Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ 12+3 προτάσεις για την πεζογραφία και το δοκίμιο (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

12+3 προτάσεις για την πεζογραφία και το δοκίμιο (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
84
RALPH FLECK, "Stadion 23/II"", 2023

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Δώδεκα συν τρεις προτάσεις και συστάσεις  για την πεζογραφία και το δοκίμιο επί τη βάσει πρόσφατων δημοσιευμάτων μου (*)

To μυθιστόρημα του Νίκου Αμανίτη Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, Μεταίχμιο, έρχεται μετά το ανανεωμένο ιστορικό μυθιστόρημα και την πρωτοποριακή ιστορική μεταμυθοπλασία, όπως έχουν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της μακράς μεταπολιτευτικής περιόδου, ανήκοντας σε μια μόλις αναδεικνυόμενη τάση. Μιλώ για μυθιστορήματα, για νουβέλες ή και για ακατάτακτα ειδολογικώς πεζά τα οποία δουλεύουν σε μια σαφώς καινούργια γραμμή με την ιστορική τους ύλη. Ο Αμανίτης υιοθετεί τις παραδοχές της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, υπονομεύοντας την αντικειμενικότητα της αλήθειας και σπάζοντας την ιδέα του οιουδήποτε αφηγήματος για το παρελθόν σε θραύσματα χρόνου (ποικίλα εμπρός και πίσω) και χώρου (κατά καιρούς στάσεις, ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις της δράσης, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα). Παίζει, παρόλα αυτά, ένα νεότευκτο παιχνίδι με τον τρόπο συνάρθρωσης των τεκμηρίων και της μυθοπλαστκής περιβολής τους – προς την κατεύθυνση ενός περίπλοκου docfiction Καταλήγω με την πεποίθηση πως Ο αγνοούμενος του Ματαρόα μάς συστήνεται ως ένα εξαιρετικά γόνιμο υβρίδιο, που ανοίγει δρόμους στη συμπόρευση λογοτεχνίας, τεκμηρίων, ιστοριογραφίας και Ιστορίας προς ένα ανοιχτό και, θα έλεγα, ολόφρεσκο και άκρως δυναμικό σύμπλεγμα.

Κινούμενος μεταξύ ρεαλισμού και ψευδαίσθησης, ανάμεσα στην παρωδία και στο δράμα ή στο ενδιάμεσο μαρτυρίας και αυτοχλευασμού, ο ήρωας του Βασίλη Γκουρογιάννη στο μυθιστόρημα Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, Μεταίχμιο, μοιάζει να εκπροσωπεί δυο ταυτοχρόνως καταστάσεις.  Η αλήθεια του Κόμματος και η αλήθεια της Ιστορίας κόντρα στην προσωπική αλήθεια και στην ιστορική διάψευση με ένα πελώριο κενό εντέλει να υπονομεύει τα πάντα: σύμβολά του, το αδιάβαστο ή μάλλον το ατέλειωτο επί καιρό Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και η καβαφική ποίηση, που θα κερδίσει το κοινό της με την αφοσίωσή της στα πάθη του σώματος και όχι με την κατάδειξη της κοινωνικής παρακμής, όπως πίστευε για ένα τουλάχιστον διάστημα η Αριστερά.   Οξύτερος, εναργέστερος, γλωσσικά πολύ πιο περίπλοκος, αλλά και με μεγαλύτερες συγκινησιακές δυνατότητες από ό,τι στην Αναψηλάφηση (2019), ο Γκουρογιάννης δεν αποφεύγει και στα Κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, τη σχηματοποίηση και τις εύκολες ευθυγραμμίσεις, τα κιάλια, όμως, του νικητή της μάχης του Στάλινγκραντ θα καταφέρουν να λειτουργήσουν εντέλει ως πολλαπλά αποτελεσματικό φίλτρο τόσο για τις πολιτικές όσο και για τις ψυχολογικές εμπλοκές του ήρωα – και αυτό δεν είναι λίγο.

