Δευτέρα, 18 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ MEDIA Η τηλεοπτική Μεγάλη Χίμαιρα (κριτική του Χρήστου Γιαννακού)

Η τηλεοπτική Μεγάλη Χίμαιρα (κριτική του Χρήστου Γιαννακού)

0
42727

Χρήστος Γιαννακός (*)

Η πολυδιαφημισμένη τηλεοπτική σειρά εποχής της ΕΡΤ «Η μεγάλη χίμαιρα» είναι μια άρτια παραγωγή, γυρισμένη με φροντίδα κι εξαιρετική επιμέλεια σε σκηνικά και κοστούμια. Προβλήθηκε σε έξι επεισόδια ως τις αρχές Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους. Βρίσκεται και στην πλατφόρμα ERTFLIX.

Οι πρωταγωνιστές, Πελούζο (Μαρίνα), Κωνσταντίνου (Γιάννης) και Κίτσος (Μηνάς), ανταποκρίνονται άριστα στους ρόλους τους με αληθοφανή φυσικότητα. Οι έμπειρες ηθοποιοί, Καραμπέτη (Άννα) και Μανωλιδάκη (Αννεζιώ), αναδίνουν στιβαρούς θεατρικούς χαρακτήρες.

Επίσης, οι χαρακτηριστικές -για τη σήμανση της σειράς- ερωτικές σκηνές είναι ιδιαιτέρως καλοδουλεμένες‧ σεξουαλικές κι ενίοτε παθιασμένες μεν, ας μην προτρέξουμε όμως να τις χαρακτηρίσουμε αισθησιακές!

Επιφυλασσόμαστε να συμφωνήσουμε πως η σειρά βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση. Πρόκειται μάλλον για μια ελεύθερη διασκευή. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προτιμότερο να διαφοροποιείται σχετικά και ο τίτλος του εγχειρήματος‧ ίσως «Χίμαιρα» να ήταν πιο ταιριαστός.

Προκειμένου να ανοίξουμε το πεδίο για να αναπτυχθούν τα επιχειρήματα, ας αρχίσουμε από το πρωτότυπο κείμενο. Η σύγχρονη δοκιμή ανάγνωσης του μυθιστορήματος προβάλλει αντιφατικά στοιχεία για τη δουλειά του συγγραφέα. Στοιχεία συμπεριφοράς των χαρακτήρων δικαιολογούνται σχηματικά από υποτιθέμενες χτυπητές ιδιομορφίες της καταγωγής τους. Η Γαλλίδα των ελευθέρων ηθών, η Νορμανδή υπολογίστρια· οι Κασιώτες καραβοκύρηδες, οι Συριανοί αστοί και οι θαλασσινοί πληβείοι περιγράφονται γενικόλογα και μάλλον φευγαλέα. Όσο και αν το μυθιστόρημα εντάσσεται στην τριλογία «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο» -θυμίζουμε τα Συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933), και  Γιούγκερμαν (1938)-, οπωσδήποτε ξενίζουν τα μυθολογικά στοιχεία και η χρήση μιας παρωχημένης φόρμας που θυμίζει παραμύθι. Έτσι, ο Δίας, τα φτερωτά τελώνια, ο Ζέφυρος, οι Βαλκυρίες, ακόμα και ο Θεός ο ίδιος εμπλέκονται σε επεισόδια της δράσης. Ας μη λησμονούμε, πάντως, ότι ο Μ. Καραγάτσης απευθυνόταν στο πλατύ κοινό της εποχής του -από τις εφημερίδες που συνεργαζόταν, από τις εκδόσεις του στην «Εστία», ακόμα και επαγγελματικώς ως διαφημιστής. Δεν φαίνεται απίθανο το κοινό αυτό -του 1936, όταν δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα- να αρεσκόταν στο να διαβάζει τέτοιες μυθολογικές αναφορές -όσο κι αν αυτές οι τελευταίες μοιάζουν εξωπραγματικές για τα σύγχρονα κριτήρια ανάγνωσης. Καλύπτουν άραγε τούτες οι ξεπερασμένες μορφές γραφής το συγκεκριμένο έργο του Μ. Καραγάτση με μια μουσειακή πατίνα; Ακόμα κι αν απαντήσουμε θετικά, δεν νομίζω πως πρέπει να βγάλουμε το βιβλίο από τη νοητή λίστα της ανάγνωσής μας.

