Τρίτη, 21 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Το γενικό πνεύμα της ποίησης του Γιώργου Βέη (του Βασίλη Ζηλάκου)

Το γενικό πνεύμα της ποίησης του Γιώργου Βέη (του Βασίλη Ζηλάκου)

0
244

 

του Βασίλη Ζηλάκου 

 

Μακριά, πολύ μακριά από την ευλογία
υπάρχει ένα χαμόγελο — το αληθινό κενό
…οι βαθιές κινήσεις, τα γεύματα στην παραλία,
η υγρασία των ξανακερδισμένων φιλιών —,
προς τι λοιπόν η προδοσία που σχεδόν πάντα
μας αιφνιδιάζει στο τέλος του μήνα;

Η φυγή, η άλλη εκδοχή της υπεροχής μας
πάνω σ’ αυτό το στήθος που τόσο ξοδέψαμε
μέσα στο ψέμα, παραμένει το ανοιχτό σχολείο

Ξεκινώ με το ποίημα «Πρωινό φεγγάρι πάνω απ’ τη Σάμο», από τη συλλογή Χρυσαλλίδα στον Πάγο (1999). Η φυγή ταυτίζεται μ’ ένα ένθερμο άνοιγμα. Έχουμε την αίσθηση ότι  ο ποιητής κρατά έναν αυλό στο στόμα ή μια θαυμάσια λεία, αναδεύοντας στη σιωπή του την παραζάλη μιας αρωματισμένης βραδιάς. Όμως αυτός μάς έχει ήδη πει: «Μακριά, πολύ μακριά από την ευλογία / υπάρχει ένα χαμόγελο — το αληθινό κενό: οι βαθιές κινήσεις, τα γεύματα στην παραλία, η υγρασία των ξανακερδισμένων φιλιών». Το κενό για το οποίο μας μιλά ονομάζεται στην αρχαία γλώσσα μας ἀγχιβασίην, που θα πει βαδίζω προς κάπου, πλησιάζω. Ο ποιητής περνάει μέσα από τον ασώματο (κενό) χώρο τον αναμνήσεων, και από αυτό το διάστημα κατευθύνει την αρχική του διαφωνία(«Μακριά, πολύ μακριά από την ευλογία»). Το βλέμμα του θαρρείς και υψώνεται πάνω από το δεινό του χρόνου. Αποζητά την αφομοίωση και την υπέρβαση  του κενού.  Έτσι επιλέγει τελικά την πτώση της «φυγής», για να μην αποβληθεί οριστικά από το πεδίο του ορατού. Έτσι  συντελείται η ευδαιμονία της πλήρωσης των δύο πρώτων στίχων.

Η μοναξιά δεν είναι ποτέ κάτι το υπερβολικά παθητικό, ποτέ μια δικαιολογία για αξιοπρέπεια απέναντι στον δυνάστη· ποτέ η στυφή πληγή ή ένας μορφασμός αποδοκιμασίας. Δεν είναι ένας πεσμένος κούφιος καρπός που βρίσκει την ευτυχία του στη λήθη της γης. Αντιθέτως, συλλαμβάνεται μέσα στον μη εαυτό. Και με την παρόρμηση του χρόνου καθοδηγείται από τον αγνό έρωτα του ατομικού ανθρώπου για την ελαστική και εύχυμη πληρότητα του κόσμου. Σε αυτή την ποίηση, το παλαιό και το μελλούμενο φανερώνονται τελικά ως παρόν.

Διαβάζουμε στο κλείσιμο του ίδιου ποιήματος:

Το εγκώμιο το ανεκλάλητο του αρχαίου βλέμματος
προς την ύλη, την πυρακτωμένη ελιά,
κύματα υπομνήματα της αγάπης προς τον κόσμο
στο Ηραίον αφουγκράζονται τις πέτρες –
μελάνωμα ή μελανιά στην πλάτη
που γύρισε απότομα στο όνειρο
κεφάλι αμετανόητο γι’ αστέρια και δικαίωση.

Κανένα φάτνωμα θλίψεων δεν ρίχνει τον ίσκιο του στους στίχους αυτούς. Καμία μοιρολατρική βουή σκοτεινού ποταμού που πενθεί τις πηγές δεν αντηχεί εδώ. Ο άνθρωπος παίρνει παρουσία με τον ωραίο του τον τάφο, αλλά το σπέρμα του έχει ανέβει, έχει γίνει σπάθα και εγκώμιο προς την ύλη — «κεφάλι αμετανόητο γι’ αστέρια και δικαίωση», όνειρο.

Στο συγκεκριμένο ποίημα προσφέρεται, στο μάκρος της μυστικής χορδής του, η ισημερία της ποίησης του Γιώργου Βέη. Ποιος είναι αυτός ο τόπος;

Υπάρχουν ποιητές που πρωταρχικά σκέφτονται και ποιητές που πρωταρχικά νιώθουν. Ο Βέης δικαιώνεται με τη δροσιά της όρασης. Όμως η δική του όραση σχεδόν ποτέ δεν παγιδεύει τις πηγές της τέρψης της στις συγκινήσεις της καρδιάς. Ή μάλλον, ετούτες οι συγκινήσεις δεν είναι σχεδόν ποτέ ανεξάρτητες από αυτές τις πηγές· αντιθέτως, γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί μ’ αυτές. Λίγο μοιάζουν με μια τυχαία, με μια διαβατάρικη αντανάκλαση της συνείδησης, αλλά είναι όπως η ευτυχία των παιδιών που γεννιέται και μεγαλώνει μέσα στον κόσμο του περιβάλλοντός τους μακριά από κάθε σκεπτικισμό. Η διαφορά είναι μεγάλη. Ο ποιητής δεν ενορχηστρώνει το επίκεντρο μιας σκηνογραφικής ενωτικής πράξης. Η φύση είναι ένα είδος πρώτου σταθμού της επιστροφής του πνεύματος στον εαυτό. Αλλά είναι επίσης και το αποτέλεσμα μιας εξόδου. Διαβάζουμε στο ποίημα «Mortalibus Aegris», από τη συλλογή Για ένα πιάτο χόρτα (2016):

Τα γεράνια της αυλής, το αγιόκλημα
λένε όλη νύχτα Παράδεισο, Κόλαση
το χώμα αυτή τη φορά ακούει
όπως το πάτησες το πρωί
αυτί έγινε κι ακούει
μαθαίνει τώρα μαθαίνει γρήγορα,
ακούει, μα δεν πιστεύει τίποτα
ήδη σε λάσπη του Γενάρη
γυρίζει.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια λυρική παράδοση του ποιητικού υποκειμένου μέσα στα πράγματα, για μια ατομικότητα που ξανακερδίζεται στο ανυπότακτο κοπάδι της ροής, για μια βροχή που σαν βροχή δωρίζει και καθρεπτίζει τον εαυτό της, για ένα «κύμα» — όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Ερμηνεία στην παραλία», από την Παράφραση της Νύχτας (1989) — «που δεν μπορεί τόσους αιώνες να βρει την αμμουδιά του να τελειώσει». Στην ίδια συλλογή, το ποίημα «Θ’ ακούσω όλα τα ποιήματα» μας κάνει να καταλάβουμε ότι το μέτρο της αλήθειας είναι το ίδιο το υπερκείμενο (ή το παρακείμενο) της ατομικής γλώσσας:

Ξυπνάς κλαίγοντας στη μέση της νύχτας
κι έρχεσαι να κρυφτείς στον λαιμό μου
με τα μαλλιά βουτηγμένα ακόμα στα όνειρα
σε πιστεύω ό,τι κι αν πεις.