Με τις Μεσοτοιχίες, εκδόσεις Πατάκη,  με εκατό δηλαδή σύντομα διηγήματα ή με εκατό πολύ σύντομα κεφάλαια ενός εν δυνάμει μυθιστορήματος εσωτερικής επικοινωνίας, ο Μισέλ Φάις έρχεται να ολοκληρώσει όχι μια άτυπη, όπως το λέει ο ίδιος, αλλά μια αφανή ή υπόγεια αφηγηματική τριλογία το τελευταίο μέρος της οποίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολογιστικό – αυτοαπολογισμός έργου και βίου που θέλει να κρατήσει τους δυο πόλους αχώριστους σε μια διαδρομή η οποία συνενώνει πυρετικά τις τύχες τους σε ένα σύνολο έτοιμο να αναδείξει από τη μια πλευρά τη συνεχή διαφορά μέσα από την αέναη επανάληψη και από την άλλη τη θέαση του κόσμου διαμέσου της πανταχού παρουσίας του αφηγητή σε ετεροπροσδιορισμένους πλην ομόρριζους χώρους, ικανούς να λειτουργήσουν ταυτοχρόνως ως τόποι εγκλεισμού και διαφυγής.  Θα πρέπει να σημειώσω εδώ πως η γλώσσα, που παίζει απαραγνώριστο ρόλο στην πεζογραφία του Φάις, θα αποκτήσει στις Μεσοτοιχίες έναν επίσης αυτοαπολογιστικό χαρακτήρα: από τη διαρκή συνομιλία της με τη γλώσσα των ετερωνύμων του, όπως έχει ενσωματωθεί και λειτουργήσει στα παλαιότερα έργα του, μέχρι, υποπτεύομαι και διαισθάνομαι, τη μετασχηματισμένη αναπαραγωγή προγενέστερων τρόπων και χωρίων της. Η αυτοβιογραφία και η αυτομυθοπλασία στο υψηλότερο στάδιο της έκφρασής τους και στην καλύτερη ώρα της έμπνευσης και της φαντασίας τους – όταν εγκαταλείπουν το συγγραφικό και το φυσικό εγώ για να αγκαλιάσουν ποικιλοτρόπως τους άλλους.

Η νουβέλα του Κώστα Σωτηρίου Σταματία, το γένος Αργυροπούλου, Θεμέλιο, έπεται της θεατρικής εκδοχής και διασκευής του 2014, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αναδεικνύοντας την κωμικοτραγική διάσταση του μονολόγου της πρωταγωνίστριας, τις ψυχολογικές της παλινδρομήσεις, αλλά και ένα πορτρέτο πολύ κοντά στην καρικατούρα, το οποίο δεν αφαιρούσε, παρόλα αυτά, την ανθρώπινη υπόσταση της Σταματίας ούτε διέγραφε τα έκτυπα κοινωνικά χαρακτηριστικά της. Ο θεατρικός αυτός μονόλογος ανέβηκε με επιτυχία το 2014 από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και με την Ελένη Ουζουνίδου να θριαμβεύει επί σκηνής.  Πηγαίνοντας στη νουβέλα η οποία προήλθε από τη σκηνή του θεάτρου, η Σταματία Αργυροπούλου είναι μια γυναίκα βουτηγμένη μέχρι τον πάτο στις εμμονές και τις ιδεοληψίες της ενόσω την παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Με πατέρα και σύζυγο εθνικόφρονου περιβάλλοντος (θα χάσει και τους δύο νωρίς και κάτι τέτοιο θα αποδειχθεί κάθε άλλο παρά τυχαίο δραματουργικά), αποκομμένη από την πραγματικότητα, βαθιά συντηρητική, αν όχι και καθαρώς αντιδραστική, η Σταματία αποτελεί καθημερινό έμβλημα του μικροαστισμού, καθώς και όμηρο ενός πλέγματος κοινωνικής και πολιτικής φοβίας, που χάνει βαθμιαία κάθε έρεισμα και στήριγμα, παραμένοντας μέχρι το τέλος παραδομένη στις αυταπάτες της. Ο συγγραφέας δεν της επιφυλάσσει, εντούτοις, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, την καταγγελία, την καταδίκη και τον χλευασμό μα εξ αντιθέτου την κατανόηση και ένα είδος τρυφερότητας.   Τρυφερότητα που επιζητεί την αναγωγή της στο ιστορικό πλαίσιο της Μικρασιατικής Καταστροφής, της μεταξικής δικτατορίας, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μεταπολεμικής περιόδου και της χούντας του 1967. Η Ιστορία θα μετατραπεί έτσι όχι σε λογοτεχνικό δικαστήριο και σε έγκλημα καθοσιώσεως με πολιτικό πρόσημο, αλλά σε παραμορφωμένο καθρέφτη ταυτισμένο με την οπτική της Σταματίας και εγκλωβισμένο στη μικροαστική υποκρισία ή σε μια σχεδόν παρανοϊκή ηθική δεοντολογία.

