Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Στο μυθιστόρημα ετούτο, αναδύεται, τρόπον τινα, το παρελθόν του επιθεωρητή Μαιγκρέ, αφού αυτό διαδραματίζεται στα γενέθλια μέρη του. Την τελευταία φορά, όμως, που πήγε στο χωριό γέννησής του ήταν, στην πραγματικότητα, για την κηδεία του πατέρα του, που τον είχαν θάψει εκεί, στο κοιμητήριο, πίσω από την εκκλησία. Και τώρα, άθελά του, «ξανάβρισκε τις παλιές αισθήσεις: το κρύο, τα μάτια που έτσουζαν, τις παγωμένες άκρες των δακτύλων, την επίγευση του καφέ. Στη συνέχεια, μπαίνοντας στην εκκλησία, το κύμα της ζέστης, τον απαλό φωτισμό, την ευωδιά των κεριών, του θυμιάματος…». Ένα ανώνυμο σημείωμα, λοιπόν, που έφτασε στα χέρια του, προέβλεπε ένα έγκλημα που θα ελάμβανε χώρα στην εκκλησία του Σαιν-Φιάκρ, κατά την διάρκεια της πρώτης λειτουργίας της Ημέρας των Ψυχών, και έτσι τώρα, θέλοντας και μη, τον γυρίζει πίσω εκεί, όπου επανεμφανίζονται πολυποίκιλες ανησυχητικές αναμνήσεις και δυστυχώς αποκαλύπτονται πολλαπλές κρυμμένες μοχθηρίες ανάμεσα στους κατοίκους του. Ωστόσο, το χειρότερο όλων είναι ότι ο επιθεωρητής ανακαλύπτει έκπληκτος ότι δεν είναι και τόσο ευπρόσδεκτος στον τόπο τον οποίο κάποτε αποκαλούσε με περηφάνια σπίτι του.
Ωστόσο, εκείνο που είναι ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο του Ζωρζ Σιμενόν και αποτελεί ένα από τα δυνατά σημεία του μυθιστορήματος, έγκειται στην πρωτοτυπία του και συγκεκριμένα το γεγονός ότι η αστυνομική έρευνα περιστρέφεται γύρω από έναν φόνο που δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά. Και πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσεκτικά επεξεργασμένη πλοκή, εξαιρετική πρόζα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα βιβλία του ταλαντούχου Βέλγου συγγραφέα. ‘Η Υπόθεση Σαιν Φιάκρ’ του Ζωρζ Σιμενόν εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1932, με τον τίτλο ‘L’ affaire Saint-Fiacre’. Το Σαιν-Φιάκρ, ειρήσθω εν παρόδω, είναι το μέρος όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο επιθεωρητής Μαιγκρέ. Ο πατέρας του ήταν ο διαχειριστής του πύργου εκεί για μια μακρά περίοδο τριάντα χρόνων. Αποτελεί αναμφισβήτητα μια μελαγχολική επίσκεψη για τον Μαιγκρέ καθώς έχει να ερευνήσει έναν περιέργως προγραμματισμένο θάνατο, ενώ σταδιακά διαπιστώνει ότι πολλά είχαν αλλάξει σε όλα εκείνα που θυμόταν ενόσω ήταν παιδί. Η ατμόσφαιρα τώρα τον καταπιέζει ποικιλοτρόπως και ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα έβρισκε το χωριό σε τόσο άθλια και αποκρουστική κοινωνική κατάσταση.
Ο προβλεπόμενος θάνατος έγινε πράγματι στην εκκλησία, ενώ ο επιθεωρητής παρακολουθούσε την πρώτη λειτουργία της Ημέρας των Ψυχών, με την ηλικιωμένη κόμισσα του Σαιν Φιάκρ να πεθαίνει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, πιθανώς από κάποια συνυπάρχουσα και μη εμφανή εκ πρώτης όψεως καρδιακή ανεπάρκεια. Αλλά ο Μαιγκρέ σύντομα ανακαλύπτει ότι η καρδιακή προσβολή είχε προκληθεί λόγω σφοδρής συγκίνησης, όταν η κόμισσα συγκεκριμένα διάβασε μια ψεύτικη ιστορία εφημερίδας για την αυτοκτονία του γιου της που είχε τοποθετηθεί, άγνωστον πως και από ποιόν μέσα στις σελίδες του Βιβλίου των Προσευχών της. Ο Μαιγκρέ υποψιάζεται ότι αρκετοί άνθρωποι θα μπορούσαν να ήταν υπεύθυνοι για τον θάνατό της, έστω με έμμεσο τρόπο, όπως ο διάγων άστατη ζωή γιος της, Μωρίς ντε Σαιν-Φιάκρ, με απώτερο σκοπό να ανταπεξέλθει από τη δύσκολη οικονομική θέση στην οποία είχε βρεθεί λόγω του έκλυτου βίου του. Ο νεαρός γραμματέας και παράλληλα εραστής της κόμισσας, Ζαν Μεταγιέ, που ήταν συνομήλικος του Μωρίς, ο οποίος είχε χειριστεί κάπως περίεργα και μάλλον επιπόλαια σεβαστό μέρος της περιουσίας της ξεπεσμένης κόμισσας σε καταστροφικές επενδύσεις. Ο οικονόμος και διαχειριστής της δομής και ο γιος του, Εμιλ Γκωτιέ, και δίπλα τους, ο ιερέας του χωριού με την περίεργη στάση σε όλα αυτά και ο γιατρός Μπουσαρντόν που ήταν, άλλωστε, αναγκαστικά γνώστης των λεπτομερειών της υγείας της. Δηλαδή ένας αρκετά περιορισμένος αριθμός υπόπτων μιας κλειστής κοινωνίας, όπου όλοι γνωρίζονταν πολύ καλά μεταξύ τους.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαιγκρέ αποκαλύπτει την αλήθεια, αν και στην πραγματικότητα παρακολουθεί τα γεγονότα από σχετική απόσταση χωρίς να συμμετέχει με ενεργό τρόπο στη λύση του μυστηρίου, υπενθυμίζει σε πολλά την όλη διαδικασία με την οποία ο Πουαρώ, στα γνωστά βρεττανικά μυθιστορήματα, συγκεντρώνει σε μια αίθουσα όλους τους εμπλεκόμενους στην ιστορία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και εξηγεί αργά και με στόμφο ποιος είχε διαπράξει την πράξη που δρομολόγησε, κι’ ύστερα πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα και γιατί, δεδομένου ότι ήταν ένα έγκλημα που δεν τιμωρούνταν από το νόμο. Κλείνοντας να πούμε ότι όπως και πολλά άλλα μυθιστορήματα του Σιμενόν, έτσι και ετούτο γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το μακρυνό έτος 1959, με τον Ζαν Γκαμπέν στο ρόλο του επιθεωρητή Μαιγκρέ.
























(Georges Simenon, Η υπόθεση Σαιν-Φιάκρ. Μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ. Εκδόσεις Άγρα. Δεκέμβριος 2024. Αθήνα)


