Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Αναζητώντας τη σκιά μου (του Νίκου Α. Μάντη)

Αναζητώντας τη σκιά μου (του Νίκου Α. Μάντη)

0
343

του Νίκου Α. Μάντη

Εκείνο το πρωί ήξερα από νωρίς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήμουν ανόρεχτος, σα να είχα συνέλθει από νυχτερινό μεθύσι, και την ίδια στιγμή μια αίσθηση σαν τύψη στοίχειωνε τη διάθεσή μου, χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνω γιατί.

Από ώρα πολλή περιπλανιόμουν στην πόλη. Η ώρα πλησίαζε μεσημέρι και ακόμα δεν κατάφερνα να έρθω στα ίσα μου. Στο μυαλό μου σάμπως να είχε εγκατασταθεί ένα σύννεφο, που σκίαζε τα πάντα, δίχως να αποφασίζει ούτε να διαλυθεί ούτε να βρέξει. Μονάχα παρέμενε εκεί και συσκότιζε ό,τι υπήρχε.

Λίγο αργότερα τα βήματά μου με έβγαλαν από μια ασύχναστη στοά και με οδήγησαν σε μια πλατεία. Εκεί ήταν που διαπίστωσα ένα εντελώς παράξενο φαινόμενο.

Ο ήλιος ανέβαινε όλο και ψηλότερα στον ουρανό. Ήταν μια μέρα με λιακάδα. Κοιτώντας λοιπόν αφηρημένα στους τοίχους για να δω το σχήμα της σκιάς μου, διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε τίποτα.

Ήμουν χωρίς σκιά!

Δίπλα και γύρω μου, πλήθος ανθρώπων τριγυρνούσαν, απολαμβάνοντας το κυριακάτικο μεσημέρι. Ήταν αρχές άνοιξης, και, μετά από μια μεγάλη περίοδο βροχών, όλοι ανυπομονούσαν να ρουφήξουν τον κρύο, αναζωογονητικό αέρα. Οι αντανακλάσεις τους στα τζάμια και οι σκιές τους στους παλιούς τοίχους ήταν παραπάνω από ευδιάκριτες. Λίγο πιο πέρα απ’ το πλήθος έστηνε τρελό χορό ένας άλλος, επίπεδος κόσμος, ο κόσμος που τον δημιουργούσε το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι πάνω στις επιφάνειες των κτισμάτων της πόλης.

Σ’ αυτό το παιχνίδι, το παιχνίδι της φωτισμένης ύλης, εγώ ήμουν απών.

Ποτέ άλλοτε δεν θυμόμουν να μου έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Άραγε ήταν η πρώτη φορά; Και μήπως η απουσία της σκιάς μου είχε κάποια σχέση με την απουσία της μνήμης μέσα στο κεφάλι μου, καθώς, αν κάποιος με ρωτούσε το όνομά μου, δεν ήμουν καν σίγουρος τι θα του απαντούσα;

Άραγε ήμουν ένας εξόριστος της ζωής; Ένα φάντασμα;

Έκανα ένα βήμα πιο πέρα, εκεί που υψωνόταν μια παλιά, όμορφη βιτρίνα ενός καταστήματος που εμπορευόταν αμπαζούρ. Το αρχαίο τζάμι, καλυμμένο σε μεγάλο βαθμό από τη σκόνη και μια επίστρωση στερεής αιθαλομίχλης, προσιδίαζε αρκετά με καθρέφτη. Πήγα και στήθηκα μπροστά του.

Δεν διέκρινα τίποτα.

Καμία αντανάκλαση. Κανένα είδωλο. Την ίδια στιγμή, η πόλη πίσω μου καθρεφτιζόταν στην πλήρη της ποικιλομορφία, με μια απόλυτη πιστότητα, σα να ’ταν μαγικά αναδιπλασιασμένη.

Ένιωσα το κενό μέσα μου να θεριεύει, στην άξαφνη συνειδητοποίηση ότι, για τούτο τον κόσμο, εντός του οποίου είχα ριχτεί, ήμουνα σαν νεκρός. Ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, ανύπαρκτος.

Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσα να κάνω. Τι τρόπος θα υπήρχε να ξαναβρώ τη σκιά μου;

Το βλέμμα μου έπεσε σε μια αφίσα, πλάι στην παλιά βιτρίνα με τα πολύχρωμα αμπαζούρ. Η αφίσα έγραφε, «Παραφυσικές αναζητήσεις, απαντήσεις σε μεταφυσικά ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον, μαντάμ Νόρα. Κληρονομικό χάρισμα. Απόλυτη εχεμύθεια.».

Η διεύθυνση της μαντάμ Νόρας ήταν αρκετά κοντά στο σημείο όπου βρισκόμουν. Δεν είχα κάτι να χάσω.

Στην τσέπη μου υπήρχαν -παραδόξως- μερικά χαρτονομίσματα. Απ’ όσο μπορούσα να θυμηθώ, κανένας και τίποτα δεν με περίμενε, ετούτο το αλλόκοτο μεσημέρι. Αποφάσισα να την επισκεφτώ.

Η μαντάμ Νόρα δεχόταν την πελατεία της στον τρίτο όροφο μιας ετοιμόρροπης πολυκατοικίας, στο τέρμα ενός αδιέξοδου στενού, γεμάτου κρεμάμενα σκοινιά με απλωμένα ρούχα, παρκαρισμένα παπάκια και κάδους ξέχειλους με σκουπίδια. Το ασανσέρ ήταν χαλασμένο και έτσι πήρα τις σκάλες. Όταν χτύπησα το κουδούνι, πέρασαν μερικά λεπτά, προτού να μου ανοίξει η ίδια η Νόρα, φωνάζοντας βραχνά, «έρχομαι, έρχομαι!»