Πράγματι, ο συγγραφέας δείχνει ιδιαίτερη μαεστρία στην ύφανση των ερωτικών επιθυμιών της Μαρίνας. Στα χέρια του η γλώσσα αναδεικνύεται ως θαυμαστό εργαλείο. Οδηγεί τη σχετική πλοκή άλλοτε με την ατμόσφαιρα των συνευρέσεων ή την ευθεία έκφραση συναισθημάτων κι άλλοτε περιγράφοντας καταστάσεις που υποβάλλουν και χρήζουν ερμηνείας -ιδίως στη συναναστροφή της Μαρίνας με τον κουνιάδο της, τον Μηνά. Συγχρόνως, η πρωταγωνίστρια ψυχογραφείται. Η κεντροευρωπαία νύφη μεταφέρεται από την πόλη του βόρειου ποταμού στο μεσογειακό φως και πυρπολείται  μέχρι καταστροφής, από την ερωτική φλόγα που της ανάβουν δύο Έλληνες νέοι με θεία χαρακτηριστικά. Οξειδωτική, αρρενωπή η φλόγα του συζύγου Γιάννη, φτάνει μέχρι τον ερωτικό πυρήνα της Μαρίνας, δείχνοντας ένα πρωτόγνωρο πρότυπο ηδονής. Αναγωγική, επαμφοτερίζουσα η φλόγα του Μηνά, φορτίζει την επιθυμία της Μαρίνας με πνευματικό και λογοτεχνικό φως.

Φτάνουμε, έτσι, σε μια ασύγγνωστη επέμβαση της διασκευής. Για όποιο λόγο και να επιλέχτηκε η ιταλική καταγωγή της Μαρίνας, δεν συνάδει με την υφή και το πνεύμα του μυθιστορήματος. Η αντίθεση του παλιού με το νέο περιβάλλον της πρωταγωνίστριας επιβαλλόταν να είναι πιο ισχυρή. Οπωσδήποτε δεν αντιστοιχεί στη σχέση ανάμεσα στην Τεργέστη της Αδριατικής, από τη βόρεια, και της Σύρας, από την ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Το κλίμα πέριξ του Σηκουάνα στη Ρουέν -και μέχρι τη θάλασσα του Ατλαντικού- αποτελεί ένα καθοριστικό βάθος πεδίου που καλό θα ήταν να μην αγνοηθεί. Ακόμα και το όνομα της γαλλικής πόλης φαίνεται πως δεν επιλέχθηκε τυχαία από τον Μ. Καραγάτση, μια και ηχητικά υποδηλώνει την ερειπιώδη οικογενειακή κατάσταση της Μαρίνας.

Στον αντίποδα, υπάρχουν δύο σκηνές στην τηλεοπτική σειρά, οι οποίες είναι μεν πιστές στο βιβλίο, θα μπορούσαν όμως να λείπουν. Η πρώτη αφορά την αρχική επίσκεψη της Μαρίνας στην καμπίνα του Γιάννη ως καπετάνιου της «Χίμαιρας». Η Μαρίνα υποχωρεί, χωρίς να το θέλει, στις ορέξεις του Γιάννη και κάνουν έρωτα για πρώτη φορά. Ο συγγραφέας, καταγράφοντας τις σκέψεις της, δηλώνει εμμέσως την άρνησή της και τη μοιρολατρική της υποταγή στον όμορφο καπετάνιο. Η ένστασή μας αφορά στην επίκαιρη φόρμα της διασκευής. Εφόσον δημιουργείται μια σύγχρονη σειρά για την τηλεόραση, ίσως θα έπρεπε να αποφεύγονται εικόνες ερωτικού καταναγκασμού πάνω σε αντιλήψεις που δεν λείπουν ακόμα και από τις σημερινές κοινωνίες. Ποια είναι δηλαδή η σεξιστική περιγραφή; Η Μαρίνα βλέπει το φως το ερωτικό από τις φοβερές επιδόσεις του Γιάννη, ακόμα κι αν δεν επιθυμεί τη συνεύρεση με τον άγνωστο άντρα, εκεί και τότε. Αξιοποιώντας, για παράδειγμα, μίνιμαλ χρονικές ασυνέχειες ή flash forward τεχνικές, είναι δυνατόν η παρουσία της Μαρίνας στην καμπίνα και η συνεύρεσή της με το Γιάννη να διαχωρίζονται χρονικά, αφήνοντας τους θεατές να βγάλουν τα συμπεράσματα μόνοι τους, δίχως να εμπλέκεται καταναγκασμός.