Το τρίτο στη σειρά βιβλίο της Ελισάβετ Χρονοπούλου υπό τον τίτλο Επί σκοπώ πλουτισμού, Πόλις, επανέρχεται στην αγριότητα της Κατοχής, εστιάζοντας την προσοχή στο ζήτημα των δωσίλογων και σχηματίζοντας, αν συνυπολογίσουμε τα δύο προηγούμενα βιβλία της, μια τριλογία για τη βία, οξύτερη, αθλιότερη και πιο ανατριχιαστική κάθε φορά που γίνεται ένα βήμα βαθύτερα στο παρελθόν. Η συγγραφέας θα περάσει τώρα στο μυθιστόρημα, συμπυκνώνοντας τα θέματα και τις αφηγηματικές τεχνικές της σε ένα πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει αμφότερες τις κατηγορίες: από την πολιτική βία του παρελθόντος ή από την πίεση της μεταμνήμης (από τον τρόπο με τον οποίο κληροδοτούνται τα τραύματα και οι ενοχές για το ατομικό μα και για το συλλογικό κακό από γενιά σε γενιά) μέχρι τη συνομιλία μιας κατά βάσιν ρεαλιστικής μυθοπλασίας από τη μια πλευρά με πραγματικά πλην πειραγμένα ιστορικά υλικά (αρχεία δικών, καταθέσεις μαρτύρων, ιστοριογραφικές υποσημειώσεις και τεκμηριωμένη ιστορική δράση σε αγαστή συγκατοίκηση με επινοημένα βιογραφικά και με μυθιστορηματικά οικογενειακά επεισόδια συνοδευόμενα από ομόλογα ημερολόγια, επιστολές και ποιήματα – όπως και στη συλλογή διηγημάτων Έτερος εχθρός του 2017) και από την άλλη με τον κόσμο της φαντασίας ή μάλλον με τη δύσκολη πραγματικότητα των ψευδαισθήσεων και της σύγχυσης όταν ο ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει ευθύνες από μια εποχή προς την οποία επί δεκαετίες πίστευε (και μάλιστα με πίστη ακράδαντη) πως δεν όφειλε το παραμικρό.

Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του αντισοβιετικού γιατρού  Σαβίριν Ροντιόν Αντόνοβιτς (επινοημένο πρόσωπο) ο Μιχάλης Μιχαηλίδης θα ανατρέξει στο μυθιστόρημα Η τελευταία πλεκτάνη, Νεφέλη, βασισμένος σε πολλαπλές αναδρομές, στην οικονομική, την κοινωνικοπολιτική και την ιδεολογικοπολιτική σοβιετική ιστορία, χρησιμοποιώντας ένα πυκνό και εξαιρετικά ογκώδες πραγματικό υλικό: από τον πολεμικό κομμουνισμό, τους κουλάκους, τα κολχόζ και τα σοβχόζ, τη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ), τα πενταετή πλάνα, τη βαριά βιομηχανία, τις δίκες επί Στάλιν, τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση και τις προσπάθειες για τη συγκρότηση βιομηχανικής υπερδύναμης μέχρι την κυριαρχία του Κόμματος, τα γκουλάγκ, τους ήρωες-εργάτες, τη λενινιστική δικτατορία του προλεταριάτου, τη προσωπολατρία, τις διώξεις της καλλιτεχνικής ελευθερίας, τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και τον Ψυχρό  Πόλεμο.
Να επαινέσω οπωσδήποτε τον ιστοριοδιφικό αγώνα του Μιχαηλίδη με μια κοπιωδώς συγκεντρωμένη βιβλιογραφία πλην το ζήτημα σε ένα τόσο εποπτικό ιστορικό μυθιστόρημα δεν είναι αυτό. Εκείνο για το οποίο πρωτίστως κρίνεται ο μυθιστοριογράφος έχει σχέση με την εσωτερική δομή και με την αρχιτεκτονική άρθρωση της σύνθεσής του. Υπό αυτή την έννοια ο Μιχαηλίδης έχει κατανείμει λειτουργικά στην αφήγηση τις περιόδους της σοβιετικής εποχής, έχει προσδώσει φυσική και ολοζώντανη, καθημερινή πνοή στα γεγονότα και στα τεκμήρια, έχει διατηρήσει ένα άγρυπνα κριτικό πνεύμα στη μακρά διαδρομή του και το κυριότερο έχει φροντίσει να μη μπορεί να διαχωριστεί η γραμμή της μυθοπλασίας από τη γραμμή της Ιστορίας σε ένα εντέλει εξοικονομημένο (παρά τις πολλές σελίδες) ανάπτυγμα.

