Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ Όταν το παραμύθι γίνεται πολιτική αλληγορία (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

Όταν το παραμύθι γίνεται πολιτική αλληγορία (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

0
148

της Γεωργίας Γαλανοπούλου

 

Το Ίκαμπογκ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ πρωτοδημοσιεύτηκε σε ηλεκτρονική μορφή στις μέρες του κορονοϊού και τα δικαιώματα δόθηκαν σε φιλανθρωπικό ίδρυμα για την ενίσχυση ευάλωτων ομάδων που είχαν πληγεί από την πανδημία.  Ωστόσο, μας λέει η συγγραφέας στην εισαγωγή της, το βιβλίο είναι μια ιστορία για κάτι πολύ παραπάνω από εκείνη τη χρονική στιγμή και πως όσοι το διαβάσουν θα καταλάβουν «τι σημαίνουν για την ανθρωπότητα τα επινοημένα τέρατα».

Πίσω από τη θρυλική ιστορία ενός τέτοιου τέρατος–του Ίκαμπογκ–  αναπτύσσεται σταδιακά μια αφήγηση για το πώς οι κοινωνίες μπορούν να χειραγωγηθούν όταν ο φόβος μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης. Η υπόθεση του βιβλίου μπορεί να αποδοθεί συνοπτικά. Στο εύπορο βασίλειο της Αφθονίας, με κυβερνήτη έναν καλοπροαίρετο, αλλά αφελή βασιλιά, δύο αδίστακτοι αυλικοί του εκμεταλλεύονται τον θρύλο του Ίκαμπογκ. Ο ανύπαρκτος αρχικά κίνδυνος μετατρέπεται σε επίσημο μύθο της εξουσίας, η οποία με τη σειρά της καλλιεργεί πανικό στον πληθυσμό και επιβάλλει αυστηρό έλεγχο και βαριά φορολογία.  Μέσα σε αυτό το κλίμα φόβου και σύγχυσης, μια μικρή ομάδα παιδιών και απλών ανθρώπων θα αναζητήσει την αλήθεια πίσω από τον θρύλο. Η πλοκή, ωστόσο, λειτουργεί κυρίως ως όχημα για μια ευρύτερη αλληγορία: η πραγματική απειλή δεν είναι το τέρας, αλλά η διαστρέβλωση της αλήθειας.

Στην καρδιά του έργου βρίσκεται ακριβώς αυτή η πολιτική του διάσταση. Η Ρόουλινγκ περιγράφει με σαφήνεια τους μηχανισμούς με τους οποίους η εξουσία μπορεί να κατασκευάσει έναν εχθρό.  Η διάδοση ψευδών ειδήσεων, η καλλιέργεια συλλογικής υστερίας και η επιβολή μιας «μοναδικής αλήθειας» παρουσιάζονται ως μέσα ελέγχου της κοινωνίας. Το μοτίβο αυτό εντάσσει το βιβλίο σε μια μακρά παράδοση πολιτικής αλληγορίας που ξεκινά από τα λαϊκά παραμύθια και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη λογοτεχνία. Η συγγραφέας, ωστόσο, το προσαρμόζει στο πλαίσιο μιας παιδικής αφήγησης χωρίς να απλοποιεί υπερβολικά τις ηθικές του αποχρώσεις.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η απεικόνιση της σταδιακής μετάβασης από την ευημερία στην αυταρχική διακυβέρνηση. Το βασίλειο της Αφθονίας εμφανίζεται αρχικά ως τόπος ευδαιμονίας, μια σχεδόν ειδυλλιακή κοινωνία όπου η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από ευμάρεια. Η εικόνα αυτή υπονομεύεται προοδευτικά καθώς η πολιτική εκμετάλλευση του μύθου οδηγεί σε οικονομική δυσπραγία και κοινωνική δυστυχία. Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας υπενθυμίζει πόσο εύθραυστες μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και οι πιο ευημερούσες κοινωνίες όταν ο δημόσιος λόγος δηλητηριάζεται από κατασκευασμένες απειλές.

Ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του βιβλίου είναι η γλωσσοπλαστική επινοητικότητα της συγγραφέως. Η Ρόουλινγκ αξιοποιεί μια παιγνιώδη ονοματοδοσία προσώπων και τόπων, όπου τα ίδια τα ονόματα λειτουργούν ως σχόλια πάνω στον χαρακτήρα ή τον ρόλο των ηρώων. Η τεχνική αυτή παραπέμπει τόσο στη βρετανική σατιρική παράδοση όσο και στο ύφος των κλασικών παραμυθιών, ενισχύοντας παράλληλα τη σαφήνεια της κοινωνικής κριτικής.

Η αφήγηση ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και τη σκληρότητα. Πολλές σκηνές έχουν έντονο παιγνιώδη χαρακτήρα, ενώ άλλες αγγίζουν τα όρια της σκοτεινής αλληγορίας. Η ένταση αυτή θυμίζει τη δομή των παραδοσιακών παραμυθιών, όπου η παιδική αθωότητα συνυπάρχει με την ωμή όψη του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί κριτικοί στον βρετανικό Τύπο στάθηκαν σε αυτή τη διπλή όψη του έργου. Στους The Times το βιβλίο επαινέθηκε για τη ζωντανή του φαντασία, την απολαυστική του ατμόσφαιρα και το συνταίριασμα του χιούμορ με την αγωνία ενός μυστηρίου. Στην The Daily Telegraph, αντίθετα, επισημάνθηκε ότι πρόκειται για ένα γοητευτικό αλλά σχετικά ελαφρύ παραμύθι, το οποίο δεν φτάνει την αφηγηματική μαγεία που χαρακτήριζε τη σειρά του Χάρι Πότερ.

Η δική μας παρατήρηση αγγίζει ένα άλλο ζήτημα.  Σε ορισμένα σημεία η αφήγηση παρεκκλίνει από τον βασικό άξονα της ιστορίας για να περιγράψει δευτερεύοντα πρόσωπα, μικρά περιστατικά ή καταστάσεις στο βασίλειο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ιστορία να μην κινείται πάντα με την ίδια ένταση προς την εξέλιξη της πλοκής. Ωστόσο, η παρέκκλιση αυτή αντισταθμίζεται από την ευρηματικότητα της αλληγορίας και τα βαθύτερα νοήματα στα οποία παραπέμπει. Έτσι, το Ίκαμπογκ, το οποίο ξεκινά με την κλασσική φράση «μια φορά κι έναν καιρό», υπερβαίνει τα όρια του παραμυθιού.  Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα ως περιπέτεια φαντασίας και ως σχόλιο πάνω στη δύναμη της παραπληροφόρησης, τη διαφθορά της εξουσίας και την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στην αποκατάσταση της αλήθειας.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η μεταφραστική πρόκληση που θέτει το έργο. Η γλωσσική ιδιοτυπία της Ρόουλινγκ, με τους νεολογισμούς και την ευρηματική ονοματοδοσία, δημιουργεί ένα σύνθετο πεδίο για την απόδοσή του σε άλλη γλώσσα. Η μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου κατορθώνει να αποδώσει σε μεγάλο βαθμό τα ονόματα των τόπων και των προσώπων και να μεταφέρει θαυμάσια τόσο την συνολική ατμόσφαιρα όσο και την παιγνιώδη χροιά της αφήγησης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό παραμύθι που μιλά για υπαρκτά ζητήματα: για τον κατασκευασμένο φόβο, την παραπληροφόρηση και την ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας ακόμη και όταν μια ολόκληρη κοινωνία έχει πειστεί ότι το ψέμα είναι η μόνη πραγματικότητα.

 

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Το Ίκαμπογκ

Μτφ. Πετρούλα Γαβριηλίδου

Εκδ. Ψυχογιός, 2025

 

 

Προηγούμενο άρθροΕλευθερία ή Θάνατος πάντα (του Χρήστου Τσιάμη)
Επόμενο άρθροΤσίχλες ταξιδιού και μικρές ανθρώπινες ιστορίες (γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