Δεν υπάρχει απαρχή, μήτε τέλος. Ο ποιητής γράφει στο ποίημα «Επιστροφή» της ίδιας συλλογής: «χωρίς αέρα τι άλλο να σου πω;». Θέλει να πει ότι η ουσία του είναι το σίδερο, ο τριγμός της γέφυρας, η πρωινή αλμύρα γυαλί στα χείλη, το φτηνό ασήμι στις φλούδες των δέντρων, η σκουριά που αφήνει το σάλιο στον λαιμό, ένα άδειο μπουκάλι, μια δεκάρα… Ο προορισμός του είναι ένας: να περπατήσει «στην άκρη της εικόνας» («Ερμηνεία στην παραλία»), ώστε έτσι να κερδίσει τον χρόνο.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε τον τίτλο «Γιώργος Βέης: Η Ποίηση του Ορατού». Το ποίημα «Η δικαίωση της Όρασης», από τη συλλογή Παράφραση της Νύχτας, μας βοηθάει να κατανοήσουμε τον προσανατολισμό του ποιητή:

Έτσι το φως: ένα κομμάτι παρελθόν
παλιώνει στα μάτια το πρωί, κρατάει
ως αργά το απόγευμα η θυσία στις μνήμες.
Κι αν τα δέντρα έχουν μάθει
να φυλάνε καλά τα μυστικά τους
τα φύλλα ξεθωριάζουν εύκολα
το φως διαβάζει τις λεπτές ίνες
γιατί ξέρει ότι το σκοτάδι τρέμει
φοβάται την ίδια του τη νύχτα.
Κι αν το χώμα έχει ξεραθεί
η λάμψη θα δώσει σ’ όλες τις πέτρες
στα πεύκα στα μαύρα κλαδιά
που θέλουν ν’ ανέβουν μισοκαμένα στα μαλλιά μας
ένα καινούργιο τοπίο να το γεμίσουν σοφία.

Έτσι το φως: έρχεται από μακριά
θα το καταπιούν κάποτε οι νεκροί,
οι ψηλές σκιές που μας περιμένουν υπομονετικά
στη μέση του δρόμου
ή έξω απ’ τα παλιά σπίτια στην άκρη της πόλης
και θα γίνουν εμείς —
τότε θα περάσουμε αποφασιστικά
κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου
σ’ εκείνο το άστρο που δεν ξέρει να δύει.

Ο ποιητής μάς μιλάει εδώ συντριπτικά για εκείνο που μας συναρτά απ’ άκρη σ’ άκρη. Στους πρώτους στίχους ταυτίζει το φως με το παρελθόν. Το φως —η κορωνίδα της όρασης— τεμαχίζει το υποκείμενο, που νιώθει να είναι κάτι κιόλας νεκρό, κάτι που έχει θυσιαστεί στις μνήμες. Στους επόμενους στίχους, όμως, το φως ξετυλίγει τις επάλληλες επιφάνειες των όντων. Η δράση του είναι κάθετη. Διαπερνά εγκάρσια την οντικότητα των όντων. Όμως αυτό το άλλο φως υπάρχει χάριν της φυσικής όρασης, κι ας είναι το φως του στοχασμού. Είναι το φως που έρχεται από μακριά. Είναι το φως του Λόγου, που ωστόσο ταυτίζεται με τη φυσική όραση. Είναι τελικά το είναι εν τω γίγνεσθαι ⋅ η διηνεκής παρουσία-ορατότητα του Κόσμου. Ο άνθρωπος καλείται να συμπορευτεί μαζί της, υπερβαίνοντας τον χρόνο ως αριθμό, ως καταμετρηθείσα κίνηση, φθάνοντας στην πνευματική αθανασία.

Πώς άραγε μπορούμε να εννοήσουμε αυτή την αθανασία; Η απάντηση δίνεται στον πρώτο στίχο του επόμενου ποιήματος με τίτλο «Του Δωρητή», της ίδιας πάντα συλλογής:

Τώρα σκοτάδι ορατό και γυρισμό δεν έχω

Το ποίημα, στο τελείωμα ενός άσοφου αιώνα, μας μιλάει για ένα φως αλλοτινό και λησμονημένο στην εποχή μας, που αποθέτει γαλήνια αυθεντία μαγικών σκήπτρων σε ανίερα χέρια και πεθαίνει, ωσάν απριλιάτικη διαφάνεια, στο μάκρος ενός νωθρού λυκόφωτος. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος αναποδογυρίζει το νόημα του πρώτου στίχου: 

Τώρα σκοτάδι ιερό και θυμίαμα δεν έχω.

Η αρχή του δράματος ξεκινά από τη θέση ότι ο ατομικός άνθρωπος δεν ανήκει ολοκληρωτικά στο υποκείμενο της δράσης (του). Ο ατομικός άνθρωπος έρχεται από μακριά. Ο ποιητής λέει: «το φως έρχεται από μακριά». Αυτό το αναγνωρίζουμε κάπου βαθιά μέσα μας· δεν βρισκόμαστε σε πλήρη λήθη. Νιώθουμε μερικές φορές ότι κιόλας έχουμε πεθάνει κάπου αλλού, ότι τώρα, αυτήν κιόλας τη στιγμή, είμαστε απλώς μια μαριονέτα — στα χέρια ποιου; Για να ξεπεράσουμε αυτή την αίσθηση, πρέπει να καταλάβουμε ότι όντως έχουμε πεθάνει κάπου αλλού. Ο δρόμος αυτής της κατανόησης είναι η ιερή νύχτα της ψυχής, το χρυσό πέρασμα που θα μας εξασφαλίσει τα αναστάσιμα περάσματα.

Ο ποιητής μιλάει συχνά στα ποιήματά του για δικαιοσύνη και αδικία. Μέτρησα 45 φορές τις λέξεις αυτές στο ποιητικό του έργο και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αδικία για τον ποιητή είναι να μην βλέπει ο άνθρωπος το φυσικό γίγνεσθαι ως δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και στο ποίημα «Εκδρομή» γράφει:

Πιστεύω πως τα τοπία ορίζουν την τύχη μας
ήταν εκεί — χάρτες φανταστικοί που μας περιέχουν
αναπνέουν με τους πόρους των σωμάτων τα λεπτά φύλλα
μεγαλώνουμε μαζί με τα δέντρα
περπατάμε μαζί στα ίδια όνειρα
βουνά χαμηλά μες στο πρωινό φως, δάση διαφανή
ξετυλίγοντας αθώα στην αρχή τα μονοπάτια
μετά ο αέρας θα σβήσει τα ίχνη θα χαθείς
το βάρος των ημερών που έζησες
ένα κομμάτι ασβέστης στην είσοδο της σπηλιάς.

Και στο ποίημα «Το τραγούδι του φοίνικα», από τη συλλογή Χρυσαλλίδα στον Πάγο:

Ποτέ δεν κύλησαν οι πέτρες, τα παγωμένα νερά
ποια είσαι, ας μην έρθεις ποτέ, εκδίκηση στη λίμνη
με τ’ άσπρα άλογα, την καμένη μουσική του Τσαϊκόφσκι
στο πέρασμα του ελαφιού το ουράνιο τόξο

Μας σκέφτεται, φθάνουμε πάντα αργά, χωρίς χρήματα
μισοί πια — αλλά θεοί μες στα δέντρα, δική μας είναι
η βροχή λίγη άνοιξη στην άκρη των βράχων, η Δίκη
μας κοιτάζει μ’ όλο το φως και το σκοτάδι που έχει.