Μικρά πεζά, εκτενέστερα ή βραχύτερα (ακόμα και μονοσέλιδα ή ημισέλιδα), για τα παιδικά, για τα εφηβικά και για τα νεανικά χρόνια ή και για τις ανεπαίσθητες (έως και αδιόρατες) εμπειρίες του άμεσου παρόντος. Επίσης, πεζά για την ιστορική και για την ατομική μνήμη, για «άπιαστα» (για πτερόεντα, για δύσκολα εντοπίσιμα) στιγμιότυπα της καθημερινότητας και για την κινητήρια δύναμη της λογοτεχνίας. Ακόμα, πεζά που καταφεύγουν στο νεύμα και στον υπαινιγμό – που θα μείνουν  ανοιχτά ως προς την τελική ερμηνεία (αν υπάρχει όντως τελική ερμηνεία) της σημασίας τους, που θα υιοθετήσουν ένα αινιγματικό χαμόγελο, αν δεν θα προσχωρήσουν ευθέως στο χιούμορ και στη χαμηλόφωνη, διακριτική κωμωδία κι αν δεν θα επιτρέψουν μια υπόνοια παρείσδυσης από το κλίμα της πεζογραφίας του φανταστικού. Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα βασικά δεδομένα του βιβλίου Ουμπίκικους, Κίχλη,  του Γιώργου Τσακνιά ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, δεν μας έχει δώσει ποτέ μέχρι σήμερα κάτι αδιάφορο ή αναμενόμενο, κάτι βαρετό και αυτονόητο ή τυχαίο. Στο ανά χείρας βιβλίο θα συναντήσουμε, είτε θεματικά είτε ειδολογικά, το διήγημα και το μικροδιήγημα, το δοκίμιο και τον πλάγιο ιστοριογραφικό αναστοχασμό, τη σύγχρονη, επικεντρωμένη στο υποκείμενο του αφηγητή ταξιδιωτική λογοτεχνία, την πεζογραφία των μνημονικών ανακλήσεων, την αυτομυθοπλασία και την αυτοβιογραφία και, όπως το έχω ήδη σημειώσει, το φανταστικό, στο οποίο θα χρειαστεί να προσθέσω, ως απαραίτητα συμπληρώματα, το παράδοξο ή και το ελαφρώς παράλογο, σε μια παράδοση που έρχεται από τον Ε. Χ. Γονατά και τον Μαρσέλ Σβομπ.  Κι αν είναι να μιλήσουμε για την ίδια την αυτομυθοπλασία και την αυτοβιογραφία, καθώς και για την οργανική έτσι κι αλλιώς συγκατοίκησή της με τη μνήμη, μένω με την ιδέα πως ένας τέτοιος δεσμός διαχέεται σε όλα τα κείμενα του τόμου, καθιστώντας την Ιστορία, το χιούμορ και τον ακαταπόνητο διάλογο με τα αφηγηματικά και με τα λογοτεχνικά είδη πηγή αναγνωστικής ευφορίας και απόλαυσης, σε ένα σύμπαν όπου τα πάντα συναντούνται με τα πάντα (μαζί τους και η μουσική, οι στίχοι των τραγουδιών και ο κινηματογράφος), χωρίς να προκύπτει το παραμικρό χάσμα στην κάθε άλλο παρά εύκολη συναρμογή τους.

Το μυθιστόρημα της Εύης Καρκίτη Ο Ιερώνυμος την έρημο, Κριτική, μας βάζει σε τρεις διαφορετικούς κόσμους. Κόσμοι βυθισμένοι είτε  στη φαντασία και στην παραμυθία, που θα προσφέρουν μια ασπίδα προστασίας, είτε στον ρεαλισμό και σε σκοτεινά εσωτερικά τοπία, όπου η απομόνωση, η ανασφάλεια και ο φόβος θα κάνουν πλήρη κατάληψη. Πρόκειται για μια ισορροπία τρόμου με εύθραυστα και συνάμα ανθεκτικά υλικά η οποία θα εμπνεύσει έναν αγώνα διάσωσης που δεν θα σταματήσει ποτέ, όπως συνέβη και με τον άγιο Ιερόθεο του τίτλου του βιβλίου ο οποίος υπερασπίστηκε μέχρι τελικής πτώσεως την αυτονομία και την ανεξαρτησία του. Η Καρκίτη φτιάχνει τρεις κόσμους όχι για να τους ανυψώσει σε ουράνιες σφαίρες, ούτε για να τους αντιπαραβάλει ή για να τους αντιπαραθέσει στεγνά μεταξύ τους, αλλά για να εξετάσει προοπτικές και για να υπολογίσει πιθανότητες. Και το αποτέλεσμα αποδεικνύεται, παρά την ισορροπία τρόμου, άκρως εξισορροπημένο και βαθιά ανθρώπινο. Οι δυνατότητες βρίσκονται πάντοτε μπροστά μας. Δεν είναι, όμως, αυτονόητες και δεδομένες: εγγράφονται, αντιθέτως, σε ένα μονίμως δυνητικό και ανοιχτό πεδίο, όπως το αναδεικνύουν η ελλειπτική διάρθρωση της πλοκής (κινητήρας για την ανάπτυξη της δράσης) και η σύμπλεξη πραγματικού, φαντασιακού/φανταστικού και παραμυθητικού στοιχείου στο εσωτερικό μιας εντέλει ενιαίας αφήγησης.

