γράφει η Μερόπη Αναστασιάδου
Έγγραφα που συλλέχθηκαν, μεταφράστηκαν και σχολιάστηκαν από τον Bernard Lory[1]
Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν στο ΙΝΑΛΚΟ[2] τα μαθήματα του Μπερνάρ Λορύ θυμούνται καλά το μαγνητισμό που ασκούσε η διδασκαλία του για την ιστορία των Βαλκανίων. Με το που άρχιζε το μάθημα, ακόμη κι οι πιο φλύαροι και οι πιο αφηρημένοι συγκεντρώνονταν ευλαβικά στην αφήγηση που ξετυλιγόταν μπροστά τους. Άλλωστε, δεν ήταν τόσο η περίπλοκη και κατακερματισμένη ιστορία των Βαλκανίων όσο ο τρόπος με τον οποίο ο Λορύ ήξερε να ζωντανεύει παλιά χαρτιά σχεδόν δύο αιώνων, αναδεικνύοντας λεπτομέρειες αόρατες αλλά και πόσο ουσιαστικές, εξετάζοντας ταυτόχρονα τις λέξεις και την εξέλιξή τους. Αυτό το χάρισμα της ανάλυσης και της σαφήνειας γέμιζε τις τάξεις του με ένα προσεκτικό κοινό.
Αδιάλλακτος θεράπων της ακρίβειας και των πρωτογενών πηγών, ο Μπερνάρ Λορύ έχει μελετήσει πλείστες όψεις του βαλκανικού χώρου κατά την οθωμανική περίοδο. Οι λεγόμενοι «μειονοτικοί» πληθυσμοί είναι από τα θέματα που επισκέφτηκε συστηματικά στις έρευνές του.
Ο χρόνος σβήνει τα ίχνη εκείνων που ζουν χωρίς να φαίνονται, που δεν έχουν φωνή ή εκείνων που βρίσκονται να κάθονται ανάμεσα σε δύο καρέκλες, αναποφάσιστοι και χωρίς να μπορούν (ή να θέλουν) να επιλέξουν. Αυτό είναι το νόημα των μελετών που ο Μπερνάρ Λορύ αφιέρωσε σε κοινότητες όπως οι Αρμάνοι (Βλάχοι)[3] ή οι Πομάκοι[4]. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για πληθυσμούς που η άνοδος του εθνικισμού τον 19ο αιώνα κατέληξε να περιθωριοποιήσει. Ψηφίδα του ρωμαίικου μωσαϊκού και υπό τη σκέπη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, οι Αρμάνοι δυσκολεύτηκαν να προσχωρήσουν και να μοιραστούν το όραμα της νέας Ελλάδας που οικοδομούνταν από τη δεκαετία του 1830. Η οθωμανική πολιτική της διαίρεσης των μη μουσουλμάνων (gayr–i müslim) σε πολλές και χωριστές κοινότητες τους χάρισε μια κάποια ορατότητα. Όσο για τους Πομάκους, όρος που προσδιορίζει τους βουλγαρόφωνους μουσουλμάνους, είναι κι αυτοί, όπως το καταδεικνύει ο Λορύ, τόσο επιζώντες του οθωμανικού κόσμου όσο και αποφύσεις των εθνικών Κρατών.
Το βιβλίο για την μακρά ιστορία των Τσιγγάνων των Βαλκανίων εγγράφεται στη συνέχεια αυτού του ενδιαφέροντος για τους πληθυσμούς των περιθωρίων. Εκφράζει επίσης την επιθυμία του συγγραφέα να καταστήσει ορατό το αόρατο.
Η προετοιμασία αυτού του τόμου πρέπει να ήταν ένα συναρπαστικό ταξίδι για τον Μπερνάρ Λορύ. Την περίοδο της συλλογής και της ανάλυσης των τεκμηρίων μάλλον την νοσταλγεί ήδη, αφού όλοι ξέρουμε ότι μόλις ένα βιβλίο εκδοθεί παύει να ανήκει πια στον συγγραφέα του…
Απ’ ό,τι μας λέει στην εισαγωγή του, ο Λορύ ξεκίνησε αυτό το ταξίδι για να «απονείμει δικαιοσύνη». Για να επιστρέψει στους Τσιγγάνους των Βαλκανίων το παρελθόν και την ιστορία που οι προκαταλήψεις δεν τους αναγνώριζαν. Για να τους ελευθερώσει από την αμεταβλητότητα και την ανιστορικότητα που τους συνόδευε. Για να αποδομήσει την θεώρηση τους ως ενταγμένους σε μια αχρονική φούσκα -θεώρηση που εξοργίζει βέβαια τον ιστορικό.
