Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Τετ-α-τετ με την ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Χρήστος Τσιάμης)

Τετ-α-τετ με την ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Χρήστος Τσιάμης)

0
174

Χρήστος  Τσιάμης (ανταπόκριση)

 

Του άρεσε να ανακαλύπτει.  Όμως αυτή του η ανακάλυψη είχε κάτι το εντελώς περίεργο.  Μόλις είχε κλείσει τα είκοσι οχτώ και εκείνη ήταν περίπου στα εξήντα οχτώ της.  Δεν ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν.  «She had been around…», όπως λένε εδώ.  Απλώς, αυτός μάλλον… κοιμόταν, και δεν την είχε πάρει καθόλου χαμπάρι!  Τώρα η Γεωγραφία της είχε κάνει σάλο στη χώρα.  Η «Γεωγραφία ΙΙΙ» για την ακρίβεια.  Τον σαγήνευσε.  Και όσο και αν έψαξε δεν βρήκε τη “Γεωγραφία Ι” ή τη “Γεωγραφία ΙΙ”.  Για αυτόν,  ένα από της ζωής της τα μυστήρια.  Έπεσε όμως με τα μούτρα επάνω στο υπόλοιπο, λιτό, σφιχτό σώμα τού έργου αυτής της ηλικιωμένης, μα για αυτόν νέας, ποιήτριας.  Και είχε βαλθεί να μεταφράζει με ζέση τα ποιήματα της στη γλώσσα του.

 Ελίζαμπεθ Μπίσοπ την έλεγαν και είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια, μετά τα μέσα του αιώνα, στη Βραζιλία. (Εδώ μπλεκόταν ένας έρωτας.  Είχε πάει στη χώρα αυτή, στα σαράντα της, για δυο βδομάδες, γνώρισε τη Λότα – αρχιτέκτονα με καταγωγή από οικογένεια με οικονομική και πολιτική ισχύ – και έμεινε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μαζί της…).  Τώρα όμως βρισκόταν στην Αμερική και θα παρουσίαζαν το καινούργιο βιβλίο της σε ένα κολέγιο στο Στέϊτεν Άϊλαντ, στο νησί της Νέας Υόρκης όπου πηγαίνεις με φέρυμποτ από το νοτιότερο άκρο του Μανχάταν.  Κι έτσι, μιας και δυο, αυτός βρέθηκε εκείνη τη βραδιά στη μισοάδεια μεγάλη αίθουσα του κολεγίου, όπου η κυρία με το αρχοντικό παρουσιαστικό διάβαζε ποιήματα.  Στο τέλος τής απαγγελίας, απάντησε σε λίγες ερωτήσεις τού κοινού.  Η τελευταία ερώτηση αφορούσε το σχετικά μεγάλο της ποίημα «The Moose» (Μους κατά το Βους), δηλαδή «Η Μεγάλο-έλαφος».  Σε αυτό περιγράφει ένα ταξίδι με λεωφορείο από τον βορειοανατολικό Καναδά προς τη Βοστώνη της Αμερικής, όπου κάποια στιγμή το όχημα σταματάει απότομα όταν καταμεσής του δρόμου κάνει την εμφάνιση του αυτό το πελώριο ζώο (στο οποίο  η ποιήτρια αποδίδει θηλυκό γένος), και μας λέει:

Η μεγαλοέλαφος έχει βγει μέσα από

     το αδιαπέραστο δάσος

        και στέκει εκεί, μάλλον προσμένει,   

       στη μέση του δρόμου.

   Πλησιάζει, και οσμίζεται

      Το ζεστό καπό τού λεωφορείου.

 Και παρακάτω:

    Με το πάσο της,

   επιθεωρεί το λεωφορείο ένα γύρο,

  τεράστια, άλλου κόσμου πράγμα.

