Έφη Κατσουρού

0
223

Μπλουζ των Χριστουγέννων

 

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Καλά Χριστούγεννα ευχήθηκε μπαίνοντας στο μαγαζί, ήταν παραμονή Χριστουγέννων, λίγο πριν αλλάξει η μέρα κι εκείνη επαναλάμβανε από το πρωί σχεδόν εμμονικά αυτή τη φράση σε όποιον φίλο ή γνωστό συναντούσε, σε διασταυρώσεις τυχαίες κι ανούσιες, σε συναντήσεις μείζονες στα θραύσματα του χρόνου που είχε μάθει να κατοικεί

Καλά Χριστούγεννα,  επανέλαβε απευθυνόμενη τώρα στον Χ.,  μπορούμε να ευχόμαστε άφοβα για λίγη ώρα ακόμη μέχρι να σημάνουν Μεσάνυχτα μέχρι να ξημερώσει και το βάρος αναπόφευκτα να μετατοπιστεί στον νέο χρόνο-υπερφορτωμένη εποχή δεν βρίσκεις; γεμάτη όνειρα και αναιρέσεις και ευχές και επιθυμίες κι άλλα όνειρα που όλα τους κρέμονται στα κλαδιά της διακοσμητικής ευτυχίας μας κρυστάλλινα κι εύθραυστα να βαραίνουν τις νύχτες τις μεγάλες του Δεκέμβρη τις ανεξάντλητες νύχτες τις διάτρητες από τις αναλαμπές της υπερβάλλουσας προσδοκίας που γίνεται προσμονή της ματαίωσης

– κάποτε ξέρεις σκέφτομαι πως μέσα στο δέντρο κρύβονται εκατοντάδες γάτες σκαρφαλώνουν και ακονίζουν τα νύχια τους στον κορμό του να αποκτήσει κι αυτός εκδορές ηδονής και είναι τα μάτια τους που λαμπυρίζουν ανάμεσα στις ελατοβελόνες και οι ουρές τους οδηγοί και γιρλάντες ονείρων έτσι πρέπει να είναι οι ευχές και τα όνειρα και οι επιθυμίες ελεύθερα να βαδίζουν ακροβατώντας στα κεραμίδια της ύπαρξης τις νύχτες–

γι’  αυτό αγαπώ αυτή την ευχή Καλά Χριστούγεννα -τόσο αόριστη και τόσο πλήρης που περιέχει μέσα της ένα πάντα και ένα τίποτα, τόσο διακριτική όσο η αγάπη την ίδια ώρα έτοιμη να υψωθεί και να χαμηλώσει -όλα τα άλλα έρχονται και φεύγουν εποχικά επιθυμίες που δεν τολμούν να γίνουνε ευχές ευχές που δεν ριζώνουν σε επιθυμίες ευχές και επιθυμίες δεμένες σε κόμπους ναυτικούς όνειρα άλλοτε μικρά και άλλοτε μεγάλα και έπειτα στιγμές μ’ ό,τι από αυτά και τίποτα στις σκοτεινές σπηλιές της διάρκειάς τους στιγμές που κρατούν όσο οι φωταυγές του δέντρου μα το φως τους είναι τόσο οξύ που κάνουν και το πιο βαθύ σκοτάδι να διαλυθεί μέσα στα αχανή δάση της μοναξιάς

κάποια Χριστούγεννα τα περίμενα μόνο για να φέρουν κοντά μου τον Α. αλλά βλέπεις ο έρωτας δεν διαθέτει τίποτα το αόριστο είναι τόσο συγκεκριμένος που όταν η επιθυμία ντύνεται το ρούχο της ευχής γίνεται επικίνδυνος -εκείνος; φοβήθηκε απλά φοβήθηκε τον υπερβάλλοντα πόθο και ο φόβος είναι ο εχθρός ο αιώνιος του έρωτα και της ευχής και της επιθυμίας κι εγώ εκείνη την Πρωτοχρονιά άρχισα να μαθητεύω μέσα στα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών[1] κι έκτοτε έπαψα να εξαρτώ τη χαρά μου από τα περιγράμματα άρχισα να ακουμπώ στην αοριστία των πόθων και των ευχών -όπως τότε κοριτσάκι που προτιμούσα να μην ζητάω τίποτα συγκεκριμένο από τον Άγιο ώστε να θρέφει την πίστη μου η ασχημάτιστη στο παιδικό μυαλό μου προσμονή να πυροδοτεί την χαρά μου η γενναιοδωρία της έκπληξης και μάλλον κάπως έτσι έμαθα να μη ζητάω να μην εκλιπαρώ να ακολουθώ το καιρό και τον έρωτα από τις έλξεις και τα σημάδια τους

Ο Χ. έσκυψε προς το μέρος της κι ενώ ετοιμαζόταν να ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της τραβήχτηκε κι απέθεσε ένα ηττημένο φιλί στο δεξί ζυγωματικό της.

Είδες που στο είπα καλύτερα κάποιες επιθυμίες να μη γίνονται ευχές και να συνεχίζουν να κατοικούν στην ασάφειά των οριζόντων τους όσο οι άνθρωποι δεν μπορούν να σπάσουν  δεν μπορούν να γράψουν έστω μια ρωγμή στις ασφάλειές τους 

 

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

 

Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος μπήκε στο μαγαζί που θα άνοιγε κανονικά μετά την αντίστροφη μέτρηση για το νέο έτος, ήταν εκεί μόνο ο Χ. για τις προετοιμασίες και σαν να δραματοποίησε τους στίχους του τραγουδιού που ακουγόταν από το μικρό ραδιοφωνάκι τον φίλησε στο στόμα.

για να μη μπούμε με εκκρεμότητες στη νέα χρονιά έτσι δεν είναι; άκου το ρεφραίν του τραγουδιού

 «Παραμονή Πρωτοχρονιάς να σε φιλήσω /  και μια ευχή πάνω στα χείλη σου ν’  αφήσω /  καθώς αργά θα ξετυλίγεις τον καιρό σου /  σα παραμύθι να με βλέπεις στο όνειρό σου. »[2]

να άλλη μία αόριστη ευχή που ίσως ποτέ δεν μάθουμε αν γεννήθηκε πριν ή μαζί με την επιθυμία αν έσβησε με την εκπλήρωσή της σε τι αναλογίες περιέχει το όλον το πάντα το τίποτα και το ποτέ μας

 

10, 9, 8, 7, 6, 5, 4 …. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

[δεν ξανασυναντήθηκαν παρά τυχαία στο δρόμο τόσο αόριστα όσο ευχήθηκαν εκείνη τη νύχτα]

 

[1] Αναφορά στον Μίλτο Σαχτούρη

[2] Τραγούδι Δόξα Δεκέμβρη Μήνα σε στίχους του Ηλία Κατσούλη από τον δίσκο «Καλαντάρι» σε μουσική και ερμηνεία του Παντελή Θαλασσινού

Προηγούμενο άρθροΘεόδωρος Γρηγοριάδης
Επόμενο άρθροΠαντελής Μπουκάλας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