Η άλλη περίπτωση αφορά το επεισόδιο της παρτούζας με κεντρικό πρόσωπο τη Μαρίνα. Ομολογουμένως, η συγκεκριμένη σκηνή έχει γυριστεί με αισθητική φροντίδα -αν και, κατά τη γνώμη μας, το αποτέλεσμα δεν κρίνεται αισθησιακό. Να τονίσουμε πως ο Μ. Καραγάτσης καταστρώνει περίτεχνα την ερωτική προσέγγιση Μαρίνας και Μηνά, επινοώντας μια σειρά καταστάσεων εντός και εκτός της Σύρου, ώσπου να έρθει η τραγική συνεύρεσή τους. Η σκηνή στο βιβλίο αντιστοιχεί στο απόγειο ερωτισμού της Μαρίνας με τον σύζυγό της, κατά το οποίο φαντασιώνεται πως είναι πολυγαμική -όχι όμως με την έννοια της μαζικής συνεύρεσης, αλλά με άλλο φανταστικό και πρόσκαιρο εραστή στη θέση του Γιάννη. Υπονοείται πως κάποια στιγμή έρχεται τη θέση αυτή να πάρει ο κουνιάδος της -χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομά του. Η Μαρίνα δεν έχει επισκεφτεί ακόμα τον Μηνά στην Αθήνα, όπου συμβαίνει το πρώτο κρίσιμο πλησίασμα. Νομίζουμε πως η πρόθεση υποβολής και η συντήρηση της προσμονής από τη μεριά του συγγραφέα θα υπηρετούνταν καλύτερα αν έλειπε ολόκληρη η σκηνή ή τουλάχιστον ο Μηνάς από αυτή. Η παρατήρηση έχει να κάνει με τη διαχείριση του χρόνου κατά τη διασκευή. Τα έξι επεισόδια μοιάζουν να ανταποκρίνονται σε έναν ικανοποιητικό αριθμό για την εκτύλιξη της υπόθεσης. Υπολογίζοντας την έκταση του κειμένου, ο χρόνος θέασης υπολείπεται μεν, αλλά δεν απέχει πολύ από τον χρόνο ανάγνωσης του βιβλίου. (Αν οι εξήντα σελίδες την ώρα είναι ένας ρεαλιστικός ρυθμός.) Στην περίπτωση του κειμένου αρκεί ο χρόνος πρόσληψης να είναι ρευστός υπακούοντας στο ρυθμό που προσδίδει ο συγγραφέας. Κατά τη διασκευή, ο χρόνος θέασης πυκνώνει δραματουργικά, διότι έτσι λειτουργεί η διαφορετική γλώσσα της εικόνας. Αν λοιπόν οι περικοπές και η πύκνωση στο σενάριο θεωρούνται σχεδόν πάντα απαραίτητα, χρειάζεται να ενταθεί η φροντίδα για να αναπτυχθεί η εναγώνια προσμονή.

