Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Ματίνα Αποστόλου: “Η σκέψη πως γίνομαι προϊόν μου προκαλεί ταραχή” (Συνέντευξη στην...

Ματίνα Αποστόλου: “Η σκέψη πως γίνομαι προϊόν μου προκαλεί ταραχή” (Συνέντευξη στην Φαίη Γκαϊνά)

0
22
Φωτογραφικό κλικ  από την Ματίνα Αποστόλου για τον Αναγνώστη

Συνέντευξη στην Φαίη Γκαϊνά

Η Ματίνα Αποστόλου, στο τελευταίο και δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά της, με τίτλο Ρίζες (εκδ. Ίκαρος), αναφέρεται στις ΡΙΖΕΣ ως καταγωγή. Αυτές που για άλλους λειτουργούν περιοριστικά και για άλλους ενισχυτικά στην εξέλιξή τους. Εκεί, οι ζωές τεσσάρων γυναικών συγκλίνουν – τέσσερις γυναίκες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Με δεδομένο την καταγωγή, ως κοινό τόπο μνήμης, και το συμβάν του θανάτου, ως το αναπόφευκτο σοκ της απώλειας. Αυτή η αποδοχή της απώλειας φέρνει τις τέσσερις αυτές γυναίκες, συγκεντρωμένες κι όλες μαζί, στον ίδιο τόπο, στις Ρίζες. Κάθε μια από αυτές είναι εγκλωβισμένη σε ένα -ίσως δικό της αναγκαίο και αναπόφευκτο- παράδοξο. Έτσι, για κάθε γυναίκα, το ίδιο το συμβάν του θανάτου συνιστά και μια άλλη ιστορία. Μια άλλη εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Οι προσωπικές μνήμες της κάθε μιας την αλλάζει λίγο ή περισσότερο. Ανάλογα με τον αφηγητή και το κοινό, ανακύπτει μια διαφορετική διήγηση της ίδιας ιστορίας – στρογγυλεύεται, γυαλίζεται, φτιάχνεται μια νέα εικόνα.

Το Βιβλίο Ρίζες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Στις σελίδες του βιβλίου αρθρώνονται ξεχασμένοι σκελετοί- αισθήσεις, εντυπώσεις, τραύματα· θαμμένα στο ομιχλώδες τοπίο του ασυνειδήτου, και τα οποία εξακολουθούν να επιδρούν στην ενήλικη ζωή των τεσσάρων γυναικών: Της Βάσως, της Αλέκας, της Μάρας και της Άννας. Αδερφή, Σύζυγος, Κόρη, Θεία. Κάθε μια από αυτές εκπροσωπεί και μια διαφορετική γενιά. Έχουμε να κάνουμε με γυναίκες που ψάχνουν την ταυτότητα τους, καθώς οι οικογενειακές, κοινωνικές και συμβολικές δομές τους έχουν στερήσει τη «δική τους» γλώσσα, τις «δικές τους» εικόνες. Έτσι, πρωταρχικές εμπειρίες και μνήμες, αναζωπυρώνουν αναστολές, ενοχές, ανταγωνισμούς, απωθημένες επιθυμίες. Σε κάθε περίπτωση, η κατανόηση των ιχνών του παρελθόντος πραγματώνεται αναγκαστικά στο πλαίσιο της αφήγησης αυτών των ιστοριών. Κι όπως, σε κάθε αφήγηση, έτσι κι αυτές εδώ, υπόκεινται σε ερωτήματα και προβληματισμούς αναφορικά με τη μορφή και τη συγκρότηση τους, συναρτήσει κοινωνικών συμβάσεων και τρόπων.

Μιλήσαμε με την Ματίνα Αποστόλου για το βιβλίο της.