Αυτή η ιδιότυπη δικαιοσύνη, ωστόσο, δεν συμβαδίζει με την αμεριμνησία. Είναι πρωτίστως μια δημιουργία, που ορίζεται ως μια προσπάθεια συντονισμού του υποκειμενικού ρήματος με τον κόσμο του γίγνεσθαι· καθώς όμως απουσιάζουν σταθερά αρχέτυπα, απέχει από τη μίμηση. Το μοναδικό αρχέτυπο που εμμένει, εκείνο της Ομορφιάς, αποκαλύπτεται εν τοις πολλοίς, δηλαδή μέσα στην πολλαπλότητα της εικόνας. Συχνά συναντούμε ποιήματα που φτιάχνονται από μια πλειάδα εικονικών παραθεμάτων, σαν να υποβάλλεται ολόκληρη η ζωή σε ένα αειθαλές αισθητικό φενακιστοσκόπιο. Η όραση είναι το πρωταρχικό θεμέλιο στην ποίηση του Γιώργου Βέη. Και είναι μέσω αυτής που η ποίησή του ζητάει να γίνει μια ποίηση οραματική, «να δει με τη φρεσκάδα ενός ονείρου και τη δόξα», όπως γράφει ο Γουέρτζουορθ στην «Ωδή: Αγγέλματα αθανασίας από αναμνήσεις της πρώιμης παιδικής ηλικίας». Στο ποίημα «Τα πράγματα με τ’ όνομά τους» (Χρυσαλλίδα στον Πάγο), επιμένουμε στους εξής τρεις στίχους, στην αρχή, στη μέση και στο τέλος του ποιήματος: 

  1. Δώσε στα μάτια τώρα το αληθινό σώμα
  2. Όχι με άλλα φιλιά αλλά με ιερό παρόν
  3. Γίνεσαι ό,τι ακούς, γίνε ό,τι βλέπεις

Με όλα τούτα κατά νου, μπορούμε να συλλάβουμε τον λόγο για τον οποίο ένα από τα πιο βασικά θέματα της πρώτης ποίησής του είναι ο έρωτας. Στη Χρυσαλλίδα στον Πάγο, συλλογή του 1999, ο έρωτας, που ως τότε απασχολούσε σχεδόν αποκλειστικά το βλέμμα του ποιητή, απομονώνεται ως θέμα. Διερωτόμαστε, όμως, γιατί έως αυτό το σημείο τον απασχολούσε τόσο, σε συνδυασμό με την όραση.

Ο έρωτας, στο έργο του νεανικού Βέη, με το σκοτεινό πέπλο που ρίχνει πάνω στα πράγματα, σκεπάζει την ορατότητα του κόσμου. Σκύβει σαν τον Νάρκισσο του Βαλερύ πάνω από την κηλίδα του νερού. Και την κοιτάζει με μια τέτοια εμμονή που στο τέλος καταστρέφει τον εαυτό του. Αλλά επειδή είναι εκ φύσεως άκαμπτα προσηλωμένος στο αντικείμενό του, στις σπάνιες περιπτώσεις που ευλογείται με το δώρο της αγάπης, τελικά αποδυναμώνει την περίκλειστη ατομικότητα. Γιατί υπάρχει πάντα το δάσος, οι μικρές κοιλάδες και οι πετρωμένες πηγές, τα προκαταρκτικά παιχνίδια του νου και των γεννητικών οργάνων, που είναι μια Σταύρωση πριν την Ανάσταση. Γιατί με και μέσα στον έρωτα, που κορυφώνεται με τη στιγμή του οργασμού και ολοκληρώνεται σε ένα σωματικό ή πνευματικό «εξαίφνης», ο άνθρωπος θεάται όχι πια μόνο τον εαυτό του, αλλά κι εκείνο που τον περιέχει, που δεν είναι μονοσήμαντα ο Άλλος, αλλά το φως της ενικότητας των όντων, το αιώνιο παρόν, το είναι εν τω γίγνεσθαι, όπου κάτω από την υπερυψωμένη σκέπη του συντελείται αδιάλειπτα μια ατέλειωτη προοπτική ατομικών εκρήξεων, απ’ όπου τελικά βλασταίνει η ίδια η ορατότητα του κόσμου. Με την ποιητική συλλογή Χρυσαλλίδα στον Πάγο, ο σεξουαλικός έρωτας μπαίνει κάπως στο παρασκήνιο, σαν να μην ενδιαφέρει πια τόσο, σαν να θέλει ο ποιητής να μας πει ότι αυτό που ζητάει δεν είναι η ματαίωση της όρασης αλλά το λευκό της άνθος. Έτσι, μέχρι το 1999 πολλά ποιήματά του μοιάζουν από στάχτη καμωμένα. Θωρακίζουν την ασθενική ικεσία τους για να διανύσουν μια διαφάνεια του ουρανού κλαμένη. Ο ποιητής, που τον ενδιαφέρει μόνο η όραση, δηλαδή το πραγματικό, σχεδόν συνθλίβεται από τον πόθο του. Στο ποίημα «Πυθαγόρειον Σάμου, 1989» από τη Γεωγραφία Κινδύνων (1994), για παράδειγμα, οι παρακάτω στίχοι μας μεταφέρουν κάτι από το κλίμα αυτό:

Στην παρακμή των καρπών
το μέτρο των ονείρων.
Πατημένα μήλα
φλούδες που ήταν κάποτε ο κόσμος
χυμένα σπλάγχνα χρωμάτων
χρυσόμυγες, τυφλά σκουλήκια
εκδικούνται, θέλουν να ματαιώσουν τις εικόνες.

Αντιθέτως, στο ποίημα «Η δουλειά του Ποιητή», πάλι από τη Χρυσαλλίδα στον Πάγο, οι πρώτοι στίχοι δείχνουν τη διαφορά: «Αλλά κι αν αύριο ξεραθούν όλα τα τοπία / θ’ αντέξουν πάλι τα μαλλιά μας, δεν θα γίνουν στάχτη», φέρνοντας στην ποίησή του μια καινούργια πνοή. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτό το σημείο και πέρα ο ποιητής μιλάει όλο και συχνότερα για δικαιοσύνη.

*

Μέσω αυτών των πρώτων γενικών σημάτων, μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια επίσης γενικά αλλά αναγκαία σχόλια επί του συνόλου. Τον ποιητή μας δεν τον ενδιαφέρουν η ουτοπία, η αντιπαραβολή με το πραγματικό, η αντιπαράθεση της πραγματικότητας με το σύμβολο. Για παράδειγμα, το φεγγάρι είναι το ουράνιο σώμα που φέγγει τη νύχτα. Και το φθινόπωρο, η άνοιξη, ο χειμώνας και το καλοκαίρι είναι οι εποχές του χρόνου — τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Νιώθουμε την πολυθεΐα της άνοιξης και τη λαμπερή ενότητα του θέρους, και αφουγκραζόμαστε την ενδιάμεση κατάσταση της προσδοκίας. Στο ποίημα «Φθινόπωρο, με ίασπι», από τα Υστερόγραφα της Γης (2004), «η πανσέληνος του Σεπτέμβρη είναι συνεπής στο παιχνίδι του χρόνου όσο ένα παιδί / ένα στρογγυλό κομμάτι ονείρου και πίστης / στο χρυσάφι του μέλλοντος». Αλλού η φύση δένεται καμιά φορά οργανικά με τη θέληση του ποιητή για περισσότερη ορατότητα. Στο ποίημα «Για τη βραδινή δροσιά», «ομολογεί ο άνεμος όνειρα και τόλμη», ενώ στο ποίημα «Για το Πεκίνο», αποτυπώνεται πρώτα η άνθιση της κερασιάς και της πεύκης και μετά το δροσερό αεράκι του Ειρηνικού και το άνοιγμα του λωτού στη βροχή. Τότε ο ποιητής αναφέρεται στον δύοντα ήλιο, που αλιεύει τα δεινά των σωμάτων, τα αλάθητα φιλιά, και  τα διχαλωτά χάδια.

Η λύπη επίσης σχεδόν ποτέ δεν ξεπερνά το όριο της απλής δυσαρέσκειας, το αίσθημα της δυσαρμονίας με τον κόσμο. Γίνεται, δηλαδή, ένα πράγμα του κόσμου, μια γυμνή αναφώνηση, γραμμένη σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο. Το βλέπουμε αυτό καθαρά στην ενότητα «Ίχνη στο χιόνι», πάλι από τη Χρυσαλλίδα στον Πάγο, όπου ο ποιητής εμπνέεται από τον κόσμο της φύσης και περιγράφει χωρίς σπαραγμό τον υπέρτατο δεσμό που ενώνει την κάθε άρνηση με τη σιωπή του αιώνιου γίγνεσθαι. Στην αρχή, σαν να τον καταλαμβάνει ακόμη ο παλαιός του εαυτός, νιώθει τη ματαιότητα της περιπλάνησης· κι ενώ θέλει να ανοιχτεί στην ορατότητα του κόσμου, τον κατατρύχει η προοπτική της μεταμόρφωσής του. Γράφει στο ποίημα «Αμέσως μετά το δάγκωμα του σκορπιού»: 

Σε πιάνει εκείνος ο πανικός 

Ότι θα γίνεις κάποιος άλλος

Το δηλητήριο μιας πιο επικίνδυνης

Πραγματικότητας

Θα μεταμορφωθείς: κουκκίδα αριθμός σταγόνα

Δροσιάς.

