διήγημα εν προόδω του Μιχάλη Μακρόπουλου
Φίλη,-ε, αναγνώστρια,-η, με το επόμενο μέρος, το λ΄, η «Μεταφυσική του καλού κηπουρού» ολοκληρώνεται. Σ’ ευχαριστώ.
θ΄
Η αράχνη ακινητούσε σαν να ονειρευόταν τη ζωή της, κι έτσι ζούσε· κι έτσι πέθανε: ο θάνατός της ήταν όμοιος μ’ ασυναίσθητο γλίστρημα, ενόσω η ίδια εξακολουθούσε να ονειρεύεται. Βέβαια, πάλεψε να ξεφύγει όταν ένα σαμιαμίδι ξεπρόβαλε από πίσω από την πέργκολα με το γιασεμί, και με μια σβέλτη κίνηση την άρπαξε ꟷ πάλεψε η αράχνη να του ξεφύγει, γιατί έτσι έπρεπε· μα είχε όλο ετούτο τη χορογραφημένη τυπικότητα μιας ιεροτελεστίας. Το σαμιαμίδι έκανε τις κινήσεις που του είχαν οριστεί· όμοια, η αράχνη. Χωρίς αμφιβολία ή αμφισβήτηση. Για τι πράγμα ν’ αμφιβάλουν; Τι να αμφισβητήσουν; Δεν ήξεραν τι πάει να πει να εξεγείρεσαι ενάντια στον θάνατο.
Για τον καλό κηπουρό, όπως για κάθε κηπουρό που ’ναι καλός, ο μικρός του κήπος ήταν το σχολείο του. Το σαμιαμίδι και η αράχνη ήταν οι δάσκαλοί του γιατί δε θέλησαν ποτέ να τον διδάξουν ꟷ κι αυτός, ο ταπεινός μαθητής τους.
ι΄
Προτού το ένα φέρει τ’ άλλο, και γίνει ο καλός κηπουρός, πριν φύγει από την Παλαιά Φώκαια, μετά τον θάνατο του πατέρα, κι έρθει να μείνει νοικάρης κοντά στα παλιά προσφυγικά, είχε προσληφθεί στα ΕΛ.ΤΑ., και, με τον ερχομό του εδώ, έγινε διανομέας στο ταχυδρομείο της Καισαριανής στην Παναγίτσα. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει άλλη δουλειά, από το να φοράει κρεμασμένη διαγώνια τη δερμάτινη σάκα του, όπως στο σχολείο, και να μοιράζει νέα από πόρτα σε πόρτα, μία φορά τον μήνα να χτυπάει κουδούνια και να δίνει τις συντάξεις, μετρώντας το ποσό ακριβώς, όρθιος στην εξώπορτα, και να κάθεται κάποτε στην πολυθρονίτσα στο μοναχικό, γεροντικό χολ και σαλόνι, κι ας βιαζόταν· και να πίνει ένα ποτήρι νερό, ή μια πορτοκαλάδα· και τύχαινε κάποτε, άμα τον ρώταγαν αν πέρα από τη σύνταξη είχε, επίσης, ένα γράμμα, να βάζει το χέρι στην τσέπη, όπως το βάζουμε αφηρημένοι, μπορεί αμήχανοι κιόλας, πάνω στην κουβέντα, ή γιατί δεν ξέρουμε πώς να βολέψουμε το σώμα μας ώσπου το χέρι, ανάμεσα στις χειρονομίες, να μπει στην τσέπη για λίγο· και τα δάχτυλά του να πιάνουν έναν φάκελο που, ταχτοποιώντας την αλληλογραφία το πρωί προτού αρχινήσει τον ημερήσιο γύρο του, θα τον είχε βάλει στην τσέπη και ξεχάστηκε εκεί, και να τον δίνει λέγοντας: «Να το γράμμα. Συγνώμη…» Και μετά έφευγε, γιατί ’χε καθυστερήσει ήδη· αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πείραζε τώρα να φύγειꟷ
Πήρε σύνταξη από τα ταχυδρομεία και μ’ αυτήν πλήρωνε το νοίκι, αλλά ήδη, τότε, είχε τον κήπο του πλέον.
κ΄
Ο σπιτονοικοκύρης του έμενε μακριά κι ερχόταν μία φορά τον μήνα για να εισπράξει το νοίκι. Γνωρίζονταν ελάχιστα. Αυτό το ποσό κάθε μήνα ήταν το μόνο που τους ένωνε. Ανεξαιρέτως, ο νοικάρης του θα τον ρώταγε αν ήθελε έναν καφέ, ένα ποτήρι νερό έστω· μα εκείνος δεν ήθελε τίποτα, και στεκόταν ένα λεπτό όλο κι όλο στην εξώπορτα, ώσπου να μετρήσει τα λεφτά, κι ας ήτανε πάντα το ποσό ακριβώς, να χαιρετήσει και να φύγει. Μα τώρα μπήκε και πήρε το ποτήρι νερό που τόσα χρόνια το αρνιόταν· μάλιστα, κάθισε στη μία από τις δυο πολυθρόνες, κι ο νοικάρης στην άλλην. Ήπιε πρώτα το νερό, και μετά του ’πε πως έπρεπε να φύγει, όχι τώρα αμέσως βέβαια, ο νόμος τον κάλυπτε, αλλά το συντομότερο ꟷ τέλος πάντων, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Θα το ανακαίνιζε και θα το νοίκιαζε ξανά, σε πολύ υψηλότερη τιμή.
«Κι ο κήπος μου;»
«Ποιος κήπος;» ρώτησε ο σπιτονοικοκύρης.
Ο νοικάρης του ’κανε νόημα να τον ακολουθήσει. Τόσα χρόνια, δεν είχε μπει ποτέ παραμέσα στο σπίτι. Του φάνηκε ξένο. Στάθηκε στην μπαλκονόπορτα.
«Να: το γιασεμί, η μπουκαμβίλια, οι βασιλικοί, τα γεράνια, ο φίκος, η γαρυφαλλιά…»
Μια μέλισσα πήγαινε από λουλούδι σε λουλούδι. Για λίγο, η ματιά του κηπουρού στάθηκε πάνω της, σαν να ’θελε να πετάξει μαζί της.
«Λυπάμαι», είπε ο σπιτονοικοκύρης. «Πρέπει να γίνει. Και θέλω μια υπογραφή εδώ».
Κάθονταν ξανά στις πολυθρόνες. Του ’δωσε ένα χαρτί, και μετά έψαξε στη μέσα τσέπη του σακακιού του, έπειτα στην αριστερή και τη δεξιά του πανταλονιού, έχοντας μισοσηκωθεί.
«Πού έβαλα το στυλό μου;» μονολόγησε.
Τότε ο νοικάρης έβαλε το χέρι στην τσέπη του δικού πανταλονιού κι έβγαλε ένα στυλό.
«Να, έχω εγώ», είπε. «Πού πρέπει να υπογράψω;»
«Εδώ».
Ο άνθρωπος έφυγε με το υπογεγραμμένο χαρτί, όμως για λίγο, ύστερα, ένιωθε περίεργα. Είχε ζητήσει κι άλλες φορές, αλλού, από νοικάρηδες να φύγουν, μα τούτη δω τη φορά του φαινόταν πως είχε συμβεί κάτι, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει κιόλας τι πράγμα. Λες κι είχεꟷ
«Ανοησίες», μονολόγησε, αφήνοντας μετέωρη τη σκέψη, μισή.
εδώ τα προηγούμενα :
Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – στ΄ ζ’ η΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)
Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – γ΄δ΄ε΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)
Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)






















