Βάνια Σύρμου

0
192

 

Όσο διαρκεί ένα σπίρτο

 

Ήταν θυμωμένος με τα Χριστούγεννα. Το παραδεχόταν. Ένιωθε αταίριαστος, σχεδόν παρείσακτος όταν όλοι γύρω του γελούσαν, εύχονταν, στόλιζαν, αντάλλασσαν αγκαλιές και δώρα. Όλη αυτή η πολύχρωμη, φωτεινή, πληθωρική  ατμόσφαιρα γύρω του, στα καταστήματα, στους δρόμους και στα σπίτια, του έδινε στα νεύρα. Στη δουλειά δεν συμμεριζόταν ούτε στο ελάχιστο  τη χαρά των συναδέλφων για το στόλισμα του δέντρου, το τρέξιμο για την επιλογή και την  αγορά  των δώρων, την αγωνιώδη αναμονή τους για την  παραμονή των Χριστουγέννων, τις ατέρμονες συζητήσεις για τις περίτεχνες συνταγές και τα εδέσματα του γιορτινού τραπεζιού ή το ξεφύλλισμα των περιοδικών στα διαλείμματα, με τις ενδυματολογικές  προτάσεις για επίσημες εξόδους σε μοδάτα στέκια.  Με το ζόρι κατάφερνε να ανταποκριθεί  στις ευχές των συναδέλφων με ένα νεύμα ή με ένα συγκρατημένο χαμόγελο που έσβηνε αμέσως μετά, αποφεύγοντας τον επόμενο που θα του ευχόταν ξανά. «Καλά Χριστούγεννα!» και «Χρόνια πολλά!» ήταν γι’ αυτόν φράσεις ξεχασμένες και πλέον άνευ σημασίας.

Ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χέρια και το σφίξιμο των δοντιών ήταν οι πρώτες ενδείξεις του εκνευρισμού του ήδη από τις αρχές του Νοέμβρη, όταν  η εμπορική κίνηση των καταστημάτων επέβαλλε τις πρώτες διαφημίσεις σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και τον καθιερωμένο στολισμό της πόλης. Η εικόνα μάλιστα των   Αγιοβασίληδων με τις κόκκινες φθαρμένες στολές τους στις πλατείες και τα πεζοδρόμια, να διαλαλούν την πραμάτεια τους ή να φωτογραφίζονται με μικρά παιδιά δίπλα σε παιχνίδια και  μπαλόνια,  τον ενοχλούσε τόσο, που άλλαζε δρόμο όταν τους συναντούσε.

Και να  τώρα που ερχόταν αντιμέτωπος με την πρόσκληση της Σοφίας, της νεαρής συναδέλφου με το γλυκό χαμόγελο και τα χαμογελαστά μάτια,  για χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν στο σπίτι της. Περπατούσε στο χειμωνιάτικο κρύο επιστρέφοντας απ΄ τη δουλειά κι εκείνο το «Θα χαιρόμουν πολύ να έρθεις», τριβέλιζε διαρκώς  το μυαλό του.  Τι να της έλεγε; Πως είχε σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις Χριστούγεννα; Της χρωστούσε ωστόσο  μιαν απάντηση…

Είχε συνηθίσει τόσα χρόνια την απουσία των Χριστουγέννων απ΄ τη ζωή του, που δεν ήξερε αν μπορούσε πάλι να τα αναζητήσει. Ο καιρός που μικρό αγόρι έγραφε γράμμα στο Αη Βασίλη και το τοποθετούσε στο δέντρο περιμένοντας να πραγματοποιηθεί η ευχή του τη νύχτα της παραμονής  και που δάκρυζε απαρηγόρητος στην αγκαλιά της μητέρας  του λίγο πριν κοιμηθεί,  όταν του διάβαζε «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» του Άντερσεν,  ήταν η πρώτη του χριστουγεννιάτικη ανάμνηση. Θυμάται που μετρούσε ένα ένα τα σπίρτα του μικρού κοριτσιού που άναβαν κι ύστερα από λίγο έσβηναν, δίνοντας κάθε φορά ελάχιστη  θαλπωρή στη μικρή ηρωίδα κι από μέσα του ευχόταν να μην τελειώσουν τα σπίρτα, για να την κρατήσουν ζεστή μέχρι να την βρει κάποιος να την πάρει μαζί του σ΄ ένα σπίτι γεμάτο αγάπη σαν το δικό του. Στιγμές της παιδικής του ηλικίας καλά θαμμένες  από χρόνια στον πυθμένα της μνήμης του.