 

Αλλά στο αμέσως επόμενο ποίημα, «Φαντασμαγορία πτώσης», οι στίχοι μιλάνε από μόνοι τους τον αέρα της αλλαγής:

 

Δεν του μένει άλλη επιλογή

Έχει θολώσει το δέντρο

Και δεν βλέπει τίποτα στο παρελθόν

Τα παιδιά του θα τα μεγαλώσουν ο ήλιος κι η βροχή

Μάταιο το ροκάνισμα του φουντουκιού

Δεν θα του λείψει και πολύ η ψίχα

Η γεύση η πικρή του πρώιμου αμύγδαλου

Πέφτει στο στόμα του φιδιού

Από υπερηφάνεια ο σκίουρος.

 

Ο ποιητής θέλει να συντονιστεί με τον κοινό λόγο, μ’ αυτή καθαυτή την ορατότητα του κόσμου, και πέρα από τις εκάστοτε ρήξεις του με την πραγματικότητα, ζητάει να συσπειρωθεί «στη σύνεση / στην αιτιοκρατία της κάθε καρποφορίας» («Ντόρτμουντ»). Με το ποίημα «Ενθύμιον Μαρτίου», το πρώτο της συλλογής Υστερόγραφα της Γης, που διαδέχεται τη Χρυσαλλίδα στον Πάγο, συνθέτει ένα ποίημα που μας λέει ακριβώς τι πρέπει να πράξουμε:

Να στοχαστούμε δηλαδή αντίστροφα
ν’ ακούσουμε αυτή εντέλει την παράταση
τον διπλασιασμό π.χ. των αισθήσεων
μέσα σε μια πρωτοφανή λάμψη του εφήμερου.

Τα καθημερινά αντικείμενα δεν είναι κάτι άλλο εκτός από πράγματα. Αν αποκτούν μια ύπαρξη έξω από τη φαινομενικότητα, στη διάνοια του αναγνώστη, αυτό οφείλεται στην ένταση της αναγγελίας τους. Ο θάνατος, που σπανίως αναφέρεται ευθέως σαν γεγονός ατομικού πένθους, τίθεται σαν ορίζοντας της όρασης γενικά, και η αναμέτρηση μαζί του αποκτά, θα έλεγε κανείς, μια προσωκρατική τονικότητα.

Εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί από την ποίηση του Γιώργου Βέη μετριάζεται ο ρόλος των συμβόλων. Είναι γιατί ο ποιητής οράται το πραγματικό. Η όρασή του είναι τόσο εμπειρική που στις συχνές περιπτώσεις όπου ο λόγος τείνει προς τον μυστικισμό, για παράδειγμα στις πιο πρόσφατες συλλογές του, η έκσταση έχει εμπειρικό χαρακτήρα, ο οποίος κορυφώνεται μέσα στην αίσθηση της όρασης. Όμως η αισθητικότητα αυτής της όρασης δεν οφείλεται σε κάποιου είδους αγκύλωση στον ρεαλισμό. Οφείλεται στο ότι ο ποιητής νιώθει ταυτισμένος με το Εν-Παν.

Διαβάζουμε στο ποίημα «Ηραίον Σάμου»: 

Αυτό το μειλίχιο φως
δεν είναι παγίδα της θεάς
μήτε του πελάγου το δέλεαρ
αυτό ειδικά το φως
αγγίζεται, θέλγεται
βγαίνοντας στο μπαλκόνι
το ακούς κιόλας
κυματίζει σαν στοργή

Όχι, δεν είναι πλάνη
θέλει απλώς να σε φέρει
όσο πιο κοντά γίνεται
στο παν.

 

Στο ποίημα «Ars Poetica», από τη συλλογή Μετάξι στον Κήπο (2010), συναντούμε κι άλλο ένα τέτοιο μπαλκονάκι:

Στο μπαλκονάκι
με θέα τον διαλογισμό
πέντε το απόγευμα,
σαν από πολύ παλιά άρωμα γιασεμιού ελαφρύ
διακριτικό
πανίσχυρο όμως
σε πάει όπου θέλει αυτό

Αναχώρηση
επιστροφή
αναχώρηση
επιστροφή.

Και στο εμβληματικό για το σύνολο του έργου του ποίημα «Ο Κόκκινος Ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος» — ποίημα που θα άξιζε από μόνο του μια μονογραφία — υπάρχουν οι στίχοι:

Πέρασμα συμφιλίωση φώτιση ηχώ
ΟΜ
αφοσίωση σώματα φερέφωνα
στα πρόσωπα μιας πατρίδας άφεσης

Είσοδος στη δεύτερη φύση

 

[…]

 

Στα χρώματα του κήπου — η δύναμη
μονοθεϊσμοί πολυθεϊσμοί συγκεντρώνονται κι αυτοί εδώ
λάμπουν

 Δεν ξέρω αν χρειάζεται να βγούμε έξω απ’ τον κήπο
αν πρέπει να ξαναμπούμε μπουσουλώντας στην Ιστορία
αλλά εκρήξεις
νύχτα παγίδα, ξεριζώνονται σπίτια αυτόχειρες
μεσημέρι παγίδα, ξηλώνονται δρόμοι
ακούμε, βλέπουμε στους θρυμματισμένους τοίχους
θάνατος στους άπιστους

Λατομεία βίας οι πόλεις
στο Βαρανάσι είχαν ήδη ανάψει οι λάμπες πετρελαίου
τιμούσαν οι ινδουιστές τον Χανουμάν, τον θεό πίθηκό τους,
όταν έσκασαν οι βόμβες

 

[…]

 

Τι άλλο να μας περιμένει στο τέλος των δρομολογίων;

Αλλά εκρήξεις
δεν θα μείνει τίποτα όρθιο

 

[…]

 

Ένα απέραντο μαυσωλείο μέλλον κινδυνεύει να καταρρεύσει
δεν προλαβαίνουμε να περάσουμε απέναντι
στην ωραιότητα.

Ο συμβολισμός γεννιέται από τη στιγμή που το όραμα υποχωρεί από τη γη. Προϋποθέτει μια πραγματικότητα που πενθεί για το Όραμα που της λείπει. Άλλωστε, από την ανάγκη του ανθρώπου να συγκινηθεί ξανά χωρίς την παρεμβολή της διανοητικής ενέργειας, ο λογοτεχνικός συμβολισμός κατέφυγε στη μουσικότητα. Στην ποίηση του Γιώργου Βέη συναντούμε την ίδια υποχώρηση του διανοητικού λογισμού προς όφελος των άμεσα αισθητών συγκινήσεων, αλλά δεν μπορούμε να μιλήσουμε εκ του ασφαλούς για μουσικότητα ή, ακόμη πιο ειδικά, για έναν στίχο που υποβάλλει τα εσωτερικά κινήματα της ψυχής· για έναν στίχο όπου τα αντικείμενα μεταμορφώνονται εξ ολοκλήρου σε αυτά τα εσωτερικά κινήματα· για έναν στίχο, δηλαδή, όπου η ροή του ψυχισμού κινητοποιεί αφ’ εαυτής τον αμετάβλητο κόσμο των αντικειμένων και όπου τα γλωσσικά φωνήματα χάνουν το καθορισμένο από τη φύση ύψος και χρώμα τους, παύοντας να είναι σήματα.

