Θεόδωρος Γρηγοριάδης

0
243

 

 

 

                              Christmas dysphoria

 

 

Καθώς έμπαινε ο Νοέμβριος τίποτε δεν τον φόβιζε περισσότερο, ούτε η γρίπη που ενσκήπτει στα μέσα του μήνα, ούτε τα πρώτα κρύα και η υγρασία, όσο η προχριστουγεννιάτικη περίοδος που φυσιολογικά θα κορυφωνόταν τον Δεκέμβριο. Οι πρώτες διαφημίσεις με τζινγλ μπελς είχαν αρχίσει να κατακλύζουν την τηλεόραση και τα μαγαζιά ενώ τα λαμπιόνια κρεμόντουσαν σαν ψεύτικα αστεράκια στις πλατείες και τις κολόνες, θολώνοντας κι άλλο την όρασή του. Όταν μάλιστα είδε στην είσοδο της πολυκατοικίας και το δικό τους δέντρο να το στολίζει η διαχειρίστρια μαζί με μια άλλη κυρία, χαμογέλασε διάπλατα, το θαύμασε υποκριτικά και μπήκε μέσα στο διαμέρισμα όπου δεν περίσσευε χώρος για καμιά εορταστική διακόσμηση εκτός από τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες που φώλιαζαν στις σελίδες κάποιων βιβλίων.

Αν υπήρχε μια διαδικτυακή πλατφόρμα όπου μάζευαν υπογραφές για την απαγόρευση των χριστουγεννιάτικων τραγουδιών πρώτος θα έβαζε το όνομά του · ειδικά εκείνο, του Γιωργάκη Μιχαήλ, του αγγλοκύπριου, κάθε φορά που τ΄ άκουγε ανέβαζε παλμούς και άναβαν τα αιμοφόρα του λαμπάκια. Δεν ήταν πάντως έτσι: παιδί απολάμβανε τα Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι και της ώρας να αναλυθεί φροϋδικά ή ντελεζικά η δυσφορία των Χριστουγέννων.

Γι αυτό και, όταν άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε στην -ελεγχόμενη από την Google- αλληλογραφία του, είδε έντρομος το μήνυμα με θέμα “Χριστουγεννιάτικο διήγημα”. Αποστολέας ένα διαδικτυακό περιοδικό που εκτιμούσε και με το οποίο κατά καιρούς είχε συνεργαστεί. Δίσταζε… Διαισθάνθηκε τί του ζητούσαν… Όχι, παιδιά, όχι κι εσείς, γιατί μου το κάνετε αυτό; Μπα, δεν θα το άνοιγε το μήνυμα, θα το παρέκαμπτε και, αν ποτέ συναντούσε τους εκδότες, θα τους έλεγε ότι… Μα πώς θα ήξεραν εκείνοι ότι το μήνυμα πήγε κατευθείαν στα spam; Γιατί, γιατί, του το ‘καναν αυτό;

Μέχρι το απόγευμα στεκόταν αναποφάσιστος μπροστά στο μήνυμα αλλά κατά τις πέντε, μετά τον τελευταίο του καφέ (δέκα λεπτά αργότερα αν τον έπινε θα ξημερωνόταν) πάτησε τον κέρσορα και έλαμψε η αλήθεια σαν το αστέρι στην  κορυφή του στολισμένου δέντρου. Με πολύ ευγενικό τρόπο του ζητούσαν, όπως το είχε προβλέψει, ένα σύντομο διήγημα με θέμα “Χριστουγεννιάτικες ευχές και πρωτοχρονιάτικες επιθυμίας που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ”. Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου το ήθελαν.

Κατέρρευσε πάνω στην ανατομική καρέκλα του γραφείου την οποία υποψιαζόταν για κάποιες ενοχλήσεις στον προστάτη. Ήπιε μια γουλιά καφέ αλλά τον άφησε στην άκρη μην ανεβάσει κι άλλο πίεση- το πιεσόμετρο βρισκόταν στο διπλανό ράφι με τα μολύβια και τα post it για να καταγράφει τις αυξομειώσεις. Γιατί μου το κάνανε αυτό; Πώς να εμπνευστεί ένα θέμα που σαν καλικάντζαρος εισέβαλε στο σπιτικό για να τον βουρλίσει;

Να απαντήσει ευγενικά και όμορφα ως άλλος Μπάρτλεμπι, θα προτιμούσα όχι; Άραγε θα το εκλάμβαναν στο περιοδικό ως σνομπισμό ή μισανθρωπισμό; Έπειτα, αν απουσίαζε από το αφιέρωμα, τι θα σκέφτονταν οι άλλοι του χώρου, ότι δεν του πρότειναν να γράψει;

Ένα ήταν σίγουρο, του μαύρισαν τη διάθεση είτε έγραφε είτε όχι. Είχε καταπέσει στην ίδια εορταστική παγίδα που επί χρόνια πρόσεχε μην πιαστεί. Και τι θέμα ήταν αυτό; Τι θα πει “επιθυμίες που δεν πραγματοποιήθηκαν;”  Ποιοι είναι αυτοί, αυτές και αυτ@ (ας βάλω και το “@” για κάθε ενδεχόμενο) που θα τον προτρέψουν να ανασκάψει το παρελθόν του και να αναδυθούν όσα απωθημένα δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν; Εντάξει, στα γραπτά μιλάει για τη ζωή του, είναι κι αυτός ένας ακόμη αυτομυθοπλαστικός γραφιάς, αλλά με κάποιους αυτοπεριορισμούς, δεν είναι δα και ο Έντουαρντ Λουί. Όμως, αυτή τη φορά, κάτι τον εμπόδιζε να γράψει ή να σκεφτεί, γιατί πράγματι υπήρχε κάτι που ακύρωνε την επιθυμία του και σχετιζόταν με το πνεύμα των Χριστουγέννων.

Ήταν μια αληθινή ιστορία, είκοσι δύο Χριστούγεννα πριν, είχαν συμβεί κάποια πράγματα που οδήγησαν σε μια άτυχη κατάληξη. Λένε ότι στις διακοπές δοκιμάζονται οι σχέσεις των ανθρώπων ενώ στις γιορτές δοκιμάζεται η μοναξιά τους. Να έγραφε άραγε εκείνη τη ιστορία, σαν “το αγοράκι με τα σπίρτα”; Μα εκείνη τη φάση την κρατούσε βαθιά κρυμμένη, δεν τόλμησε ποτέ να την μεταπλάσει σε κείμενο, θα καθόταν τώρα να την κάνει διήγημα “από 500 έως 1000 λέξεις”; Για λίγες λέξεις θα την ξεπουλούσε; Μήπως να τις κάνουμε 666;

 

Όχι, αγαπητό μου περιοδικό. Θα προτιμούσα, όχι. Αν και έχω μια ιστορία που ανταποκρίνεται στο θέμα σας θα ήθελα να την ξεγράψω. Μακάρι να ξαναβρεθούμε σε ένα επόμενο αφιέρωμα, αντιεορταστικό, ουδέτερο,  κατευναστικό. Λυπάμαι που δεν πραγματοποιήθηκε η χριστουγεννιάτικη επιθυμία σας, σας εύχομαι καλές γιορτές, με εμπνεύσεις και

 

 

(Εδώ σταματάει το μήνυμα που στάλθηκε στο περιοδικό. Ο συντάκτης του μηνύματος, σύμφωνα με πληροφορίες, κρύβεται ή νοσηλεύεται κάπου μέχρι πέρατος της εορταστικής περιόδου).

 

 

Προηγούμενο άρθροΒάνια Σύρμου
Επόμενο άρθροΈφη Κατσουρού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