Η συλλογή διηγημάτων Ντιμινουίτες για αγίους, Εστία, του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου γίνεται κάποτε υπερβολικά υπαινικτική ως προς τις σημασίες τις οποίες επιδιώκει να προβάλει. Πρόκειται για υπερβολή που πιθανόν να κρατήσει κάπως έξω τον αναγνώστη ή και να τον αναστείλει. Αν και θα ήταν άδικο να καταλογίσω στον συγγραφέα την οποιαδήποτε ασάφεια, πολλώ δε μάλλον αν προσέξουμε τα διηγήματά του για μια ιστορικά εναλλακτική ναζιστική Γερμανία ή για τη σπαρταριστή συνεύρεση ενός μοναχού και μιας γυναίκας κατάστικτης από τατουάζ – από παρωδία και μαύρη κωμωδία μέχρι ψυχολογικό δράμα. Επίσης, ο Χριστόπουλος έχει την ικανότητα να στήνει και να φτιάχνει χαρακτήρες από το πουθενά, δηλαδή αιφνιδιαστικά για τα χωροταξικά περιθώρια ενός διηγήματος, πολύ περισσότερο που τα αφηγηματικά του πρόσωπα πλησιάζουν τους εκάστοτε συνομιλητές τους, ανοίγοντας ένα ζωντανό πεδίο επαφής μαζί τους. Δουλειά με πρωτοτυπία, με ένταση, όπως και με ύφος, που κερδίζει από την εσωστρέφειά του, ορίζοντας περιοχές οι οποίες προφέρονται για περισσότερη εκμετάλλευση στο μέλλον. Ένας καθ’ όλα έτοιμος συγγραφέας.

Ο Ηλίας Μπιστολάς θα επικεντρώσει με τα διηγήματά του Η κορυφή του κόσμου, Τόπος,  την προσοχή του στο παρόν με τους ανθρώπους που ζωντανεύουν στις ιστορίες του να ζουν κρίσιμες -«παροξυσμικές» κατά τον δικό του χαρακτηρισμό- καταστάσεις, αντιμετωπίζοντας κάτι το οποίο υπερβαίνει σαφώς την εμπειρία και τις πρακτικές τους ευχέρειες – κάτι που  αφαιμάζει εντέλει τα αποθέματά τους, μειώνει τις δυνάμεις τους και τους παραδίδει σε έναν στροβιλισμό από την ορμή του οποίου δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να ξεφύγουν. Κι εδώ βλέπουμε τον Μπιστολά να περνάει από την περιπετειώδη αφήγηση, από το εξωτικό στοιχείο, από τον μύθο, από τον θρύλο, από την επιστολική λογοτεχνία και από τις εικόνες κοινωνικού πανικού σε διηγήσεις που παραπέμπουν στον Πόε και στον Ιούλιο Βερν ή να μεταπηδά από την υπόγεια ειρωνεία στο υπαρξιακό άγχος, το οποίο ταυτίζεται άλλοτε με τον σωματικό πόνο και άλλοτε με τον ψυχικό παραδαρμό, αν όχι ταυτοχρόνως και με τα δύο. Τον βλέπουμε επίσης να ακροβατεί εσκεμμένα ανάμεσα στον νατουραλισμό και στον ρεαλισμό, αποκαλύπτοντας εκ παραλλήλου και έναν δεσμό με το παράλογο ή με ένα είδος απρόσμενης αταξίας και υπέρβασης. Δεν  πρόκειται μόνο για στιλιστική ικανότητα και για γλωσσική δεξιοτεχνία. Αυτά είναι αναμφίβολα και κεκτημένα, τα οποία, με δεδομένο ότι μιλάμε για τη δεύτερη προσπάθεια του Μπιστολά, ενισχύουν και προάγουν σαφώς την πεζογραφική του ταυτότητα. Εκείνο για το οποίο θα πρέπει να συζητήσουμε περισσότερο στην παρούσα φάση είναι η λογοτεχνική του ευφυΐα. Ευφυΐα η οποία παρεισδύει στα διάκενα και στις αποσιωπήσεις των ιστοριών του, προκαλώντας συμπυκνωμένες εκρήξεις μιας αφανούς, κρυμμένης ενέργειας. Και νομίζω πως αυτό αποτελεί και το εφόδιο με το οποίο θα προσβλέψει στο μέλλον.