Την ίδια στιγμή, το ποίημα αξιώνεται μια συμβολική μορφή, μια μετατόπιση προς τον νοητό κόσμο, που παρασταίνεται σωματικώς και μετουσιώνει την αισθησιακή αντικειμενικότητα σε πνευματική. Αυτό όμως επιτυγχάνεται με μια φαντασία η οποία, αντί να καθοδηγεί την πραγματικότητα, παρακολουθείται στενά απ’ αυτήν, χωρίς ωστόσο (και αυτό είναι το σπουδαίο) να χάνει τον έλεγχο επί του εαυτού της, καθώς δεν την ενδιαφέρουν τα νοήματα, αλλά η δημιουργία τους με και μέσα στον ρέοντα ιστό του χρόνου.Η σύγκλιση προς την ποιητική τέχνη του Wallace Stevens είναι καταφανής. Κι εδώ η ποίηση ζητάει να αντικαταστήσει τη θρησκεία. Κι εδώ τον πρώτο λόγο έχουν ο στοχασμός, η πολύχρωμη, διακοσμητική σχεδόν εικονοποιία, το καθημερινό βίωμα, το παράδοξο, η αντίφαση κ.ο.κ.

Η οραματική (και μετασυμβολιστική) σκέψη του Γιώργου Βέη δείχνει τον αληθινό της στόχο, που είναι η αναδημιουργία του κόσμου μέσα από την ταύτιση του Εγώ με τον Κόσμο του γίγνεσθαι. Το επίκεντρό της είναι ακριβώς αυτή η αδυαδική, σχεδόν πανθεϊστική πνευματικότητα του ποιητή, που λάμπει μέσα από πάρα πολλούς στίχους του ποιητή και η οποία βρίσκει την πιο πλήρη της έκφραση στις συλλογές Ν, όπως Νοσταγλία, Μετάξι στον Κήπο, Βλέπω και Για ένα πιάτο χόρτα. Η συνένωση της πλωτίνειας μεταφυσικής και της ηρακλείειας φυσικής, υπό το διαθλαστικό φως της ανατολικής εμπειρίας, είναι το φιλοσοφικό προπύργιο της συγκεκριμένης στάσης. Όμως, στα αποσπάσματα στα οποία έχουμε ως τώρα αναφερθεί, δείχνεται και κάτι άλλο: ότι η ουσία αυτής της γλώσσας δεν είναι ούτε η ουτοπία ακριβώς (αφού η ωραιότητα υπάρχει και είναι εδώ), ούτε ο ρεαλισμός — αφού ο ρεαλισμός αδυνατεί να υπερβεί τους διάφορους δυισμούς της σκέψης (εγώ και κόσμου, είναι και γίγνεσθαι, χρόνου και αιωνιότητας), κατατεμαχίζοντας έτσι ακόμη πιο βαθιά τη φαινομενικότητα του κόσμου. Η ουσία αυτής της σκέψης είναι η αποπεράτωση του όντος μέσα στο παρόν. Ο δε στόχος της είναι η έκφραση αυτής της αποπεράτωσης μέσα στην ποιητική δημιουργία. Έτσι γράφει ο ποιητής στο «Για να μη χαθεί ποτέ ξανά το απόγευμα μέσα απ’ τα χέρια μας», από τη συλλογή Χρυσαλλίδα στον Πάγο:

Σε χρυσάφι, σε χρυσάφι δίκαιο χύνονται
στο πάτωμα τα μαλλιά σου, ένας θησαυρός για σπατάλη
όλο το κρασί, η ευκρασία των δώρων, των οστών
σε χρυσάφι η κάθε στιγμή, το κάθε λιμάνι
τίμια, για πάντα δική μας όραση.

Το ποιητικό υποκείμενο καταγράφει μόνο και μόνο για να περάσει σε μια επόμενη καταγραφή (του). Θεωρεί ότι με αυτόν το τρόπο δίνει υπόσταση στις έννοιες του χώρου και του χρόνου, δηλαδή σε αυτή την ίδια την έννοια του περάσματος, που είναι, για τον ίδιο τον ποιητή, συνυφασμένη με το αίσθημα της ωραιότητας. Άλλωστε, ενώ έχουμε να κάνουμε με έναν βασικό εκπρόσωπο της Γενιάς του ’70, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι το πνεύμα και το γράμμα αυτής της ποίησης απέχουν πολύ από το πνεύμα της πολιτικής και κοινωνικής αντίδρασης που χαρακτηρίζει την τρίτη μεταπολεμική γενιά.

Θα παρατηρήσει κανείς εύκολα με τι σπανιότητα χρησιμοποιείται ο παρελθοντικός χρόνος ως ανάμνηση στην ποίηση του Γιώργου Βέη. Τις φορές που αυτό αντιστρέφεται, το παρελθόν εμφανίζεται με την πληρότητα της όρασης της παιδικής ηλικίας, ενώ η παιδική ηλικία αποτελεί κάτι σαν ορόσημο στο οποίο ο ποιητής πρέπει να επιστρέφει. Γράφει στο ποίημα «Οι κίνδυνοι των στοιχημάτων» (Παράφραση της Νύχτας):

 

Σαν ένα στοίχημα με τον χρόνο
πώς θα κερδίσω πάλι την παλιά γλώσσα
των δέκα μου χρόνων

 

Στους στίχους αυτούς, για παράδειγμα, βλέπουμε τις προεκτάσεις που έχει η οραματική και μετασυμβολιστική σκέψη του ποιητή. Τον συμβολισμό τον γεννάνε οι ενήλικες, όχι τα παιδιά. Για τα παιδιά δεν υπάρχει ούτε η πραγματικότητα ούτε το σύμβολό της· υπάρχει μόνο το όραμα.

Και επειδή υπάρχει μόνο τούτο, το παρελθόν δεν είναι ποτέ ένα κλεισμένο, ένα τετελεσμένο σύμπαν. Αντιθέτως, εξακολουθεί να γίνεται, ακριβώς επειδή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ· επειδή κάθε δράση, κάθε γεγονός που φτιάχνει το περιεχόμενό του είναι  μια ενέργεια προσανατολισμένη στο άπειρο, στην αιωνιότητα της παρουσίας.

Στην «Αλληγορία του Δεκέμβρη» (Υστερόγραφα της Γης), έχουμε τους στίχους:

 

Το πιάνο εντέλει δεν ανέβηκε στον ουρανό
ούτε βλέπω το μονοπάτι να φέγγει στις λίμνες
στα πουλιά ή έστω να θυμίζει λίγο δάσος
όταν η έρημος καπνός φόβοι και μαύρα φύλλα
όταν η έρημος ή χιόνι κατεβαίνει πάνω μας
να σβήσει οριστικά κανόνες, των παθών
όλα τα ίχνη, να σκεπάσει τα φιλιά, προθέσεις —

Αίφνης, για τον ποιητή ορατότητα σημαίνει απελευθέρωση. Να μπορεί κανείς να θεάται τα πάθη του μέσα στην εγγενή αντικανονικότητα της ζωής και συγχρόνως να παραμένει ατάραχος:

Σου μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, τα πάντα
για τη δόξα, όχι βέβαια την εφήμερη των ανθρώπων,
αλλ’ ούτε για κείνη της πανσελήνου,
ιδίως του Σεπτέμβρη

γράφει στο ποίημα «Πιο κοντά», από τη συλλογή Λεπτομέρειες κόσμων (2006). Το ταξίδι ως σταθερό θέμα της ποίησής του αυτό ακριβώς το αίτημα διεκπεραιώνει.

 

*

 

Χρησιμοποίησα πιο πάνω τη λέξη «πέρασμα» και στην αρχή του κειμένου παρέθεσα το ηρακλείτειο «ἀγχιβασίην», που σημαίνει προσπέλαση πλησίον τινός — στον Ηράκλειτο, του Λόγου. Ο Ηράκλειτος είναι μια μορφή που αναφέρεται συχνά από τον Γιώργο Βέη, του οποίου η οραματική και μετασυμβολιστική σκέψη προσπαθεί να περάσει πλησίον του Λόγου. Μια μικρή παρέκβαση προς τη μεριά της σκέψης του Εφέσιου μπορεί να μας βοηθήσει να ρίξουμε λίγο περισσότερο φως στα ποιήματα.