Αρνητικά στοιχεία που, καίτοι ήσσονα, χρειάζεται να αναφερθούν είναι οι υπερβολικά πολυάνθρωπες και αμήχανες σκηνές πλήθους. Είτε στο αστικό περιβάλλον είτε στην κουβέρτα του πλοίου οι άνθρωποι κινούνται αφύσικα. Επίσης, κατά την επίσκεψη της Μαρίνας στην Ακρόπολη δεν αποφεύχθηκε το γενικό πλάνο της σύγχρονης πόλης από το Ερέχθειο.

Εμπνευσμένη υπήρξε η μεταφορά της αυτοχειρίας του Μηνά στις συνθήκες της αυτοκτονίας του Κ. Καρυωτάκη -με δραματουργική ενίσχυση από τη μουσική της σειράς. Ο Μηνάς δεν πνίγεται -κατά το μυθιστόρημα- αλλά χρησιμοποιεί πιστόλι, κατά τον τρόπο που είχε βάλει τέρμα στη ζωή του ο ποιητής. Ας θυμίσουμε, αν υποθέσουμε πως υποδηλώνεται κάποια αντιστοιχία, την αποτυχία του Κ. Καρυωτάκη να πνιγεί μόνος του, και τις σχετικές οδηγίες αποφυγής τέτοιου τρόπου αυτοχειρίας στο γνωστό τελευταίο σημείωμά του. Αν οι συντελεστές ήθελαν να είναι πιο ακριβείς, θα είχε χρησιμοποιηθεί ένα κοντόκανο Pieper Bayard και ο Μηνάς θα είχε αυτοπυροβοληθεί στο στήθος. Η παραλία, όπου βρίσκεται το πτώμα, είναι πάντως πιο κοντά στην περιγραφή του βιβλίου. Χάθηκε ωστόσο μια ευκαιρία παραλληλισμού, αφού στη Σύρο, και μάλιστα σε αρκετές παραλίες, απαντώνται ευκάλυπτοι.

Η ταπεινότητά μου θα προτιμούσε μια Μαρίνα με εξαιρετικά σαγηνευτικό σωματότυπο. Για παράδειγμα, μια νεαρή Σοφί Μαρσώ θα ήταν ιδανική. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ ή ΑΙ), μάλιστα, η παραγωγή θα μπορούσε να μισθοδοτήσει την αληθινή ηθοποιό, για να αναπτυχθεί ένα είδωλό της ως χαρακτήρα στη σειρά. Ίσως διέφυγε μια δυνατότητα εκτός από πλούσια να είναι και μια πραγματικά πρωτότυπη διασκευή.

Παρά τις ενστάσεις και τις παρατηρήσεις, δίκαιο είναι να αποδοθούν εύσημα στους παραγωγούς, τον σκηνοθέτη Μαρινάκη και τον σεναριογράφο Ιωσηφέλλη για την επιλογή και υλοποίηση της διασκευής ενός βιβλίου από την ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Επικροτούμε, επαυξάνουμε και προτείνουμε ακόμη περισσότερες τέτοιες μεταφορές. Εκτός των άλλων, τέτοια παραδείγματα λειτουργούν ως κίνητρα για νέες γνωριμίες με το έργο παλαιών όσο και σύγχρονων συγγραφέων. Υποστηρίζουμε πως η ανάγνωση της λογοτεχνίας από κοινού με την καλλιτεχνική αποτελεί και βαθιά γνωστική εμπειρία. Επειδή η ζωή και οι συναισθηματικές εμπειρίες συναντούν στην ανάγνωση τις καλύτερες και τις χειρότερες στιγμές τους, η λογοτεχνία, σύγχρονη και παραδομένη, αποτελεί ισχυρό πυλώνα πολιτισμού.  Ένα πολύτιμο στήριγμα, ειδικά σε δύσκολους καιρούς.

 

(*) Ο Χρήστος Γιαννακός είναι συγγραφέας, σεναριογράφος

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΒιβλίο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο (συζητούν η Νίκη Κωνσταντίνου – Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη)
Επόμενο άρθροΑναζητώντας τη σκιά μου (του Νίκου Α. Μάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