Η Αλεξάνδρα Χαΐνη συνδέει στις Μισές αλήθειες, Ποταμός, τα δικά της μικροδιηγήματα με τις «ιστορίες της παλάμης» του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, όπου περισσότερο από την πλοκή, τη δράση και τους χαρακτήρες κυριαρχεί το αίσθημα. Αίσθημα, όμως, όχι πληθωρικό και ξέχειλο μα από λιτό έως και συρρικνωμένο, κάποτε σαν υπαινιγμός ή σαν συνοδευτικός τόνος, που θα μεταστοιχειωθεί είτε σε μελαγχολία είτε σε περιπαικτική υπονόμευση και σε μαύρη κωμωδία. Η συγγραφέας μοιάζει να κάνει λόγο για οικογενειακές σχέσεις και για οικογενειακά πρόσωπα, να μιλάει για τη γυναίκα, για τον έρωτα και για την αγάπη (αυτά τα τρία όχι κατ’ ανάγκην συναρμοσμένα μεταξύ τους), να αναδεικνύει αυτοβιογραφικά ψήγματα και να στρέφεται λιγότερο στον περίγυρο και περισσότερο στον εαυτό της. Η διηγηματογράφος παίζει εμπνευσμένα με λέξεις και με ονόματα, κρύβεται κατά τόπους από τον αναγνώστη την ώρα ακριβώς που τείνει να γίνει πιο προσωπική, εναλλάσσει τον ρεαλισμό με τη φαντασία και με το παραμύθι ή με το θέατρο και ανεβάζει ταχύτητα στους αφηγηματικούς της ρυθμούς χωρίς να αποκλείει, ακόμα κι αν είναι μόνο περιστασιακά,  την παρεμβολή μιας μεθόδου μουσικών παύσεων. Συγκεκριμένα και σαφώς εστιασμένα, τα μικροδιηγήματα της Χαΐνη, δεν θέλουν ταυτοχρόνως να απομακρυνθούν από μια τάση φυγής, να εγκαταλείψουν μια προδιάθεση να βγουν από το κάδρο, απαλλαγμένα από τα ρούχα της προκαθορισμένης προοπτικής και από έναν ορίζοντα προαποφασισένης προσδοκίας.

Οι κεντρικοί μυθιστορηματικοί ήρωες στο Πέρα από τη συναίνεση, Πόλις, του Ευάρεστου Πιμπλή, εκπροσωπούν δύο εντελώς αντίθετους τύπους αρσενικών. Ο Ενζό είναι άνω των τριάντα, έχει μεγαλώσει ως παραδοσιακός άντρας, νιώθει περήφανος για το πρότυπο αρρενωπότητας που ενσαρκώνει και έχει μεγάλη επιτυχία στον γυναικείο πληθυσμό. Το #MeToo, όμως, θα υπονομεύσει το σύστημα των βεβαιοτήτων του: οι γυναίκες θα πάψουν να τον βλέπουν σαν επί γης θεό και εφόσον τον τροφοδοτούσε ανέκαθεν η αίσθηση της ανδρικής κυριαρχίας, θα αρχίσει τώρα να τρέφεται με φαντασιώσεις ανδρικής αγριάδας και βίας, που εύκολα και γρήγορα θα συμπεριλάβουν στο πεδίο βολής τους τούς ομοφυλόφιλους. Ο Εμίλ από τη μεριά του, λίγο παραπάνω από είκοσι ετών, έχει συνείδηση της ομοφυλοφιλίας του, αν και θα δυσκολευτεί να εξοικειωθεί μαζί της, πολλώ δε μάλλον που δεν έχει πάψει να νιώθει κατώτερος των υπερπροβεβλημένων αρσενικών και να ερεθίζεται με την ιδέα της πλήρους υποταγής στις επιθυμίες και στις ορέξεις τους. Και να που ξαφνικά οι δυο άντρες μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν – ο Ενζό να απολαύσει την αυτοεπιβεβαίωσή του και ο Εμίλ να βυθιστεί στην εθελοδουλία του. Με τη διαφορά πως ο τελευταίος θα αγγίξει με αυτήν τα όριά του. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος θα παρακολουθήσουμε την αφήγηση του Ενζό και στο τρίτο την αφήγηση του Εμίλ. Στο ενδιάμεσο τμήμα, ο Πιμπλής θα παραθέσει τεκμήρια από τον Τύπο και από ηλεκτρονικές συνομιλίες για τη δικαστική εμπλοκή του Ενζό όταν θα βιαιοπραγήσει εις βάρος του Εμίλ σε παρισινό καφέ. Το τι ακριβώς έχει μεσολαβήσει, θα το βρούμε στην αφήγηση του Εμίλ. Είναι άλλο η εθελοδουλία, που έχει εγγραφεί στα μύχια της ψυχής του λόγω της αδυναμίας του να απαλλαγεί όντως από το είδος των ανδρών οι οποίοι τον απωθούσαν και τον πανικόβαλλαν ανέκαθεν και εντελώς άλλο το να ανεχθεί τον εξευτελισμό τον οποίο του επιφυλάσσει ο Ενζό. Κάτι μεταξύ δοκιμίου, λογοτεχνίας των τεκμηρίων και αυτομυθοπλασίας, που υπηρετεί με ιδιαίτερα ευοίωνες υποσχέσεις το σύγχρονο (και όχι μόνο το ελληνικό) μυθιστόρημα.