Ο Ηράκλειτος χρησιμοποίησε πρώτος το ρήμα «διηγούμαι» για να περιγράψει τη φιλοσοφική του μέθοδο. Είπε το γνωστό: «Ἐγὼ δὲ διηγέομαι κατὰ φύσιν διαιρέων ἕκαστον καὶ φράζων ὅπως ἔχει». Έτσι, αφού πρώτα χώρισε το σύνολο των όντων σε μέρη, παρουσίασε διηγούμενος το κάθε τι σύμφωνα με τη φύση του. Η σκέψη του τον οδήγησε στην ενδελεχή έρευνα του όντος, μέσω δηλαδή της κατά φύσιν μελέτης των όντων. Με αυτόν τον τρόπο καταπιάστηκε με το πρόβλημα της ουσίας, κινούμενος προς το γίγνεσθαι των όντων.

Πρώτος λοιπόν αυτός όρισε τη σκέψη ως πέρασμα, ως μια κίνηση προς τον κόσμο του γίγνεσθαι, ταυτίζοντάς την με μια διήγηση· δηλαδή με εκείνο το είδος του λόγου που αφήνεται να οδηγηθεί μέσα από τα επιμέρους όντα. Το πιο βασικό χαρακτηριστικό μιας σκέψης, ποιητικής ή/και φιλοσοφικής, που επιχειρεί να περνάει είναι η αφήγηση, καθώς κάποιος ή κάτι αφήνεται να περάσει σε μιαν άλλη κατάσταση. Ο Ηράκλειτος είναι σημαντικός επειδή αντιλήφθηκε τον κόσμο ως έναν κόσμο αφήγησης, δηλαδή ως πέρασμα. Ο Ηράκλειτος ένα πράγμα ζήτησε και το ζήτησε με σθένος: να αφηγηθεί το ον. Η σκέψη του πηγάζει από το πάθος της αφήγησης. Είναι ο πρώτος φιλόσοφος-ποιητής.

Σε τούτο ακριβώς το σημείο έρχεται να συναντήσει τον μεγάλο στοχαστή ο ποιητικός λόγος του Γιώργου Βέη, καθώς βλέπει κι ο ίδιος τον κόσμο ως πέρασμα. Αν διαβάσουμε προσεκτικά τον ποιητή, θα αντιληφθούμε ότι τα ποιήματά του κινούνται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο, μια υπέροχη, γεμάτη αισθησιασμό ζωγραφική εικόνα φτιάχνει το ποίημα, που μας κερδίζει με τη δροσερή λάμψη της, με την κορεσμένη και αμόλυντη φωτεινότητά της, αλλά και με την καθημερινή της απλότητα. Η εικόνα συγκινεί με τη λεπτότητά της, ενώ την περιλούζει ένα φως καλοσύνης. Στο δεύτερο επίπεδο, που πολύ συχνά συμπλέκεται με το πρώτο, η εικόνα αναλύεται στα μέρη που τη συνθέτουν, ενώ το κάθε μέρος, ακόμη και μέσα στον ίδιο στίχο, περνάει διαλεκτικά στον αντίθετο πόλο του. Τότε ο ποιητής, σαν ένας άλλος Μαλλαρμέ, αναζητά την καθαρότητα, που εξαφανίζει τον ποιητή και αφήνει το προβάδισμα στις λέξεις οι οποίες γίνονται μέσο αναγωγής του κόσμου: λέξεις που γίνονται αυτόνομες, ολοκληρωμένες μονάδες, των οποίων η σύνταξη ακολουθεί τρόπους καινοφανείς. Τα ελευθερωμένα σονέτα του ποιητή αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τη μελέτη αυτού του φαινομένου. Αλλά, αντίθετα προς τον παραδοσιακό συμβολισμό, στην περίπτωση του Βέη, οι λέξεις επιστρέφουν στην επαγωγική τους σημασία ή, μάλλον, αυτήν κυριότερα προσπαθούν να επεκτείνουν. Ο ποιητής θέλει να μας πει: «Δεν είναι οι λέξεις που οικοδομούν τη ζωή, αλλά πάντοτε η ζωή που οικοδομεί τις λέξεις».

Το corpus των ποιημάτων είναι γεμάτο με αναφορές στην ποιητική τέχνη,    αλλά και με ποιήματα που εξαντλούν το θέμα τους γύρω από τη φύση της ποιητικής δημιουργίας. Μερικές φορές, ακόμη και η ανωνυμία που τυλίγει τη χρήση του β’ ενικού προσώπου έχει το πρόσωπο της τέχνης της ποιήσεως.

Διαβάζουμε στο νεανικό του ποίημα «Έναν καινούργιο κήπο, μικρότερο, θα σου φτιάξω»:

 

Έναν καινούργιο κήπο, μικρότερο, θα σου φτιάξω
για να ’ρχεσαι να μυρίζεις το χώμα μετά τη βροχή.
Έναν κήπο με λέξεις και φωτογραφίες
κι αίμα και μερμήγκια.
Έναν κήπο που σαν ονειρεύεσαι θα είναι η μουσική.
Έναν κήπο που σαν τον ύπνο χωρίς εφιάλτες
θα σου δίνει κουράγιο για τις περιπλανήσεις
στα εκούσια πάθη.

 

Η ποίηση έτσι γίνεται καταφύγιο για την ορατότητα του Κόσμου — αυτήν που ο έρωτας καταστρέφει (όπως και δωρίζει), αυτήν ιδίως που διαμελίζει η σύγχρονη τεχνική και η πολιτική. Για κάποιον που θα πει «α, όμως η ποίηση του Βέη δεν μιλάει για τα αληθινά προβλήματα», απαντούμε με δύο στίχους του: «Ακόμη και να ’ναι έτσι / δεν παύει ν’ ακούει τον ύπνο που κλειδώνει τον πολιτισμό σε έναν χαρτοφύλακα». Γιατί υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κρατάει ο άνθρωπος τα μάτια του ανοιχτά μπροστά στον σύγχρονο ζόφο.Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εμβληματική απόπειρα που με γραμμές φωτιάς, φλογερές κηλίδες, αδέξιες και ισχυρές όψεις των τοπίων που συναντά ο ποιητής —τοπία νοτισμένα από δροσιά, γεμάτα χυμούς, βουτηγμένα στον αέρα, στις σκιές και στο φως— ζητάει, πέρα από το καλό και το κακό, να αποπερατώσει το ανθρώπινο παρόν μέσα στον λόγο· να αφήσει έτσι τον εαυτό της να περάσει μέσα στα πράγματα, λέγοντας και πάλι λέγοντας,   ώσπου να κάνει τη φωνή μας ορατή.

Τα ποιήματα «Οι Ποιητές θα είναι πάντα…», «Μην ξοδεύεις τις λέξεις», «Σαν κοιτάς ένα ποίημα», «Δύο σχέδια για μελλοντικά ποιήματα», από την πρώτη συλλογή του Γιώργου Βέη, παρακαλούν σχεδόν να τα ξαναδιαβάσουμε για να κατανοήσουμε τους σκοπούς του. Διαβάζουμε στο

«Δύο σχέδια για μελλοντικά ποιήματα»:

 

Ας σκεφθούμε ότι πίσω απ’ τα ασήμαντα πράγματα
κρύβονται οι ένδοξες ιστορίες ενός μικρόκοσμου
οι επικές διηγήσεις μιας φωτοσυνθετικής αναπαραγωγής
και πάνω απ’ όλα ο διαρκής αγώνας
για μια νεοκυτταρική δημιουργία.