Το βιβλίο ξεκινά με τρία αποφθέγματα που συνοψίζουν τα βασικά στερεότυπα σχετικά με τους Τσιγγάνους: πληθυσμός «περιπλανώμενων ξένων»· χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνά, του χώρου ή του κλίματος που αλλάζει· άνθρωποι ευτυχείς, διότι χωρίς ιστορία. Αυτά τα λακωνικά γνωμικά αποτελούν και το κύριο μέτωπο στο οποίο κινήθηκε ο συγγραφέας. Επειδή τους συναντά στις βιβλιοπεριηγήσεις του εδώ και πολλά χρόνια, ο Λορύ ξέρει ότι οι Τσιγγάνοι ήταν πάντα ενταγμένοι στις κοινωνίες που τους περιέβαλαν. Ότι πάντα ήταν προσαρμοσμένοι στον περίγυρό τους. Ότι ήταν κομμάτι του.
Ο χρόνος και ο χώρος που μελετώνται σ’ αυτή την σχολιασμένη ανθολογία είναι ευρύτατοι: τα κείμενα που παρουσιάζονται ξεκινούν από τα τέλη του 13ου αιώνα και φτάνουν έως τις αρχές του 20ου, δηλαδή ένα διάστημα έξι αιώνων. Όσο για τα «Βαλκάνια», ο Μπερνάρ Λορύ τα οριοθετεί μέσα από τα ονόματα των σημερινών εθνικών κρατών, που σχηματίστηκαν κατά την κατάρρευση των αυτοκρατοριών από τις οποίες προήλθαν: Ελλάδα, Αλβανία, Βουλγαρία, Τουρκία (τουλάχιστον η ευρωπαϊκή της πλευρά), Βόρεια Μακεδονία, Σερβία, Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνι, Κροατία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Από την άλλη, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία και η Ουκρανία (sic), μας λέει, δεν λήφθηκαν υπόψη. Προσεκτικός με τις λέξεις, ελεύθερος με τη χρήση της πένας του, ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι από το 1914 η έννοια των «οθωμανικών Βαλκανίων» χάνει την σημασία της.
Στην ίδια εισαγωγή, ο Λορύ εξηγεί γιατί επέλεξε το εθνώνυμο «τσιγγάνοι». «Είναι ένα από τα αρχαιότερα γνωστά εθνώνυμα στο βαλκανικό χώρο …και χρησιμοποιείται από όλους τους λαούς της περιοχής» (σελ. 9). Δεν πρόκειται για αξίωμα. Οι πρώτες αναφορές και εμφανίσεις του όρου «τσιγγάνος» στα Βαλκάνια είναι κυρίαρχο θέμα στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας παρουσιάζει αρκετές από αυτές (από τις οποίες κάποιες πολύ παλιές). Παρουσιάζοντας τες, ο ιστορικός Λορύ τις θέτει κι αυτές υπό αμφισβήτηση και καταλήγει να διαλύσει τις βεβαιότητες σχετικά με την «πρώτη εμφάνιση» του όρου, ιδίως στη Βουλγαρία ή τη Σερβία. Όπως η περίπτωση της λέξης « c’ngarije », που για καιρό συγχεόταν με τη λέξη «τσιγγάνος», αλλά που ορίζει στην πραγματικότητα τους κατασκευαστές μποτών (σελ. 48)· σήμερα ακόμη, η λέξη çangar στα τουρκικά προσδιορίζει το ίδιο επάγγελμα, ενώ και στην Ελλάδα τσαγκάρης είναι ο επιδιορθωτής υποδημάτων.
Μένει να σημειωθεί ότι στο τέλος του πρώτου μέρους, ο αναγνώστης δεν ξέρει ακόμη με ακρίβεια πότε ο όρος «τσιγγάνος» εμφανίστηκε στην υπό μελέτη περιοχή. Προφανώς, ο Λορύ δεν ενδιαφέρεται να διαλύσει το μυστήριο, αλλά μάλλον να προσκομίσει στοιχεία για να τροφοδοτήσει τη συζήτηση.
Ούτως ή άλλως, αυτό το ζήτημα της «πρώτης εμφάνισης», που παρέχει ωστόσο ένα παράδειγμα ιστορικής προσέγγισης, είναι δευτερεύον. Ξεκάθαρος από την αρχή, ο στόχος του βιβλίου είναι να επιστρέψει στους Τσιγγάνους των Βαλκανίων την μνήμη τους και να τους επανατοποθετήσει μέσα στην ιστορία.