Ο Τίτος Πατρίκιος έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην ποίηση, αλλά το βιβλίο του Διαδρομές και διασταυρώσεις, Κίχλη, είναι μετάβαση σε άλλο είδος, συγκεντρώνοντας δοκιμιακά του κείμενα, δημοσιευμένα σε όλη την διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου: από το 1977 μέχρι το 2023. Γράφοντας, βεβαίως δοκίμια, ο Πατρίκιος όχι μόνο δεν παραμερίζει την ποίηση μα και σπεύδει να τη βάλει στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, γρήγορα θα διαπιστώσουμε πως ο Πατρίκιος καταπιάνεται με την ποίηση, χωρίς ποτέ πάντως να ξεχνά τον δημόσιο λόγο του. Οι άνθρωποι της γενιάς του και ιδιαιτέρως όσοι ανήκαν στην Αριστερά διεκδίκησαν ανέκαθεν χώρο στη δημόσια σφαίρα για την παρουσία τους. Και υπό αυτή την οπτική ο Πατρίκιος δεν είναι μόνο ποιητής, αλλά και διανοούμενος με παρεμβατικό ρόλο ο οποίος ανέλαβε κατ’ επανάληψη να σχολιάσει όλες τις προηγούμενες δεκαετίες όχι μόνο καλλιτεχνικά και αισθητικά ζητήματα αλλά και πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά θέματα. Κάτι που δεν έχει πάψει να κάνει μέχρι και σήμερα όπου και όποτε τον καλούν προκειμένου να τιμηθεί η ποιητική του τέχνη. Τα δοκίμια συγκεντρώνουν όσο τρέχουν μέσα στον χρόνο όλο και πιο συστηματικά την προσοχή τους στην ποίηση, επί μεγάλο διάστημα, ωστόσο, θα δούμε τον Πατρίκιο να πηγαίνει προς ένα ευρύτερο θεματικό φάσμα – και κάτι τέτοιο έχει πρωτίστως να κάνει με την πολιτική του αγωγή. Ο ίδιος εντάχθηκε από πολύ νωρίς στη μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά, απαλλαγμένος από τα μονόχνοτα βαρίδια της αριστερής νοοτροπίας. Ο πολιτικός του λόγος, παρόλα αυτά, θα συνεχίσει για αρκετό διάστημα να αντλεί εφόδια από τον δυτικοευρωπαϊκό και ιδίως από τον γαλλικό και τον ιταλικό μαρξισμό, καθώς και από τη δεξαμενή της ευρωπαϊκής κοινωνιολογίας η οποία και τον έθρεψε επιστημονικά.

Στο δοκίμιο με το οποίο ξεκινάει το βιβλίο, ο Πατρίκιος γράφει για την κοινωνικοπολιτική έννοια της αμφισβήτησης, όπως είχε κυριαρχήσει στην Ευρώπη ήδη από τον Μάη του 1968, καθώς και για νεόδμητες τότε κατηγορίες της μαρξιστικής σκέψης και της κοινωνιολογικής ανάλυσης, ενώ δεν θα απομονώσει σε καμία περίπτωση, ό,τι κι αν γράψει γι αυτήν, την ποίηση από όσα την περιβάλλουν, προχωρώντας σε απτές παρατηρήσεις και διακρίσεις για τη σχέση της με τα μέσα επικοινωνίας, με την εκπαίδευση, με τη μετάφραση, με την Ιστορία και με την παράδοση. Ας υπογραμμιστεί η πολυπαραγοντική και δυναμική προσέγγιση της παράδοσης συν την περιπλοκή θεωρητική υποδομή όταν τίθενται κάτω από τον φακό  της έρευνας τα μέσα επικοινωνίας. Φτάνοντας σιγά-σιγά προς τις ημέρες μας εκσυγχρονίζεται και η θεματολογία,  καλύπτοντας την προσαρμογή του συγγραφέα στις απαιτήσεις της ηλεκτρονικής εποχής ή τη διασταύρωση της ποίησης με την ιατρική. Με τα τελευταία πάντως δοκίμιά του ο Πατρίκιος θα ανοίξει τον δρόμο προς την ίδια την ανάγνωση της ποίησης (πιστεύει στην επικοινωνία και στην εξωστρέφεια και όχι στην ασάφεια και στα ανεξάντλητα σύμβολα), αποκαλύπτοντας εκ παραλλήλου οδούς πρόσβασης όχι μόνο στο δικό του ποιητικό έργο, αλλά και σε μια προσωπικότητα σαν τη δική του, η οποία καθόρισε το ύφος του καιρού της, κρατώντας πάντοτε μια θέση κοντά στο φως.