Με κοίταξε καχύποπτα. «Πέρνα,» μου έκανε, κάπως ανόρεχτα.

Ήταν μια κοντή γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, με φουντωτά καροτί μαλλιά και μια εμπριμέ παλιομοδίτικη ρόμπα φορεμένη σφιχτά πάνω στο στρουμπουλό της κορμί.

«Πώς με βρήκες;» με ρώτησε. «Σπάνια μου έρχονται άντρες.»

«Απ’ την αφίσα, λίγο πιο κάτω,» απάντησα αμήχανα.

«Ωραία,» μου έκανε, οδηγώντας με σ’ ένα στενό σαλονάκι, γεμάτο παλιομοδίτικα κάδρα, ψεύτικα λουλούδια και κεντήματα στους τοίχους. «Τα υπόλοιπα άσ’ τα σε μένα. Θα τα βρω εγώ.»

Με κέρασε τούρκικο καφέ και με έβαλε να τον πιω. Έπειτα αναποδογύρισε το φλιτζανάκι και κοίταξε ερευνητικά το κατακάθι.

«Απ’ ό,τι βλέπω, εσύ τώρα αναζητάς τη σκιά σου,» μου είπε, και στα μάτια της έλαμψε μια σχεδόν κοριτσίστικη χαρά για την απρόσμενη ανακάλυψή της.

*

Λίγο μετά, περπατούσα και πάλι στο κέντρο της πόλης.

H συμβουλή της μαντάμ Νόρας δεν με είχε διαφωτίσει, αλλά τουλάχιστον ήταν συγκεκριμένη και σαφής – παράξενο για χρησμό μέντιουμ. Μου είπε ότι η απάντηση στο ερώτημά μου βρισκόταν σχετικά κοντά. Θα έπρεπε να πάω στην Πλατεία Συμβολαιογραφείων και εκεί, στην ησυχία της μικρής αστικής όασης, να βρω έναν κύριο που θα με περίμενε (κατά πάσα πιθανότητα και αν ήμουν τυχερός) σε ένα απόμερο καφέ.

Και έπειτα μου ζήτησε πενήντα ευρώ.

(Της τα έδωσα, δίχως να ξέρω τι θα έκανα στο εξής και πόσα λεφτά μου απέμεναν. Άλλωστε δεν θυμόμουν ούτε και πώς είχα αποκτήσει κι αυτά τα λίγα που είχαν μείνει στις τσέπες μου.)

Στην Πλατεία Συμβολαιογραφείων η κίνηση ήταν ελάχιστη. Είχε πάει πια αργά το απόγευμα, και ο κόσμος είτε γευμάτιζε στα από ώρα γεμάτα εστιατόρια, είτε είχε γυρίσει στο σπίτι του, μετά την πατροπαράδοτη κυριακάτικη βόλτα.

Έψαξα με το βλέμμα μου το καφέ «Αναγνώστης», όπως με είχε συμβουλέψει η μαντάμ Νόρα. Εκεί, στο μοναδικό τραπεζάκι που ήταν κατειλημμένο, καθόταν κατά τα φαινόμενα ο άντρας που αναζητούσα.

Πλησίασα διστακτικά. Τι έπρεπε να πω; Και τι θα συνέβαινε αν του μιλούσα;

Ο άντρας ήταν σκυμμένος σε ένα τετράδιο και κάτι σημείωνε. Έδειχνε απορροφημένος στη διαδικασία της γραφής, σα να ήταν κάτι που το έκανε συνεχώς και συστηματικά. Σχεδόν σα να ζούσε γι’ αυτό.

«Είστε ο… Μάρκος;» τον ρώτησα.

Σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε. Ήταν περίπου στην ηλικία μου, με μακριά γκρίζα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα και μ’ ένα βλέμμα βαθύ, σκοτεινό, γεμάτο μελαγχολία αλλά και με μια κατανόηση, θαρρείς για όλους και για όλα.

Μου χαμογέλασε πλατιά, σα να με γνώριζε ήδη. Σα να με ήξερε από καιρό και να με περίμενε.

«…Λοιπόν; Ευχαριστήθηκες τη βόλτα σου;»

Και τότε κατάλαβα. Λες και το σύννεφο παραμέρισε και τα πάντα ξεκαθάρισαν – μέσα και έξω μου.

«Όχι και τόσο,» του είπα.

«Μα σ’ το είχα πει,» μου έκανε, πιο πονηρά τώρα. «Ο πραγματικός κόσμος είναι υπερτιμημένος.»

Με μια επιδέξια κίνηση έτεινε προς το μέρος μου το ανοιχτό του κιτάπι, που τώρα έδειξε να μεγαλώνει όλο και πιο πολύ, να γίνεται πρώτα παράθυρο και μετά πόρτα.

Να γίνεται η πύλη του κόσμου μου. Του μέρους όπου κατοικούσα. Εκεί όπου ζούσα, ανέπνεα και όπου έλυνα από χρόνια τις αστυνομικές υποθέσεις μου.

Εκεί όπου θα είχα επιτέλους μια σκιά δική μου. Μια σκιά που θα με ακολουθούσε παντού και που θα την σκιτσάριζε με λέξεις -όπως και όλα τα υπόλοιπα πράγματα γύρω μου- το σταθερό χέρι ενός και μόνο μυαλού.

Έδωσα μια και ξαναμπήκα στο σπίτι μου, γυρνώντας πίσω μου με σιγουριά το πόμολο της πραγματικότητας.

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ τηλεοπτική Μεγάλη Χίμαιρα (κριτική του Χρήστου Γιαννακού)
Επόμενο άρθρο«Ιεροτελεστία», Guillaume Poix, Χρ. Θεοδωρίδης: υμνεί τη ζωή, αγγίζοντας την απώλειά της (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