Για να το πετύχει αυτό, ο συγγραφέας αναζητεί πρωτογενείς πηγές και αναλαμβάνει την αποστολή να «ξεριζώσει τα αγριόχορτα», «διορθώνοντας» τις αυθαίρετες πληροφορίες που έχουν διαδοθεί, αντιγραφόμενες, από βιβλίο σε βιβλίο. Αυτές οι πρωτογενείς πηγές χρονολογούνται, εν πολλοίς, από την οθωμανική περίοδο. Η έλλειψη προγενέστερων εγγράφων γεννά το ερώτημα αν η μετανάστευση των Τσιγγάνων στην Ευρώπη προηγήθηκε ή όχι της οθωμανικής κατάκτησης. Αλλά ακόμη και σ’ αυτή την εποχή των σουλτάνων, οι πληροφορίες παραμένουν διάσπαρτες, σκόρπιες, θρυμματισμένες. Είναι ο λόγος για τον οποίο ο συγγραφέας καλεί τους οθωμανολόγους σε επιστημονική επαγρύπνηση, για να ταυτοποιήσουν και να καταγράψουν. Η διεύρυνση της τεκμηριωτικής βάσης συνεπάγεται απομάκρυνση από τον ανεκδοτισμό. Και ο μόνος τρόπος να βγει κανείς από τον ανεκδοτισμό, μας λέει ο Μπερνάρ Λορύ, είναι όλο και ακόμη περισσότερα ανέκδοτα (σελ. 622). Εκτός από την διοικητική και δικαστική τεκμηρίωση (καδής), ερευνήθηκαν αφηγήσεις περιηγητών και εκθέσεις ιεραποστόλων. Όσον αφορά στην οθωμανική τεκμηρίωση, τις περισσότερες φορές το βιβλίο προτείνει τη μετάφραση στα γαλλικά μιας μετάφρασης από τα οθωμανικά προς μία από τις βαλκανικές γλώσσες που γνωρίζει ο συγγραφέας. Αποκλείστηκαν ωστόσο «λαογραφικές» πηγές σχετικά με τους τσιγγάνους. Το ίδιο ισχύει και για το υλικό αναφορικά με την ιστορία των αναπαραστάσεων. Ο Λορύ το εξηγεί στην εισαγωγή του: υπάρχει πληθώρα εργασιών για τα θέματα αυτά, δεν χρειάζεται να επανέλθουμε. Αφήνει έτσι συνειδητά στην άκρη ό,τι είναι «πρόσληψη» προς όφελος των όσων θεωρεί ως «γεγονότα». Ακόμη κι αν η επιλογή είναι ξεκάθαρη και συνειδητή, δύσκολο να μην υπογραμμιστεί ότι σε μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία όπως η οθωμανική, οι σχέσεις ανάμεσα στις κοινότητας ορίζονται και από το «βλέμμα» των μεν για τους δε κι ότι αυτό το «βλέμμα» είναι αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της κοινωνίας.
Όπως ήδη σημειώθηκε, αυτό το βιβλίο των 678 σελίδων (με πυκνή εκτύπωση!!) παρουσιάζεται ως μια «σχολιασμένη ανθολογία». Ο συγγραφέας δεν πηγαίνει έως τη σύνθεση, δεν προχωρά στην άρθρωση των διαφόρων τεκμηρίων του, δεν ολοκληρώνει το πάζλ. Γιατί; «Από περήφανη ταπεινοφροσύνη», μας απαντά, και «από σεβασμό προς τους Ρομά των Βαλκανίων». Εμείς, αναγνώστες και αναγνώστριες, καταλαβαίνουμε ότι είναι ίσως και για να αφήσει τα πράγματα και τις πόρτες ανοιχτές, να προσκαλέσει κι άλλους εργάτες σ’ αυτό το εργοτάξιο, να μην κλείσει το φάκελο.
Η ορατότητα (ή μη) των Τσιγγάνων στο γραπτό υλικό αποτελεί μείζονα άξονα του βιβλίου. Γιατί, ενώ στα Βαλκάνια είναι πιο πολυάριθμοι απ’ ό,τι αλλού, απουσιάζουν από τις ιστορικές μελέτες; Αναφέρονται, αλλά δεν φαίνονται. Σύμφωνα με τον Λορύ, ένας από τους λόγους θα μπορούσε να είναι, κυρίως για τον 18ο και 19ο αιώνα, ότι δεν είχαν εθνικό σχέδιο ούτε εδαφικές διεκδικήσεις. Το επιχείρημα είναι ισχυρό. Η α-ορατότητα είναι ασφαλώς συνέπεια της μη διεκδίκησης. Αλλά αντικατοπτρίζει και τη θέση τους στην κοινωνική κλίμακα. Οι Τσιγγάνοι είναι περιθωριοποιημένοι (πράγμα που δεν σημαίνει ότι είναι «αποκλεισμένοι», σελ. 623). Πράγματι, από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μελετώνται κυρίως στις «σπουδές των υποτελών» (subaltern studies).