Η ερώτηση της κοπέλας από το κοινό ήταν: «ποιόν συμβολισμό είχε στο ποίημα   το ζώο αυτό;»  Και η ποιήτρια απάντησε: «Απολύτως κανέναν.»  Και περιέγραψε ότι, εκεί που ακουμπούσε κουρασμένη στου λεωφορείου το παράθυρο, διαπίστωσε πως για μια στιγμή είχε βρεθεί τετ-α-τετ με εκείνο το πελώριο ζώο.  Την κοίταζε.  Ανάμεσα τους μόνο του παραθύρου το γυαλί.  Αυτό ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μέσα της η ποίηση!  Δηλαδή, στο ποίημα, όπως και στη ζωή, the moose is simply a mooseείπε.  Σε εκείνο το σημείο τέλειωσε η εκδήλωση και ανακοινώθηκε ότι σε μια άλλη αίθουσα, σε έναν άλλον όροφο, το κοινό θα μπορούσε να συναντήσει την ποιήτρια, συνοδεία καφέ και αναψυκτικών βέβαια.

Ήταν ένα σχετικά μικρό δωμάτιο συνεδριάσεων με έναν μπουφέ και ένα μακρύ τραπέζι στη μέση.  Σαν έφτασε (με λίγη καθυστέρηση, γιατί είχε χαθεί στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του κτιρίου), είχαν ήδη μαζευτεί εκεί κάμποσοι.  Δυο τρεις που στέκονταν όρθιοι και συζητούσαν, πέντε έξι νέοι και νέες που είχαν στρογγυλοκαθίσει στην πέρα άκρη του τραπεζιού με έναν αέρα αδιαφορίας (μια πόζα που τότε την ονόμαζαν «cool»), και στην κορυφή, ακριβώς απέναντι από εδώ που στεκόταν αυτός στην πόρτα, καθόταν η ποιήτρια.  Εκείνη τη στιγμή, κάποιος είχε σκύψει και της είχε ζητήσει να του υπογράψει ένα βιβλίο, και όταν εκείνος έστριψε να φύγει, αυτός προχώρησε αποφασιστικά, τη χαιρέτησε, και κάθισε δίπλα της, στην πλευρά του τραπεζιού, στην άδεια καρέκλα.

Της εξομολογήθηκε ότι ντρεπόταν να της πει ότι μόλις την είχε ανακαλύψει.  Και αυτή του απάντησε, με γέλιο, με το συνηθισμένο «κάλλιο αργά…».  Και όταν της μίλησε για τις προσπάθειες του να μεταφέρει την ποίηση της στα Ελληνικά αυτή ξεφώνισε «αχ! Η Ελλάδα!»  Και του διηγήθηκε πως είχε έναν φίλο που είχε ένα σπίτι εκεί, και έχει ανοιχτή πρόσκληση να πάει να τον επισκεφθεί, και πόσο το ποθεί, και όλο το αναβάλει αυτό το ταξίδι…  Αλλά θα το κάνει.  «Αυτό το καλοκαίρι, οπωσδήποτε!»  Του το είχε υποσχεθεί.  Από τη συνέχεια της συζήτησης προέκυψε ότι ο φίλος της ήταν ο γνωστός Αμερικανός ποιητής Τζέιμς Μέριλ, γόνος της οικογένειας τού μεγάλου χρηματιστικού οίκου Μέριλ-Λυντς.  Μίλησαν ακόμα λίγο για τα ποιήματα της που αυτός μετέφραζε και τον κάλεσε να την επισκεφτεί στο διαμέρισμα της για να συνεχίσουν τη συζήτηση.  Έμεναν ούτως ή άλλως κοντά, γιατί εκείνο το εξάμηνο αυτή δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και έμενε στο συγκρότημα με τα διαμερίσματα των καθηγητών, δίπλα στην  πλατεία Γουάσινγκτον.  Του έδωσε το τηλέφωνο της και του ζήτησε να γράψει το όνομα του στην τελευταία λευκή σελίδα σε ένα από τα βιβλία που είχε μπροστά της, αυτά δηλαδή που είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα για την ανάγνωση.