 

Μου αρέσει πολύ το τελείωμα αυτών των στίχων: «για μια νεοκυτταρική δημιουργία», διότι φέρει μέσα του το κέφι της βουτιάς του νεανικού νου στην κοίτη της ποιητικής δημιουργίας εν μέσω επικίνδυνων κρημνών, ενώ αντηχεί ολόγυρα, στην παγωνιά του τοπίου, η επισημότητα του αντίλαλου — εκείνου του αντίλαλου που ηδονίζεται από τον πυρετό που τη σπρώχνει προς τα εμπρός.Εδώ ανιχνεύουμε ήδη τις απαρχές του ποιητικού υποκειμένου στην «αυτορυθμιζόμενη οντότητα» που έχει τη δική της «μορφοπλαστική δύναμη», όπως λέει ο Καντ στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης, η οποία αναπτύσσεται από μέσα προς τα έξω και συνδέει την ασυνειδήτως σκόπιμη λειτουργία της φύσης με την ατομική διάνοια. Και περνάμε αίφνης το κατώφλι του ρομαντισμού, καθώς γκρεμίζεται η κλασική πεποίθηση ότι το γίγνεσθαι μπορεί να περιοριστεί από μια συγκεκριμένη και φορμαλιστική γλώσσα, η οποία επιζητά να προσδιορίσει την ουσία ξέχωρα και ανεξάρτητα από την ατομική ύπαρξη.

Ο στίχος αυτός ταυτίζει τον ίδιο τον χώρο και τον χρόνο με τον περάτη και. Έτσι το υποκείμενο αυτενεργεί και μπορεί να δει καθαρά όσα τον εμπόδιζαν να δει οι αιώνες της λογικής, οι αιώνες των συμβάσεων, οι αιώνες της μίμησης, οι αιώνες της προσήλωσης σε κάποιο σταθερό αρχέτυπο, αφού εδώ η φύση ορίζεται μόνο σαν ορατότητα.

Η κληρονομιά του ρομαντισμού είναι πασιφανής στο έργο του Γιώργου Βέη. Υπάρχει, νομίζω, μια μόνο λέξη που θα μπορούσε να διατυπώσει με ενάργεια αυτή τη σχέση: η λέξη Νοσταλγία. Η νοσταλγία είναι το πιο κεντρικό γεγονός στην ποίηση αυτή μετά την Ορατότητα. Δεν πρέπει φυσικά να ερμηνεύσουμε τη λέξη σαν ένα αισθηματικό σύμπτωμα. Περιγράφει, όμως, όλη την ιδέα της Φύσης, την οποία η τέχνη αναπλάθει. Από τη συλλογή Ν, όπως Νοσταλγία, διαβάζουμε το ποίημα «Η απόλυτη ταύτιση»:

 

Πάνω από τη λίμνη με τα τραγούδια,
στο Μεσολόγγι,
το αργό
σίγουρο πέταγμα του πελαργού.
Πάνω από τη λίμνη της Καστοριάς,
το ψιλοβρόχι να τονίζει τις λεπτομέρειες των πτήσεων.

Η επιβεβαίωση των μετεωρισμών αυτή τη στιγμή,
πάνω από τη μεγάλη, τεχνητή λίμνη
του Θερινού Παλατιού στα πρόθυρα του Πεκίνου.

Είναι ο ίδιος πελαργός που μ’ εξετάζει τώρα αυστηρά
να δει αν θα μπορέσω και πόσο ν’ αντέξω τις μεταφορές.

 

Ενώπιον της νοσταλγίας του, το ποίημα βρίσκεται στον αντίποδα κάθε κλειστού και τέλειου μοντέλου ζωής· θεμελιώνεται, δηλαδή, μέσα στην ορατότητα (ανοικτότητα) του Κόσμου κι άρα μέσα στην κατατεμαχισμένη και διασπασμένη, σχεδόν ρακένδυτη, σχεδόν ολιγόφρενη όραση των στοιχείων του. Στο ποίημα «Το διάστημα μάτι», από τη συλλογή Όλοι κοιμούνται στο καράβι (1979), διαβάζουμε: «Τότε το μάτι σου έγινε μια καινούργια πατρίδα για μένα», ενώ στο ποίημα «Η μοναξιά μου», από τη συλλογή Κι άλλη ποίηση (1976): «Το παράθυρο ανοίγει ορμητικά, σπάζουν τα γυαλιά και σε τυφλώνουν, γεμίζει αίμα το πρόσωπό σου, κυλάνε οι βολβοί στο πάτωμα, ουρλιάζεις…».

Το κύριο γνώρισμα αυτού του γεγονότος είναι η απουσία της παράνοιας — επιλέγω τη λέξη με προσοχή, γιατί γνωρίζω ότι υπερβάλλω με την επιλογή της. Ο ποιητής πηγαινοέρχεται αδιάκοπα από το καθεστώς της πληρότητας σε εκείνο της παντελούς ερήμωσης, αποφεύγει όμως να δραπετεύσει από το εμπειρικό, δηλαδή από το οραματικό πλαίσιο της ζωής, για να απορροφήσει το εξωτικό, το παράξενο, το ξένο, το ασυνήθιστο της φαντασίας. Έτσι, για παράδειγμα, τα ποιήματά του για την Ανατολή είναι ποιήματα πραγματικά, αλλά συγχρόνως είναι και ποιήματα νοσταλγικά, που θέλουν να καταναλώσουν το ορατό, αλλά  την ίδια στιγμή πάσχουν από την αδυναμία να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους. Στο ποίημα «Μπάλι», από τη συλλογή Καταυλισμός (2023), έχουμε τους στίχους:

 

Ένα βέλος ξεχάστηκε στον ουρανό — έρχεσαι;
Στη λίμνη με τους αρχαίους λωτούς φάνηκε ξανά
η έγνοια εκείνη που καταργεί ελπίδες, βλέπω
το φθινόπωρο σιωπηλό ν’ αναρριχάται ήδη

το χαρτί, εκεί που στέγνωσε χθες η απώλεια —
Μήλα των Εσπερίδων μάλλον θα κρύβονται εδώ.

\(\dots \)

Πρώτη φορά εδώ κι είμαστε σαν πάντα κάτοικοι
δροσιάς και μηνυμάτων, μαθητείες των ορίων
οι ιστοί των δέντρων είναι τα ίδια τα μαλλιά μας.

 

Έχουμε, λοιπόν, την αίσθηση ενός λυκόφωτος που δεν λέει να γίνει βράδυ και το οποίο παραδόξως συνεχίζει να θερμαίνει. Η γλώσσα ταξιδεύει με ασύλληπτη ταχύτητα μέσα στους θύλακες του πραγματικού και συγχρόνως μεταφέρει στον αναγνώστη το ρυάκισμα ενός ανοδικού διανύσματος — ενός «θέλω» που δεν φτάνει ποτέ στον προορισμό του.

Ο ποιητής δεν νοσταλγεί τον κόσμο σαν ένα χαμένο παρελθόν· γι’ αυτό απουσιάζει από τα ποιήματά του η παθολογία μιας συνείδησης η οποία θέλει να διεκδικεί για τον εαυτό της την απόλυτη αλήθεια. Ενώ από τη μια σπάει τις επιφανειακές συμμετρίες της φυσικής θεολογίας, από την άλλη σε αυτές πάντοτε επιστρέφει, κι έτσι η πίστη του ποιητή ουδέποτε εκπίπτει. Η απώλεια γι’ αυτόν δεν σημαίνει σχεδόν ποτέ συντριβή.

Στο ποίημα «Η εφήμερη ωραιότητα της μηλιάς», από τη συλλογή Βλέπω (2013), οι στίχοι αντηχούν αυτές τις παρατηρήσεις:

 

Μετά την καταιγίδα —
Τι κείμενο!
Συνομιλεί με τα παιδιά των αγροτών
μια διακήρυξη σθένους
δέντρο τιμιότερο των βιβλίων,
δέξου με.

 

Οι λέξεις μπορεί να εντυπώνονται στο χαρτί ως έκφραση του άλεκτου και να καθορίζουν έτσι το ανεξάντλητο της νοσταλγίας του ποιητή, αλλά το άλεκτο επιστρέφει ως κείμενο στον κόσμο, του οποίου η ορατότητα στέκει αδιασάλευτη, σαν «μια διακήρυξη πένθους». Ο ποιητής, λοιπόν, παρότι είναι μια αυτορυθμιζόμενη οντότητα, δεν είναι ολότελα ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Παραμένει ένας αφοσιωμένος, μια αμφιθυμική ψυχή που ισορροπεί ανάμεσα στον ρομαντισμό και στον αρχαίο κλασικισμό.

