Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο Τόμας και ο μάγος (γράφει η Κέλλυ Πάλλα)

Ο Τόμας και ο μάγος (γράφει η Κέλλυ Πάλλα)

0
240
Ταινία με σκηνοθέτη τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ πάνω στο έργο του Τόμας Μαν, ο Μάριο και ο Μάγος

γράφει η Κέλλυ Πάλλα

Η νουβέλα του Τόμας Μαν εντυπωσιάζει καταρχήν με την ασυμμετρία μεταξύ της συντομίας της και του πλούτου των ερμηνειών και της βιβλιογραφίας που προκάλεσε απ’ τη στιγμή που πρωτοδημοσιεύτηκε, το 1929, και εξακολουθεί να προκαλεί μέχρι και σήμερα.

Ξεκινώντας από τον τίτλο, «Ο Μάριο και ο μάγος», και τον υπότιτλο, «Ένα τραγικό ταξιδιωτικό βίωμα», αναγνωρίζουμε την εξοικείωση του Τόμας Μαν με τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα, τον μεσμερισμό/ζωικό μαγνητισμό και τα ταξίδια, πληροφορίες που συμφωνούν με όσα ήταν ευρέως γνωστά όσο ακόμη ζούσε, αλλά επιβεβαιώθηκαν και από τα ημερολόγιά του, που άρχισαν να δημοσιεύονται μόλις το 1970, δηλαδή πολύ μετά τον θάνατό του.

Το θέμα είναι περιληπτικά το εξής: μια οικογένεια βορειο-ευρωπαίων κατά τη διάρκεια των διακοπών της στην Ιταλία γίνεται μάρτυρας μιας ταχυδακτυλουργικής επίδειξης, όπου ο ταχυδακτυλουργός/μάγος μέσω της εθνικιστικής ρητορικής και της γκροτέσκας προσωπικής του γοητείας μαγεύει/μαγνητίζει/υποτάσσει το κοινό του καταφέρνοντας να του αφαιρέσει τη βούληση, να το ταπεινώσει, αλλά και να του επιβάλει τη δική του θέληση.

Οι αναλογίες με τον «Θάνατο στη Βενετία» είναι εμφανείς: ένα ταξίδι στο Νότο, ένα σκηνικό εμπνευσμένο από τα πολυπολιτισμικά παραθαλάσσια θέρετρα της Ιταλίας, ένας αφηγητής με γνώσεις κλασσικής παιδείας που παραθέτει τις ακριβείς παρατηρήσεις, αλλά και τις λεπτοφυείς επικρίσεις του για τους ντόπιους πάντα σε αντιδιαστολή προς τους Βόρειους τουρίστες. Οι ιστορίες και στις δύο περιπτώσεις μπορούν να αναγνωστούν, μεταξύ πολλών άλλων, ως παραβολές της σχέσης του καλλιτέχνη με το καλλιτέχνημα και το κοινό του, αλλά και ως συγκεκαλυμμένος στοχασμός πάνω στην ιστορική, πολιτική και πνευματική πορεία της Ευρώπης.

Στο «Ο Μάριο και ο μάγος», που εκτυλίσσεται στον τόνο των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ο μάγος Τσίπολα εμφανίζεται στην παράστασή του με εκνευριστική καθυστέρηση και,  παρά τη σωματική του αναπηρία, με περισσή αυτοπεποίθηση και ασκεί όλα τα μέσα της σταδιακής και με γεωμετρική πρόοδο αυξανόμενης σαγήνης του σε όσους τον παρακολουθούν: αμεσότητα, πολυλογία, υπεροψία, εθνικιστικές κορώνες, απειλές, προσβολές, βία και καθυποτάσσει την αρχική τους αντίσταση καθιστώντας τους υποχείριά του. Η ένταση κορυφώνεται, όταν καταφέρνει να αφαιρέσει την επίγνωση των πράξεων από τον εθελοντή στα πειράματά του Μάριο, με αποτέλεσμα ο νεαρός να τον φιλήσει στο μάγουλο, νομίζοντας ότι φιλά την αγαπημένη του. Ο Μάριο, μόλις συνέρχεται, πυροβολεί τον μάγο δίνοντας μια βίαιη λύτρωση στις δοκιμές της ψυχολογικής υποβολής και της κατάλυσης ελευθερίας που επιχείρησε ο Τσίπολα.

Η συγκεκριμένη νουβέλα, γραμμένη τη χρονιά που απονεμήθηκε στον Τόμας Μαν το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και μόλις 4 χρόνια πριν την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, απηχεί τον πολιτικό προβληματισμό ενός γερμανού διανοούμενου, που διαισθάνεται ότι οι συμπατριώτες του σύντομα θα παρασυρθούν από έναν λαοπλάνο ηγέτη και πρόθυμα θα απεκδυθούν την ελευθερία τους υπακούοντας σε προστάγματα, τα οποία θα απανθρωποποιήσουν την υπόλοιπη Ευρώπη και θα ευτελίσουν τη ιστορική γερμανική ιδιοπροσωπία.