Ο εξαρχής υπονομευμένος ρεαλισμός της απόδοσης της εξωτερικής πραγματικότητας, η από σκοπού αοριστία και ασάφεια με την οποία σχηματίζονται οι μορφές της, σε συνδυασμό με ένα μόνιμο κλίμα ονείρου και υπέρβασης, δείχνουν αμέσως την όσμωση της πρόζας του Ε. Χ. Γονατά με την ελευθερία και με τη φαντασία του ποιητικού λόγου. Σε ένα άλλο επίπεδο, σημαντικό ρόλο θα παίξουν στα κείμενά του και ο υπερρεαλισμός ή το παράλογο. Ο αποσπασματικός ιστός και οι αιφνίδιες διακοπές της δράσης, που αφήνουν τα τεκταινόμενα κυριολεκτικώς στη μέση του πουθενά, αλλά και τα παράταιρα, κάποτε χιουμοριστικά συμπλέγματα με τα οποία καλύπτονται τα προκαλούμενα κενά, προσδίδουν μιαν ιδιαίτερη, ανορθολογική ρευστότητα στα έμβια (πρόσωπα, ζώα, φυτά) και τα άβια (αντικείμενα)  των ιστοριών του. Παρόλα αυτά, ο Γονατάς θα φλερτάρει με την ποίηση και με τον υπερρεαλισμό ή με το παράλογο δίχως να εγκλωβιστεί ποτέ στα όριά τους. Το ίδιο θα συμβεί και με τον εξπρεσιονισμό, με τους εκπροσώπους του οποίου θα εμπλακεί και μεταφραστικά.

Αυτό είναι το φάσμα το οποίο θα διατρέξει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου με το βιβλίο της Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, εκδόσεις Πατάκη, με τον χαρακτήρα μιας πολλαπλά συνθετικής μελέτης. Συνθετική επειδή αναλαμβάνει να συμπλέξει την εξιστόρηση του προσωπικού, του διανοητικού και του καλλιτεχνικού βίου του Γονατά με μια εις βάθος και πολυμερή έρευνα για τους δεσμούς του πεζού του έργου, όπως τους προλάβαμε πρωτύτερα, με τη φαντασία και με το όνειρο της ποιητικής γλώσσας, με τον υπερρεαλισμό, με τον εξπρεσιονισμό, με το παράλογο, με το αστείο και με το χιούμορ, καθώς και με το παράξενο, με το παράδοξο και με το φανταστικό υπό την έννοια των αυτοδύναμων λογοτεχνικών ειδών.

Σε ένα πολυσυζητημένο θέμα, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, επανέρχεται ο Κώστας Περούλης με το διπλό και πυκνό δοκίμιό του Μισέλ Ουελμπέκ: δύο κείμενα για την ποιητική του, Εστία. Μετά από μια προ δεκαετίας συλλογή διηγημάτων, ο Περούλης θα καταπιαστεί με τον Ουελμπέκ σε δύο επίπεδα: το ένα είναι η ισλαμοφοβία του, που έφερε τα πάνω κάτω στη Γαλλία, το άλλο η σχέση του με τον υπαρξισμό και με τον ρεαλισμό, που ανατέμνει τον θεματικό προσανατολισμό, τη στάση και την τεχνοτροπία του έργου του. Μακριά από υπέρμετρες ιδεολογικές φορτίσεις και από τη σπουδή να εντάξει οπωσδήποτε κάπου τον Ουελμπέκ, στα δεξιά ή στα αριστερά, στην ετερότητα ή στην κανονικότητα, στους συμπεριληπτικούς ή στους αντι-συμπεριληπτικούς, ο Περούλης, χωρίς να αρνείται τον (ήδη πάντως βεβαρημένο) όρο «ισλαμοφοβία», λέει πως θα πρέπει να τον κοιτάξουμε χωρίς το στέμμα της εκκλησίας και του Θεού, μένοντας στο ηθικό του περιεχόμενο, ιδίως αν επικεντρωθούμε στις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν εναντίον του συγγραφέα για τους όποιους δεσμούς του με την πορνογραφία.  Ευχερέστερο θεωρώ να μιλήσουμε για το δίδυμο του ρεαλισμού και του υπαρξισμού στον Ουελμπέκ, όπου το κενό και η απομόνωση από τον κόσμο, η σαρτρική ναυτία και ο α λα Καμύ παραλογισμός, τα δεδομένα δηλαδή όρια του γαλλικού υπαρξισμού, ο οποίος στρέφεται έτσι κι αλλιώς μια σφαίρα α-χρονικής και υπερ-χρονικής απροσδιοριστίας, θα αποκτήσουν μέσω του Μπαλζάκ και του Μαρξ (χωρίς, πάντως, διαλεκτικούς μηχανικισμούς), μια επίγεια υλικότητα.

(*) Βήμα της Κυριακής, Αναγνώστης, Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και στο συνδρομητικό KReport.

Προηγούμενο άρθροΩ Λαλά! – Ιστορία μιας ζωής (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)
Επόμενο άρθροΟ χρόνος σε τίτλους (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