Στο ποίημα «Η συγκεκριμένη συμμετρία της Ομορφιάς», από τη συλλογή Ο δράκος του μεσημεριού (1983), οι στίχοι μάς μιλάνε διεξοδικά:

 

Η συγκεκριμένη συμμετρία της ομορφιάς είναι δρόμος
που οδηγεί μακριά απ’ τη σκοτεινή πόλη
όταν στόματα με λόγια φονικά κι αγυρτεία γεμάτα
πνίγονται στο αίμα μαζί μ’ όλα τα όνειρα.
Η συγκεκριμένη συμμετρία της ομορφιάς είναι το πάθος
που φωτίζει την έρημη πόλη και μάχεται τον θάνατο,
ίδιο παιδάκι χωρίς χέρια που περπατά πάνω απ’ το χάος.

Και στο ποίημα «Πίστη», από τη συλλογή Βράχια (2020):

Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας
εφήμερο καθώς το λένε
όλα στο μεταξύ του αντιστέκονται
μα εκείνο δεν παραιτείται ποτέ
το σημάδι του αγαθού
είσαι.

 

Έτσι βλέπουμε ότι δεν υπάρχει καμία υποταγή στο κεντρικό δίδαγμα των επιγόνων του ρομαντισμού, που φανερώθηκε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ασθένεια επικεντρωμένη στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτα στο οποίο να μπορείς να στηριχτείς. Το πραγματικό σημείο που χωρίζει τον ποιητή από τον νοσηρό αντίκτυπο της ρομαντικής ψυχής — εκείνο το γνώρισμα που απαλλάσσει τη διάνοιά του από την ωχρότητα, τον πυρετό, την αρρώστια, την παρακμή, την αναταραχή, τη βία, τη σύγκρουση, το χάος, την αίσθηση της αποξένωσης, της απομόνωσης και της ματαιωμένης νοσταλγίας— είναι ότι ο ίδιος αισθάνεται οικεία μέσα στον κόσμο.

 

Διαβάζουμε στο ποίημα «Προοπτική», από τη συλλογή Βράχια (2020):

 

Μέσα στην αναστάτωση που φέρνει πάντα η πείνα
έχει μάθει να βλέπει
την αλλαγή των εποχών περίστροφο όρθιο
στραμμένο στα σύννεφα τα φορτωμένα επιταφίους
ψελλίζει απειλή, αλλά ακούγεται ωσαννά
ως εάν γαβγίζει θρόμβους
ένα τικ από παλιά στην αρτηρία
κάθε μήνας περνάει με εγκαύματα
κάθε μέρα ληστής των κυττάρων

Μα βαστάει γερά του Χάρου το σκοινί
να κατέβει κι αυτός στο
Μη με λησμόνει.

 

Στο συγκεκριμένο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο ταυτίζεται με εκείνο που τον περιέχει, την ορατότητα του κόσμου, η οποία, ως ταυτόσημη με τον θάνατο, τελικά το απελευθερώνει από τα δεσμά του θανάτου και ζωοποιεί το παρόν του, οδηγώντας το στη γλώσσα της ποίησης.

Η φύση συντηρεί την ενικότητα των πραγμάτων, περιέχει την ορατότητα του Κόσμου · είναι δικαιωμένο παρόν, παρόν ανεξάντλητο. Ο ποιητής άλλο δεν κάνει από το να γυρίζει γύρω της, δένοντας το πεπρωμένο του με τις εκφράσεις της,  κυκλώνοντας την ύπαρξή του με τη λυπομανία της μνήμης και το άφευκτο της λήθης. Διαρκώς πλησιάζει και διαρκώς απομακρύνεται από το κέντρο του, που είναι το ποίημα, επειδή αυτή διαρκώς τον προσκαλεί και διαρκώς τον αποδιώχνει. Γιατί μόνο αυτή ξέρει να διευθετεί τη μυστική ενότητα της μνήμης και της λήθης. Έτσι ο ποιητής συγκρούεται με την ορθολογικότητα της ανθρώπινης ουσίας του. Στο ποίημα «Εμμονές ζωγράφου», από τη συλλογή Ν, όπως Νοσταλγία, έχουμε τους στίχους:

 

Το μεσημέρι χάνεται μέσα στη βροχή,

φεύγει με τα πουλιά, θαμπώνει

σαν να γράφεται αλλού

σχέδιο με πενάκι μάλλον

στη ράχη ενός ροδάκινου

 

φαίνεται όμως πάλι στη θέση του

όταν ξανοίγει ο καιρός

με τις μπιγκόνιες του να λάμπουν

όταν διαβάζεται ο ουρανός

σαν πίστη ξεπροβάλλει

 

ο κήπος.

 

*

 

Η ποίηση του Γιώργου Βέη μοιάζει να στοχεύει στη λευκή δοξασία της αιώνιας μεταβαλλόμενης ανάπαυσης. Αλλά προσοχή: το αρχικό ερέθισμά της, η ορατότητα του Κόσμου, δεν αναλώνεται στον στοχασμό —σε μια, ας πούμε, φιλοσοφικής πνοής μαρτυρία. Ξύνει την αποτρόπαια σιγή του ποιητή και λίγο λίγο την υψώνει απ’ την παγωμένη στάχτη της. Ο ποιητής, λοιπόν, αποδέχεται την τεχνική της καταβάσεως στη διαβατάρικη ομορφιά του κόσμου, και κάνει τον λόγο του εικόνα —εικόνα όμως που δεν αποζητά μονομερώς το αναπαυόμενο αρχέτυπό της. Γίνεται εικόνα που αυτοαναλύεται μέσα στον χρόνο, ζητώντας την υλική της εμβάθυνση, ώστε να μεταδώσει εναργέστερα την πραγματικότητα.

Αν στην ποίηση αυτή δεν μπορούμε να εντοπίσουμε εύκολα τη σπαρακτική κραυγή, πικρή σαν μάταιη ένσταση, ή την ιώδη θλίψη, περιεκτική και σύντομη σαν το τελευταίο φύλλο του φθινοπώρου που πέφτει, δεν είναι επειδή η γλώσσα επιτρέπει στη διάνοια να μετατρέψει σε αντικείμενο ειρωνείας το συναίσθημα —αυτό δεν γίνεται. Είναι επειδή η σκέψη δέχεται σαν ανοικτή μήτρα τις δονήσεις της ψυχής. Κι είναι επειδή η γλώσσα του ποιητή βρίσκεται σε αέναη αναζήτηση του γαλάζιου άνθους, όπως έλεγε ο Νοβάλις. Το ποιητικό υποκείμενο ζει μέσα στα πράγματα, βιώνοντας τον χώρο ως χρόνο και τον χρόνο ως χώρο, και εναποθέτει την ελπίδα έκφρασης του ζώντος μέσα στο νεκρό είδωλό του. Οδηγείται λοιπόν σε ένα έμμονο φαινόμενο που χαρακτηρίζει τον πνευματικό και τον συναισθηματικό του κόσμο, τη νοσταλγία. Ζει όπως ο Παλαιός των Ημερών του πρώτου ποιήματος του ποιητή, «Φυγή», από το μακρινό 1974:

 

Δειπνούσε ξένα αποθέματα
σε χρυσά πιάτα
Δίχως μια κουβέντα για σένα.
κάτω απ’ το φεγγάρι
διάβαζε τόμους έργων γνωστών
ούτε μια ματιά σ’ εφημερίδες.
Άψογος, σαν γέρος.
Φλύαρος, σαν γυναίκα στο τηλέφωνο
σπάνια φόραγε μάτια
ντύθηκε μια κόκκινη ποδιά
έβαψε τη βαλίτσα του στο αίμα
έβγαλε τα δόντια του
κι έφυγε…

Λένε, κάθε ηλιοτρόπιο ξέρει γι’ αυτόν
κάθε νεροποντή τον φέρνει πίσω.

 

 

(Γιώργος Βέης, Ποιήματα 1974-2023, Ύψιλον 2025) 

Προηγούμενο άρθροΤα όρια της αυτοβιογράφησης στη σκηνοθεσία της μυθοπλασίας (της  Λίλας Κονομάρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