Πάντως, η οθωμανική διοίκηση δεν τους αγνοεί. Το αντίθετο μάλιστα, φροντίζει, μέσα από καταμετρήσεις και απογραφές, να τους μετρά και να τους ταυτοποιεί προσεκτικά. Έτσι, ένα πολυσέλιδο κατάστιχο του 1523, που φυλάσσεται στα Αρχεία της Προεδρίας του Συμβουλίου στην Πόλη (Başbakanlık Osmanlı Arşivi) (σελ. 136), καταγράφει 13 000 « οικογένειες » (προφανώς πρόκειται για «φορολογικά νοικοκυριά», hane, στο πρωτότυπο, που πιθανότατα μετατράπηκαν σε «οικογένειες» κατά τη μετάφραση στη βαλκανική γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Λορύ), δηλαδή (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Λορύ) 65 000 άτομα. Το έγγραφο αυτό είναι πολύτιμο για πολλούς λόγους. Ακολουθώντας μια χωρική εγγραφή των «οικογενειών» που καταγράφονται, αποκαλύπτει μια γεωγραφία της παρουσίας των Τσιγγάνων ανά τα Βαλκάνια. Υπογραμμίζει επίσης ότι αυτοί που βρίσκονται καταγεγραμμένοι σε ένα τόπο είναι λίγο έως πολύ εγκατεστημένοι.
Σε άλλο έγγραφο των αρχών του 16ου αιώνα (σελ. 136), μουσουλμάνοι και χριστιανοί Τσιγγάνοι βρίσκονται ενωμένοι σε μία κοινότητα ((cemaat-i çingene), παρόλο που οι φόροι και τα τέλη που πληρώνουν ποικίλλουν ανάλογα με την θρησκευτική τους ταυτότητα. Η επιλογή της διοίκησης να τους ομαδοποιήσει δεν υπονοεί άραγε ότι, σε τελική ανάλυση, οι Τσιγγάνοι παρέμεναν ένας πληθυσμός «ασταθής», που χαρακτηρίζονταν από μεγάλη κινητικότητα -και ως προς την ταυτότητά τους; Διαπιστώνουμε επίσης, με το έγγραφο αυτό, ότι το οθωμανικό κράτος δεν αναγνώριζε στους Τσιγγάνους ένα καθεστώς «έθνους» (millet) αλλά διατηρούσε την έννοια της κοινότητας (cemaat).
Η απογοήτευση που δημιουργούν οι πηγές αυτού του είδους είναι μεγάλη, εξαιτίας του στατικού τους χαρακτήρα. Απεικονίζουν με ακρίβεια μια δεδομένη στιγμή. Αλλά δεν επιτρέπουν να εντοπιστούν οι εξελίξεις μέσα στο χρόνο του στιγμιότυπου που παρέχουν. Η απουσία συνέχειας, που εμποδίζει την δυναμική προσέγγιση των φαινομένων, αναδεικνύει την κατακερματισμένη όψη του πάζλ «Τσιγγάνοι των Βαλκανίων» και δίνει δίκαιο στον Μπερνάρ Λορύ που ενθαρρύνει τους ερευνητές να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο.
Η τσιγγάνικη ταυτότητα είναι άλλο μείζον θέμα του βιβλίου. Κι εκεί επίσης, ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση, τα εργοτάξια παραμένουν ενεργά. Στα βήματα του Αλέξανδρου Πασπάτη, Ρωμηού γιατρού της Πόλης του 19ου αιώνα που άφησε ένα σπουδαίο έργο για τους Τσιγγάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[5] και που υποστήριξε ότι «η αληθινή ιστορία της φυλής των Τσιγγάνων βρίσκεται στη μελέτη της γλώσσας τους», ο Λορύ υπογραμμίζει τη σημασία των γλωσσολογικών μελετών. Σημειώνει, όπως κι ο Πασπάτης, τη μεγάλη ποικιλία των τσιγγάνικων λεξικών και τις εσωτερικές παραλλαγές του ρομανί, όπως μπορεί να τα ακούσει κανείς στα περίχωρα της Πόλης και στις επαρχίες (σελ. 494). Αλλού (σελ. 624), παρατηρεί ότι με τον χρόνο ένα σημαντικό μέρος των Τσιγγάνων των Βαλκανίων (ένα τρίτο;) απομακρύνθηκαν από το ρομανί και εκφράζονται στα τουρκικά, τα βουλγαρικά, τα αλβανικά, κλπ… Αυτή η διαπίστωση τον οδηγεί σε μια αναπόφευκτη ερώτηση: «τι μένει από την τσιγγάνικη ταυτότητα; Γύρω από τι θα αρθρωθεί;» Η διατύπωση του προβλήματος δεν σημαίνει όμως και λύση του: όπως και για πολλά άλλα θέματα, ο φάκελος παραμένει κι εδώ ανοιχτός.