Στο επίκεντρο μπαίνει ο θάνατος του πατέρα/αδερφού/συντρόφου. Ωστόσο είναι οι γυναικείες φιγούρες εκείνες που κυριαρχούν στην αφήγηση και πρωτίστως η κόρη. Πρόκειται για ένα μοτίβο δομικό ή συμβολικό συνυφασμένο με την πατριαρχική κοινωνική δομή;

Θα ήθελα πολύ να μπορώ να πω πως υπήρξε ένα πιο βαθυστόχαστο σκεπτικό, ένας συμβολισμός πίσω από αυτή την επιλογή που θα έδινε σε εμένα και στο γραπτό μου μια επαναστατική διάσταση, η αλήθεια όμως είναι πως δεν ξεκίνησα με κάποια τέτοια πρόθεση. Επέλεξα να κάνω αυτό που θεώρησα πιο κοντά στον δικό μου ρεαλισμό (στο περιβάλλον μου οι γυναίκες έζησαν περισσότερο απ ότι οι άντρες) και που θα μου έδινε τη δυνατότητα να μεταφέρω όσα έχω αντιληφθεί για τις γυναίκες της γενιάς των ηρωίδων μου που με ενδιέφεραν από μικρή. Η κόρη του βιβλίου είναι πιο οικεία και πιο κοντά σε εμένα, τόσο ηλικιακά όσο και ως προς τη θέση της απέναντι στα γεγονότα και λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο σύγχρονο και το παρελθόν.

Από την άλλη, νομίζω πως αναπόφευκτα, ο ρεαλισμός δεν μπορεί να μην μεταφέρει την κοινωνική πραγματικότητα και η ειλικρίνεια ενός κειμένου δεν μπορεί να μην εμφανίζει έστω και αχνά τη συγγραφέα, οπότε ακόμα κι αν δεν υπάρχει συνειδητή πρόθεση, οι αντιλήψεις και η οπτική του ανθρώπου που γράφει περνάνε στο κείμενο και παράγονται νοήματα που ίσως δεν είχαν εξαρχής σχεδιαστεί. Έτσι κι αλλιώς όμως, στη λογοτεχνία (και στην Τέχνη γενικώς), τα νοήματα και οι ερμηνείες διαμορφώνονται και από τους δέκτες, είναι προσωπική υπόθεση ο τρόπος που διαβάζουμε.

Γράφεις: «Η μαμά μου φόρεσε το φωτοστέφανο της Αγίας Μητρότητας εξαιτίας μου, της εξασφάλισα κάρτα μέλους στο κλαμπ της Προδιαγεγραμμένης Πορείας, το αυτό επιθυμεί και για μένα». Θεωρείς ότι ακόμη και σήμερα μπορούμε να μιλάμε για «Προδιαγεγραμμένη Πορεία» μιας γυναίκας;

Η Προδιαγεγραμμένη Πορεία υπάρχει ακόμα, αυτό που έχει αλλάξει νομίζω είναι ότι έχει γίνει κάπως περισσότερο διαπραγματεύσιμη. Για τις γυναίκες εξακολουθεί να συνδέεται με την “κοινωνική αποκατάσταση”, τη μητρότητα, τη φροντίδα. Και για τους άντρες αντίστοιχα, μαζί με τη δημιουργία οικογένειας, υπάρχει και η προσδοκία της επαγγελματικής εξέλιξης και η αξία τους συνεχίζει να ορίζεται από την ικανότητά τους να παρέχουν. Όλοι μας μεγαλώσαμε και μεγαλώνουμε μέσα σε αντιλήψεις για το τι μας αναλογεί ως ευθύνη, τι επιτρέπεται να επιθυμούμε, τι ορίζεται ως επιτυχία και συχνά τις αναπαράγουμε ακόμα κι όταν πιστεύουμε ότι έχουμε απομακρυνθεί από αυτές. Στο βιβλίο, η κόρη ξαφνιάζεται από μια σκέψη που κάνει για το πώς θα πρέπει να συμπεριφερθεί σε μια στιγμή πένθους της αφού την παρακολουθεί ο κόσμος, γιατί συνειδητοποιεί ότι αυτή είναι μια σκέψη που θα έκανε η μητέρα της. Η δε μητέρα, που προσπαθεί να κατευθύνει την κόρη προς μια πορεία και να μεταβιβάσει τους ρόλους που η ίδια έχει αποδεχτεί και ενσαρκώσει, το κάνει με καλή πρόθεση κι αγάπη, γιατί η ίδια έτσι αντιλαμβάνεται τη φυσική εξέλιξη της ζωής αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό, πιστεύει ότι κόρη της θα είναι περισσότερο ευτυχισμένη αν τα κάνει όλα “σωστά”, “όπως πρέπει”.