Την επόμενη φορά που την είδε ήταν με λύπη.  Ήρθε και πέρασε το καλοκαίρι και οι απαιτήσεις της δουλειάς τού είχαν στερήσει τις διακοπές και τον είχαν κρατήσει φοβερά απασχολημένο.  Ένα πρωί ήταν πάλι στο τραίνο για της μιας ώρας το επαναληπτικό ταξίδι.  Μόνη του απόλαυση η πολυσέλιδη εφημερίδα.  Αφού ξεκινήσει το τραίνο, την ανοίγει.  Την ξεφυλλίζει σιγά σιγά, ώσπου φτάνει σε μια σελίδα και βλέπει τη φωτογραφία της!  Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου, 1979, η ημερομηνία.  Ο τίτλος του άρθρου: «Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Είχε λάβει το Βραβείο Πούλιτζερ Ποίησης και Είχε διδάξει στο Χάρβαρντ».  Και παρακάτω έλεγε: «Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ… πέθανε από εγκεφαλικό ανεύρυσμα το Σάββατο στο σπίτι της στη Βοστώνη.  Ήταν 68 χρονών.»  

‘Ένα βύθισμα της καρδιάς, και σκέψεις σωρηδόν ακολούθησαν καθώς το τραίνο έσχιζε με ταχύτητα το τοπίο απέξω.  Εκείνη την άνοιξη είχαν συμβεί πολλά στη ζωή του.  Δεν της είχε τηλεφωνήσει.  Τώρα το έφερνε βαριά.  Φαίνεται πως το καλοκαίρι είχαν τελειώσει οι πανεπιστημιακές της υποχρεώσεις στη Νέα Υόρκη και είχε γυρίσει στη βάση της, στη Βοστώνη.  Να είχε κάνει άραγε εκείνο το πολυπόθητο ταξίδι στην Ελλάδα, όπως του είχε πει;  Όποιες εντυπώσεις είχε αποκομίσει εκεί, άραγε, να είχε προφτάσει να τις κάνει ποίηση;  Και μια εικόνα όλο ανέβαινε στον αφρό από το βυθό της μνήμης του.  Η νεαρή Ελίζαμπεθ στο λεωφορείο, στο άγριο δάσος του Καναδά, σε εκείνο το ταξίδι, και εκείνο το ζωντανό που την κοιτάει πίσω απ’ το άθραυστο γυαλί που τους διαχωρίζει.  Και η εικόνα μεταλλάζει σε μια άλλη: η ώριμη ποιήτρια πίσω από το γυαλί της φήμης της πιά, και από την άλλη μεριά του γυαλιού αυτό εδώ το σγουρόμαλλο πλάσμα με τα μαύρα μαλλιά.  Αυτός ο νεαρός, που εμφανίστηκε μπροστά της, ξαφνικά, μέσα από τον άγριο δασώνα κατασκευών και μηχανών της μεγαλούπολης, και της μιλάει για ποίηση.  Ποιος περιεργάζεται, άραγε, ποιόν σε αυτό το σκηνικό;  Για το συναπάντημα με τη «Μους», την Έλαφο, η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ είχε γράψει σε εκείνο το ποίημα:

Γιατί, γιατί αισθανόμαστε

(όλοι αισθανόμαστε) τη γλυκιά

αυτή αίσθηση της χαράς;

Μια έκφραση πηγαίας χαράς στο πρόσωπο της (για αυτά που συζητούσαν στο κολέγιο εκείνη την ποιητική βραδιά) είναι επίσης αυτό που είχε συγκρατήσει ο νεαρός συνομιλητής της από την Ελλάδα.  Μια έκφραση που μέσα του διαρκεί μια ολόκληρη ζωή.  Όπως και κάθε της ποίημα…

 

Προηγούμενο άρθροΤι έγινε στο The Hellenic Centre στο London… (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθρο Η ποιητική του κήπου (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