγωνία. Πέρα από την υποδόρια συμμετοχή τους στην αλληλουχία των ποιημάτων προεξέχουν και λειτουργούν σαν θεμελιώδη υποστυλώματα. Επιλέγω: όνειρο, παραμύθι, βλέμμα-βλεφάρισμα, νυχτοφύλακας, ξενιτιά, μέθη, αθανασία, όρκος, απώλεια, ζάρια, γλώσσα, ψαχνό, κόκαλα, σάρκα, αχόρταγος, ουτοπία, δικαίωμα, ανάγκη, θέατρο κτλ.

Ο λόγος του Κερασίδη λεκτικά πλούσιος, με ήπια προσωδιακά στοιχεία, χαμηλό τόνο, διακριτικότητα στο ρυθμό, προσέγγιση που θυμίζει νυχτερινή ένωση πάχνης με χορτάρι της άνοιξης, αναμοχλεύει στα όρια της φιλοσοφικής αναζήτησης ορισμένα από τα πιο σκοτεινά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, πληρώνοντας τις όποιες αναγνωστικές απαιτήσεις μας με πλούσια εικονοπλασία και μεθοδικότητα έτσι ώστε πάνω απ’ όλα να κυριαρχεί η τέχνη της ποίησης:

 

Μουσική ανοιχτής καρδιάς. Και ο λόγος αυτός μας χόρτασε για πάντα. Αυτομαστίγωμα χωρίς ντροπή και κρίμα. Κλάμα κινηματογραφικής ταινίας στη βροχή. Σαν να πέφτουν τίτλοι δίψας στο επιδόρπιο της πείνας. Σαν να κλείνουν τα μάτια στα όνειρα. (σ. 54).

 

info: Παναγιώτης Κερασίδης, Ενηλικίωση της ουτοπίας, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2014

 

 

Προηγούμενο άρθροΔημιουργική γραφή από τον Ευγένιο Αρανίτση
Επόμενο άρθροΝερούντα και Αρίτζις για τη φτώχεια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here