Από την άλλη η προσωπικότητα του Τσίπολα, σύνθετη, αντιφατική, επικίνδυνα χειριστική, κατοπτρίζει την υπνωτιστική επιρροή του καλλιτέχνη στο κοινό του, τον έλεγχο που ασκεί στην ψυχολογία των μαζών, τη δυνατότητά της να προκαλεί συγκεκριμένα συναισθήματα και κατ’ επέκταση να υπαγορεύει συγκεκριμένες πράξεις στα πλήθη. Αυτή η αισθητική ερμηνεία συνδέεται με την πολιτικο-ιστορική, αφού αντιμετωπίζει την πρακτική της διακυβέρνησης των ανθρωπίνων κοινωνιών ως μια ευρεία θεατρική σκηνή, από όπου αναδύεται η σημασία της ευθύνης των θεατών/πολιτών της.

Ο πυροβολισμός του τέλους, το μόνο στοιχείο της πλοκής που γνωρίζουμε με ακρίβεια ότι αποτελεί επινόηση, ενέπνευσε και μια ψυχολογική ερμηνεία, κατά την οποία το ομοερωτικό φιλί του Μάριο στον μάγο απηχεί τις, ιστορικά εξακριβωμένες, ομοφυλοφιλικές ορμές του Τόμας Μαν, που για έναν αυστηρό προτεστάντη σαν τον ίδιο πρέπει να κατασταλούν βίαια.

Οι τρεις παραπάνω ευδιάκριτες ερμηνείες, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική, δεν είναι οι μόνες που προκάλεσε η νουβέλα. Η εκτέλεση από το κοινό κάθε προσταγής του μάγου αποδόθηκε κατά τη αποδομηστική θεωρία του Ντεριντά ως η δύναμη της γλώσσας όχι να περιγράφει κόσμους, αλλά να επιτελεί, δηλαδή να κατασκευάζει νέους, έτσι ο Τσίπολα μιλάει- το κοινό πράττει/επιτελεί. Σ’ αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο πυροβολισμός του Μάριο ως πράξη αντίστασης στη γλώσσα του μάγου και εντέλει ως χειραφέτηση του υποκειμένου από τον ηγέτη/καλλιτέχνη και την ανάληψη του βάρους της προσωπικής του ευθύνης.

Τέλος μια διακειμενική προσέγγιση εντάσσει τη νουβέλα στη μακρά παράδοση της γερμανικής κουλτούρας, δηλαδή τόσο του ρομαντικού Ε.Τ.Α. Χόφμαν με τη θεματολογία της δαιμονικής επιρροής και της μηχανικής/άβουλής κούκλας, τόσο του μεσοπολεμικού εξπρεσιονιστή κινηματογραφιστή Ρόμπερτ Βίνε με τη θεματολογία του μέντιουμ και του υπνοβάτη/ενεργούμενου, όσο και των ψυχαναλυτικών μελετών του Φρόυντ για το φανταστικό με την εισαγωγή της έννοιας του ανοίκειου και του απωθημένου. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο κείμενο του Τόμας Μαν συνομιλεί με όλους τους παραπάνω πολύ δημιουργικά.

Σε επίπεδο ύφους τα πράγματα είναι απολαυστικά. Ενδεικτικά, ενώ η χρήση του επιθέτου και της μετοχής μπορεί να αποδειχθούν οι πιο επικίνδυνες επιλογές για έναν συγγραφέα, ο Τόμας Μαν με τις υψηλές σπουδές φιλολογίας και φιλοσοφίας, και φυσικά το λογοτεχνικό ταλέντο, ξεπερνά με μεγάλη ευκολία τον σκόπελο χαρίζοντάς μας σελίδες εκφραστικής ακρίβειας, παραστατικότητας και γλωσσικής χάρης. Δειγματοληπτικά στη σελίδα 77 διαβάζουμε:« […] το προσβλητικό σύμβολο της εξουσίας του, το απειλητικό μαστίγιο, κάτω από το οποίο η αλαζονική του αξίωση κυριαρχίας μας υπέτασσε όλους και δεν άφηνε να γεννηθεί κανένα ηπιότερο συναίσθημα πέρα από μια αμήχανη, πεισματικά αντιστεκόμενη υποταγή».

Η μετάφραση της Μαρίας Μαντή (μαζί με δικό της πυκνό επίμετρο, υποσημειώσεις και προτεινόμενη βιβλιογραφία, που επισυνάπτονται) είναι δουλεμένη εξαιρετικά και η ίδια σίγουρα πολύ τυχερή, αφού μπόρεσε να απολαύσει ένα τέτοιο πολυεπίπεδο κείμενο στη γλώσσα που γράφτηκε.

 

(*) Η Κέλλυ Πάλλα είναι φιλόλογος και πεζογράφος

 

Τόμας Μαν, «Ο Μάριο και ο μάγος», Μεταίχμιο, 2026

Προηγούμενο άρθροClifford Brown και Eric Dolphy: Oι μεγάλες απροσδόκητες απώλειες σε μικρή ηλικία στην ιστορία της τζαζ (του Γιάννη Μουγγολιά)
Επόμενο άρθρο¨Ο Αποτεφρωτής¨, του Γιουράι Χερτς «Η Ιστορία ως εφιάλτης» (του Μανώλη Γαλιάτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