Το ζήτημα της εξέλιξης αυτής της ταυτότητας κατά τη διάρκεια των έξη αιώνων που καλύπτει η σχολιασμένη ανθολογία του Λορύ παραμένει. Δεν συνάγεται ξεκάθαρα αν είναι τα ίδια στοιχεία που την ορίζουν το 13ο όπως και τον 19ο αιώνα. Εν τέλει, ελλείψει σύνθεσης, είναι δύσκολο να πούμε αν αυτή η δυναμική επισκόπηση (σκόρπιων και ετερόκλητων πηγών) επέτρεψε την περιγραφή των αλλαγών.
Ο πίνακας που προτείνει ο Λορύ αποτελείται κατ’ ουσία από τα βλέμματα των άλλων πάνω στους Τσιγγάνους. Πώς οι Τσιγγάνοι βλέπουν και διηγούνται τον εαυτό τους; Πώς οι ίδιοι βλέπουν τους άλλους; Ο συγγραφέας σημειώνει -και μάλιστα πολλές φορές- ότι τα γραπτά μνημεία είναι σπανιότατα. Ωστόσο, η κατανόηση (ακόμη και μέσα από δευτερεύουσες πηγές) του τρόπου με τον οποίο οι Τσιγγάνοι έβλεπαν τους εαυτούς τους μέσα στις κοινωνίες τις οποίες ζούσαν θα επέτρεπε μια ολιστική προοπτική, που θα μετρίαζε τον κατακερματισμένο χαρακτήρα της μακράς ιστορίας τους.
**
Έπειτα από αυτές τις γενικές παρατηρήσεις, μερικά συγκεκριμένα σημεία αξίζει να αναφερθούν, για να αναδειχθούν, ενδεικτικά, ορισμένα κεντρικά ζητήματα του βιβλίου. Πριν απ’ όλα, αυτό της στρατιωτικής θητείας, στην οποία αφορούν αρκετά έγγραφα που χρονολογούνται από διαφορετικές στιγμές των έξι υπό μελέτη αιώνων. Επειδή η στρατιωτική θητεία προϋποθέτει πίστη, νομιμοφροσύνη και υπακοή, οι Οθωμανοί δεν αποδέχτηκαν ποτέ την ιδέα ότι οι μη μουσουλμάνοι (άπιστοι κυριολεκτικά και μεταφορικά) θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στις μάχιμες δυνάμεις. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η στρατιωτική θητεία είχε γίνει υποχρεωτική για όλους και το bedel (αντισήκωμα) είχε θεωρητικά καταργηθεί, Χριστιανοί και Εβραίοι στέλνονταν σε μεγάλο βαθμό προς τα τάγματα εργασίας: παρέμενε αδιανόητο να τους δοθούν όπλα. Όσον αφορά τους μη μουσουλμάνους Τσιγγάνους, το ζήτημα δεν τίθεται καν. Αλλά τα έγγραφα που παρουσιάζει ο Λορύ και που αφορούν πολύ διαφορετικές στιγμές της μακράς υπό μελέτη περιόδου υποδεικνύουν, σχεδόν όλα, ότι οι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι είναι εξίσου ανεπιθύμητοι στο στρατό.
Έτσι, στην περιοχή της Φιλιππούπολης (Πλόβντιβ), τέλη του 18ου αιώνα, όταν χρειάζεται να συσταθεί ένα σώμα «λεβέντ» (οπλίτες και πεζοναύτες), όλοι είναι υποψήφιοι για στρατολόγηση, «με εξαίρεση τους Τσιγγάνους, τους άρρωστους, τους αδύναμους, τους τυφλούς, τους κωφάλαλους» (σελ. 305). Δυόμιση αιώνες νωρίτερα (1540), ο οθωμανικός ποινικός κώδικας εξομοίωνε τους Τσιγγάνους με τους λεπρούς. Σε ένα άλλο κείμενο (σελ. 366), που χρονολογείται από την αρχή του 19ου αιώνα, σημειώνεται ξεκάθαρα ότι όσοι οδηγούσαν βοϊδάμαξες δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να είναι Τσιγγάνοι, «… αλλά μουσουλμάνοι ή το πολύ ραγιάδες…». Κατ’ επανάληψη, ο Μπερνάρ Λορύ σημειώνει ότι στον βαλκανικό κόσμο οι Τσιγγάνοι ήταν άνθρωποι του περιθωρίου, συχνά θύματα στοχευμένων διακρίσεων, αλλά όχι «αποκλεισμένοι». Η περίπτωση του στρατού πρέπει να ήταν δηλαδή εξαίρεση, τόσο ήταν προφανής η βούληση των αρχών να τους αποκλείσουν.
Ακόμη κι αν ο συγγραφέας βεβαιώνει ότι δεν υπήρχε πρόθεση αποκλεισμού, πώς ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να μην διακρίνει, στα παραδείγματα που παρατίθενται εδώ, μέτρα φυλετικού χαρακτήρα; Βέβαια, όσον αφορά στην προ-Τανζιμάτ οθωμανική πραγματικότητα, όταν η δουλεία και η εμπορία ανθρώπων ήταν ακόμη στην τάξη των πραγμάτων, η λέξη αυτή φέρει μια γερή δόση αναχρονισμού. Αλλά οι Μεταρρυθμίσεις εισήγαγαν διορθώσεις που επιβεβαίωσαν ότι υπήρχε πρόβλημα. Έτσι από το 1873, οι Τσιγγάνοι μουσουλμάνοι στρατολογούνται επιτέλους όπως οι άλλοι μουσουλμάνοι και ο φόρος που τους αφορά καταργείται[6].
Ωστόσο, γιατί, για πολλούς αιώνες, η εξουσία τους παραμέρισε; Σ’ ένα σύστημα αρθρωμένο γύρω από τις θρησκευτικές ταυτότητες, τι είναι αυτό που διαφοροποιεί ένα Τσιγγάνο μουσουλμάνο από τους άλλους μουσουλμάνους υπηκόους του σουλτάνου; Ίσως απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα γύρευε, τον Αύγουστο του 1905, ο αντιπρόσωπος όλης της τσιγγάνικης φυλής της Θεσσαλονίκης, κι ο μουχτάρης Σαλίχ, όταν ζήτησε να αφαιρεθεί η ένδειξη «τσιγγάνος» από τα δελτία ταυτότητας και να μείνει μόνο «μουσουλμάνος».
Τέλος, η ιδιαίτερη θέση που επεφύλασσε η οθωμανική διοίκηση στους μουσουλμάνους Τσιγγάνους προκύπτει κι από την επιβολή ενός φόρου ανάλογου με τον κεφαλικό -ο οποίος απευθυνόταν στους μη μουσουλμάνους. Οι Τσιγγάνοι υπήρξαν, και στην περίπτωση αυτή, αντικείμενο εξαίρεσης;
**
Ένα δεύτερο σημείο αφορά τα ίχνη των Τσιγγάνων στα κατάστιχα (αρχεία) του καδή. Καταρχήν, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ενδιαφερόμενοι είναι που απευθύνονται στο ιεροδικείο. Σπάνια ο καδής ενεργεί αυτεπάγγελτα. Το ότι Τσιγγάνοι (κι όχι πάντα μουσουλμάνοι) παρουσιάζονται μπροστά στο δικαστή και ζητούν αποκατάσταση είναι σημαντικό. Πρώτον, δείχνουν ότι αναγνωρίζουν την οθωμανική δικαιοσύνη κι ότι δεν γυρεύουν να λύσουν τα προβλήματά τους με δικά τους μέσα. Αναγνώριση της δημόσιας αρχής λοιπόν. Ταυτόχρονα, είναι δύσκολο να μην δει κανείς κι ένα αίτημα ίσης μεταχείρισης με τους άλλους, ένα αίτημα ένταξης. Όπως αυτός ο ματωμένος γάμος στη Βοσνία (Λιούμπινιε, 1780, σελ. 319) που οδήγησε δύο γυναίκες Τσιγγάνες, μάνα και κόρη, μπροστά στον καδή τον οποίο εκλιπαρούν να βρει το δολοφόνο του συζύγου της μιας από τις δυό. Ή ακόμη αυτή η χριστιανή Τσιγγάνα του Μοναστηρίου (Μπίτολα, 1781), που καταγγέλλει τις επιθέσεις δύο ανδρών (μουσουλμάνων; Ζίνο και Γιάκο) και ζητεί αποζημίωση (σελ. 320-321). Ή, τέλος, αυτός ο Τσιγγάνος του Σαράγιεβο (1566, σελ. 190), εμπειρικός θεραπευτής, ο οποίος, πριν αφαιρέσει μια πέτρα από την κύστη του ασθενούς του, τον βάζει να υπογράψει μπροστά στον καδή ότι η επέμβαση θα γίνει με τη συναίνεσή του. Αν στα έγγραφα αυτά βλέπουμε κυρίως την ανάγκη των Τσιγγάνων για αναγνώριση και ορατότητα, είναι επειδή είναι δύσκολο να εμπιστευθεί κανείς την αποτελεσματικότητα του καδή στον τομέα του ποινικού δικαίου. Είναι που η δικαιοδοσία του είναι πολύ περιορισμένη. Το λέει και ο ίδιος: «να αναζητηθεί ο δολοφόνος στο προαναφερθέν χωριό και στα άλλα χωριά της περιοχής». Ο δολοφόνος τρέχει μάλλον πιο γρήγορα και πιο μακριά. Όσο για τις επιθέσεις και τις κακοποιήσεις, είναι πιθανότατα η χρηματική αποζημίωση που επιδιώκεται (και συχνά επιτυγχάνεται).
Άλλο μείζον θέμα του βιβλίου: το ζήτημα της εγκατάστασης των Τσιγγάνων. Αρκετές φορές, ο Λορύ υπογραμμίζει ότι οι Τσιγγάνοι των Βαλκανίων είχαν συχνά ιδιόκτητα σπίτια στην πόλη ή στα χωριά. Εκεί, ασκούσαν αστικά ή αγροτικά επαγγέλματα. Είχαν άραγε γυρίσει τη σελίδα της πλανόδιας ζωής; Αξιόπιστη και συνολική απάντηση είναι δύσκολο να δοθεί. Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι όχι μόνο λιγοστά, αλλά και χρονολογικά πολύ σκόρπια. Στην πραγματικότητα, η εγκατάσταση είναι φαινόμενο που εγγράφεται ανά την οθωμανική επικράτεια σε μια μακρά διάρκεια. Στο πέρασμα των αιώνων, σχεδόν παντού στην Αυτοκρατορία, ο χώρος του νομαδισμού συρρικνώνεται, παρόλο που οι εποχιακές μετακινήσεις διατηρούνται. Αυτό το φαινόμενο θα φτάσει στο απόγειό του περί τα μέσα του 19ου αιώνα, στην καρδιά της περιόδου γνωστής ως Τανζιμάτ. Για έναν αποτελεσματικότερο έλεγχο και συλλογή φόρων, η οθωμανική εξουσία παρεμβαίνει για να επιβάλει την εγκατάσταση διαφόρων πληθυσμών, συμπεριλαμβανομένων ιδιαίτερα των Κούρδων, των Γιορούκων και άλλων τουρκμενικών στοιχείων. Ενεργεί με τον ίδιο τρόπο και με τους μουατζίρηδες των Βαλκανίων και του Καυκάσου που συρρέουν προς την Ανατολία λόγω των πολυάριθμων περιφερειακών κρίσεων του 19ου αιώνα. Τα μέτρα αυτά είναι μέρος μια διαδικασίας αναγκαστικής και εσπευσμένης συγκέντρωσης που κυριαρχεί στο σύνολο της περιόδου: αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοίκησης, άφιξη του τηλέγραφου (μείζονος εργαλείου του κρατικού ελέγχου) στο οθωμανικό έδαφος (δεκαετία του 1850), σταδιακή κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου. Μ’ άλλα λόγια, η εγκατάσταση των Τσιγγάνων είναι μέρος μια γενικευμένης πολιτικής εδαφικού ελέγχου.
**
Ένα τελευταίο ερώτημα αφορά τον εξισλαμισμό των Τσιγγάνων των Βαλκανίων. Πρόκειται για μια φυσική διαδικασία προσαρμογής στις τοπικές συνθήκες; Διαδικασία αφομοίωσης; Σε ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε; Αν οι Τσιγγάνοι απορρίπτονται σαν να ήταν λεπροί, δεν είχε κανένα λόγο το Οθωμανικό Κράτος να τους εξισλαμίσει με το ζόρι. Και πράγματι, ανήκαν σε διάφορες κατηγορίες των πληθυσμών που εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα (devşirme, φόρος του αίματος). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι αυτοί που προσχώρησαν στο ισλάμ το έκαναν εκούσια. Γιατί όμως; Ανάγκη αναγνώρισης; Ορατότητας; Από την άλλη, τι γνωρίζουμε για τις θρησκευτικές πρακτικές των μουσουλμάνων Τσιγγάνων; Σύχναζαν τους ίδιους χώρους προσευχής με τούς άλλους μουσουλμάνους «της σουννιτικής χανεφιτικής σχολής», για να θυμηθούμε τους όρους του μουχτάρη Σαλίχ; Στο σημείο αυτό, ο Λορύ κάνει μια σύνδεση μεταξύ Τσιγγάνων και Γιορούκων, αφήνοντας να εννοηθεί η ίδια ροπή προς την ετεροδοξία, αλλά και στην τοποθέτηση στο περιθώριο από θρησκευτική άποψη. Επισημαίνει ιδιαίτερα την συμμετοχή τους σε κοινές γιορτές με τους χριστιανούς. Πράγματι, στην ελληνική γλώσσα, υπάρχουν μαρτυρίες για τις γιορτινές αγρυπνίες που οργάνωναν οι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι του Κασήμ Πασά (Κωνσταντινούπολη) για του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου, Χιντρελέζ). Ποια ήταν άραγε τα όρια της σουννιτικής τους ταυτότητας; Σύμφωνα με μαρτυρίες Ρωμηών της Πόλης, από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, όταν οι συνοικίες άδειασαν σταδιακά από τους χριστιανούς κατοίκους τους, ήταν οι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι της περιοχής του Σουλούκουλέ, κατά μήκος του θεοδοσιανού τείχους, που προστάτευσαν τους ελληνορθόδοξους ναούς ενάντια στις λεηλασίες και στους κακοποιούς. Μέχρις ότου εκτοπιστούν κι οι ίδιοι και σταλούν προς την ευρύτερη περιφέρεια της τουρκικής μητρόπολης στο πλαίσιο μιας τεράστιας κτηματομεσιτικής επιχείρησης με στόχο (μεταξύ άλλων…) τον «εξευγενισμό» της περιοχής.
*****
Συμπερασματικά, η σχολιασμένη ανθολογία του Μπερνάρ Λορύ, που παρουσιάζεται ως ένα εκτεταμένο πάζλ, σκόπιμα ημιτελές, προτείνει ήδη ένα στέρεο περίγραμμα μια κοινωνικής ιστορίας των Τσιγγάνων των Βαλκανίων. Ακόμη κι αν οι συνάψεις κι οι συνθέσεις δεν έχουν πραγματικά τη θέση τους σε μια συλλογή εγγράφων -που καλύπτουν επιπλέον έξι αιώνες ταραχώδους ιστορίας- η εικόνα που σκιαγραφείται δείχνει τουλάχιστον την ένταξη (και ενίοτε την ενσωμάτωση) των Τσιγγάνων στη ζωή των βαλκανικών πόλεων και υπαίθρου. Αναφέρονται στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, σε παραϊατρικές ή παραστρατιωτικές δραστηριότητες.
Ελλείψεις και κενά; Ευτυχώς, είναι κι αυτά εκεί, προς μεγάλη ικανοποίηση του συγγραφέα, που εύχεται η συμβολή του να γεννήσει νέες μελέτες σε πεδία που έχουν ακόμη ελάχιστα διερευνηθεί. Λείπουν, παραδείγματος χάριν, από τον τόμο οι παραπομπές σε ηγετικές προσωπικότητες του κόσμου των Τσιγγάνων. Οι «απουσίες» αυτές δεν είναι πρόσκληση για μελλοντικές έρευνες που θα διευκρινίσουν και θα εμπλουτίσουν αυτό το περίπλοκο εργοτάξιο;
[1] Les Tsiganes des Balkans (1280-1914). Documents rassemblés, traduits et commentés par Bernard Lory, Paris, Les Belles Lettres, 2024, 678 p.
[2] INALCO : Institut national des Langues et civilisations orientales, Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών, Παρίσι.
[3] Lory Bernard, « La politique minoritaire de l’Empire ottoman envers les Aroumains », in Dušan Bataković (ed.), Minorities in the Balkans, Beograd, 2011, p. 49-58.
[4] Lory Bernard, « Circulation des mots et des idées entre Bulgarie et Occident : le terme Pomak (1833-1875) », Revue des études slaves, t. 85 (2014), fasc. 3, p. 501-535.
[5] Alexandre Paspati, Etude sur les Tchingianés ou Bohémiens de l’Empire ottoman, Constantinople, Imprimerie Antoine Koromila, 1870, 652 p.
[6] Egemen Yılgür, « Son Dönem Osmanlı İmparatorluğu’nda Devlet ve “Çingeneler”: Vergi, Askerlik ve Adlandırma Meseleleri », MSGSÜ [Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi], Sosyal Bilimler Dergisi, 2 (18), 2018, 267-302.




