Και πιο βαθιά απ΄ όλες, εκείνη η παραμονή Πρωτοχρονιάς που ήταν δεν ήταν οκτώ χρόνων. Είχαν καλεσμένους στο σπίτι. Το κάτασπρο τραπεζομάντηλο, η ξεροψημένη γαλοπούλα,  τα καλά σερβίτσια, τα λαμπιόνια στο δέντρο, τα δώρα με τα περίτεχνα κουτιά και τα πολύχρωμα περιτυλίγματα, φάνταζαν  όλα μαγικά στα παιδικά μάτια  του, σαν τα γιορτινά δωμάτια  που κοιτούσε με τη φαντασία της η μικρή ηρωίδα του Άντερσεν στο άναμμα κάθε σπίρτου. Ζούσε την απόλυτη ευτυχία! Φαίνεται όμως πως η ευτυχία θα διαρκούσε και γι΄ αυτόν εξίσου λίγο. Μόλις είχε καταφέρει να  ξετυλίξει το δώρο που είχε ζητήσει στο γράμμα του από τον Άγιο Βασίλη, ένα υπέροχο συναρμολογούμενο πειρατικό πλοίο, που, ω ανέλπιστη χαρά, του έδωσε ο ίδιος ο άγιος μπαίνοντας  ξαφνικά στην αλλαγή του χρόνου από την μπαλκονόπορτα του σπιτιού, φωνάζοντας  μάλιστα  τ΄ όνομά του μαζί με τα χαρακτηριστικά ξεφωνητά του «Χο!Χο!Χο!».  Με ασυγκράτητο ενθουσιασμό και το μεγάλο δώρο στα μικρά του χέρια έτρεξε στην κουζίνα αναζητώντας τη μητέρα του για να της το δείξει και να της πει για την ξαφνική επίσκεψη του αγίου, όταν  την είδε να κρυφογελά, καθώς ο Αη Βασίλης την φιλούσε στο λαιμό κρατώντας την αγκαλιά, ενώ η λευκή του γενειάδα κι ο κόκκινος σκούφος του βρίσκονταν παραπεταμένα σε μιαν άκρη του πάγκου. Το πλοίο του γλίστρησε απ΄ τα χέρια χωρίς να το καταλάβει, σπάζοντας σε μικρά μικρά κομμάτια, μαζί με την καρδιά του. Η ξαφνιασμένη ματιά της μητέρας του  συνοδευόμενη από ένα παρατεταμένο  «Σσσσσστ!  του ‘κοψε τα πόδια και  τη μιλιά,  ενώ στο πρόσωπο του Αη Βασίλη που είχε γυρίσει αποσβολωμένος προς το μέρος του,  αναγνώρισε τον προσκεκλημένο στο γιορτινό τραπέζι συνέταιρο του πατέρα του. Η μαγεία των Χριστουγέννων είχε γι’ αυτόν χαθεί για πάντα. Ένιωθε σαν ήρωας μιας ακόμα θλιβερής Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν παραμύθι. Δυστυχώς τα σπίρτα είχαν τελειώσει και για εκείνον και η ευχή του δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.

Δεν ξανάγραψε ποτέ πια  γράμμα στον Άγιο Βασίλη ούτε και έκανε ξανά άλλη ευχή. Οι συζητήσεις  με τους συμμαθητές του για παιχνίδια, επιθυμίες και Χριστουγεννιάτικη ευτυχία τον άφηναν από τότε αδιάφορο. Κάτω απ΄ το δέντρο έβρισκε πάντα κάθε χρόνο ένα ξεχωριστό δώρο αγορασμένο απ΄ τους γονείς του. Ποτέ όμως δεν ξανάνιωσε την πλημμύρα της αληθινής χαράς εκείνου του πειρατικού πλοίου που δεν το συναρμολόγησε ποτέ. Ούτε και την καρδιά του.

Το τσουχτερό κρύο του Δεκέμβρη τον ανάγκασε να σηκώσει τα πέτα του παλτού του και να βάλει τα χέρια του στις τσέπες. Ξάφνου κοντοστάθηκε ψηλαφώντας με το δεξί του ένα ξεχασμένο κουτάκι σπίρτα. Το κράτησε γερά στη φούχτα του και συνέχισε το δρόμο του με βήμα πιο γοργό.

 

Προηγούμενο άρθροΗ οδύσσεια ενός αριστερού νέου (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΘεόδωρος Γρηγοριάδης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