Νομίζω πως ότι οι νεότερες γενιές προσπαθούν -και ίσως καταφέρνουν σε έναν βαθμό ευκολότερα- να αναγνωρίσουν και να διακρίνουν τις προσωπικές επιθυμίες από αυτές που έχουμε μάθει ότι οφείλουμε να επιθυμούμε, αλλά κατά τη γνώμη μου έχουμε ακόμα δρόμο για να φύγουμε εντελώς από αντιλήψεις που μέσα στα χρόνια έγιναν οργανικές. Εξάλλου, οι δυσκολίες της ζωής πάντα θα φέρνουν και εσωτερική αμφισβήτηση, η κόρη παρά την κριτική στάση απέναντι στις επιλογές και τη ζωή της μητέρας της, παρά τον διαφορετικό δρόμο που έχει πάρει, δεν αισθάνεται την ευτυχία που περίμενε να νιώθει μέσα στις δικές της επιλογές.

Όταν γράφεις κινείσαι προς το θέλω-να-πω ή προς το θέλω-να-αισθανθώ;

Δε νομίζω πως έχω να πω κάτι που δεν έχει ειπωθεί και αλίμονο αν περίμενα να γράψω για να αισθανθώ. Προσπαθώ να έχω μια ισορροπία όταν γράφω, δεν θέλω να απαλλαγώ από το συναίσθημα, ούτε το υποτιμώ, αλλά είναι λεπτή η ισορροπία της λογοτεχνικής του διαχείρισης. Σκέφτομαι πως όταν σε μια φορτισμένη συνθήκη δακρύσουμε, η αυτόματη αντίδραση είναι να ζητήσουμε συγγνώμη, πιο εύκολα ζητάμε συγγνώμη επειδή δακρύσαμε, παρά αν πούμε καμία χοντράδα, δεν είναι φοβερό; Έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τις χαρές και τις λύπες μας ως καταστάσεις που πρέπει να κρύβουμε ή να ελέγχουμε και νομίζω πως αυτό ως αντίληψη έχει περάσει και στη λογοτεχνία, η διανοητική περιπλοκότητα αναγνωρίζεται πιο εύκολα γιατί θεωρείται πως έχει μεγαλύτερη προσπάθεια ενώ ένα έργο που συγκινεί ανοιχτά κινδυνεύει να χαρακτηριστεί “μελαδούρα”, μια ευχάριστη ιστορία ως “ανάλαφρη” κι άρα λιγότερο σημαντική. Υπάρχει βεβαίως διαφορά ανάμεσα στη συγκίνηση που προκύπτει από την ίδια τη λογοτεχνική επεξεργασία και στη συγκίνηση που εκβιάζεται. Αλλά αυτό είναι ζήτημα γραφής. Και στα δυο μου βιβλία με έχει απασχολήσει και ταλαιπωρήσει.

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσε το συναίσθημα, αλλά εκφραζόταν διαφορετικά από τον καθένα, η μητέρα μου δεν το ανέλυε πολύ αλλά το μετέφραζε αυτομάτως σε πράξεις και ο πατέρας μου λυπόταν τον εαυτό του και όλους μας γιατί σε αυτόν τον κόσμο “θα πηγαίναμε χαμένοι”. Με αυτή την αμνιακή συναισθηματική εκπαίδευση και όσα μάζεψα στην πορεία από τα αλισβερίσια με τους ανθρώπους που με διαμόρφωσαν, εγώ το συναίσθημα προσπαθώ να το εκλογικεύω, θέλω να το σχηματίσω μπροστά μου για να το κατανοήσω και νομίζω πως το γράψιμο είναι ο τρόπος μου, το κάνω λέξεις και το βλέπω. Γράφω γιατί θέλω να τετραγωνίσω το συναίσθημα για να χωρέσει στο μυαλό μου, αντιμετωπίζοντάς το όμως περισσότερο ως υπερδύναμη, γιατί γνωρίζω πως δεν μπορώ πάντα να το καταφέρω και αυτή η αδυναμία μετατροπής του συναισθήματος σε κάτι άλλο, πιο εύκολα διαχειρίσιμου, ίσως είναι και ένα από τα στοιχεία που μας κάνουν ανθρώπινους. Θέλω να συγκινούμαι και να συγκινώ, το αναζητώ στην Τέχνη, αλλά και στις σχέσεις μου. Όταν γράφω λοιπόν, θέλω-να-πω για όσα έχω ήδη αισθανθεί και διαχειριστεί, και μοιράζομαι όσα έγραψα με τη γνώση ότι έχουν χιλιοειπωθεί αλλά και με την ελπίδα ότι θα εισχωρήσουν σε κάποιους και θα ταρακουνήσουν λίγο το μέσα τους.

Υπάρχουν στοιχεία από τη ζωή σου στο κείμενο;

Δεν θα το έλεγα, ίσως υπάρχουν κάποια στοιχεία της παρελθοντικής εκδοχής μου ή αυτής που φαντάζομαι πως θα έχω κάποια στιγμή μελλοντικά, όμως τώρα έχω την τύχη να έχω τους γονείς μου στη ζωή, ακολουθώ την “προδιαγεγραμμένη πορεία” μου με κάποιες αποκλίσεις που με παραμυθιάζουν για το αντίθετο, δεν είμαι μοναχοκόρη και η οικογένειά μου δεν έχει αυτές τις δυναμικές στις σχέσεις της. Μικρές λεπτομέρειες ιστοριών και κάποια χαρακτηριστικά ανθρώπων που γνωρίζω έχουν ενταχθεί στην ιστορία, αλλά όχι αυτούσια, περισσότερο ως αφορμές για να παίξω με τα ενδεχόμενα τα χρησιμοποίησα.

Αναφέρεις σε ένα σημείο ότι για να είναι κάποιος συγγραφέας πρέπει να είναι τραυματισμένος. Γιατί;

Δεν είναι κάτι που πιστεύω η ίδια, αν το πίστευα δεν θα προσπαθούσα καν να γράψω. Αυτό είναι μια ατάκα της κόρης, λέει “οι αγαπημένοι μου συγγραφείς ήταν τραυματισμένοι και ύστερα πέθαναν”, που μπορεί και να ισχύει αν έχουμε κοινούς αγαπημένους συγγραφείς (έχουμε, εγώ τη δημιούργησα και μόλις αποφάσισα ότι έχουμε), περισσότερο όμως το χρησιμοποιεί σαν δικαιολογία για να μην προσπαθήσει καν να γράψει, παρά για το ότι η ίδια πιστεύει πως γράφουν μόνο οι τραυματισμένοι ή ότι εκείνη δεν έχει τραύματα.

Πες μου κάτι που δεν έχεις αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν άλλο δημοσιογράφο.

Δεν έχω δώσει και τόσες συνεντεύξεις που να έχουν εξαντληθεί οι αποκαλύψεις μου, αλλά αν έπρεπε να πω κάτι προσωπικό, είναι ότι υπάρχουν μέρες που δεν βρίσκω νόημα στη λογοτεχνία. Υπάρχουν φορές που διαβάζω ένα βιβλίο, διαβάζω τις λέξεις και δεν καταλαβαίνω την ανάγκη να μπουν αυτές οι συγκεκριμένες λέξεις στη συγκεκριμένη σειρά και να πουν αυτή την ιστορία, δεν μπορώ να βρω τι είναι αυτό που εξυπηρετεί το βιβλίο που διαβάζω. Όμως υπάρχουν και τα βιβλία που μπορεί να διαβάσω και να τελειώνουν, αλλά εγώ δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους και υπάρχουν εκείνες οι σελίδες που θέλω να τις τυπώσω πίσω από τα βλέφαρά μου, αλλά δεν τις βρίσκω πολύ συχνά, δεν είναι δηλαδή αυτό που συμβαίνει κυρίως.

Κι απ’ την άλλη, η αίσθηση που παίρνω όταν καταφέρνω να εκφράσω γραπτώς ακριβώς αυτό που έχω στο μυαλό μου, είναι αντίστοιχη με αυτή που έπαιρνα νεότερη όταν έβρισκα τη λύση σε μια πολύ δύσκολη άσκηση μαθηματικών, είναι μια αλλόκοτη ευχαρίστηση που με κάνει να θέλω να το επαναλάβω, όμως η πλειοψηφία των στιγμών του γραψίματος για μένα, είναι γεμάτες αυτομαστίγωμα και μια δυσάρεστη αίσθηση αυτοαμφισβήτησης. Και ύστερα, όταν δημοσιεύεται κάτι που έγραψα, η ευκολία με την οποία μπορεί να κριθεί με αναστατώνει, όχι πάντα, αλλά η σκέψη πως γίνομαι προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί και να απορριφθεί, μου προκαλεί ταραχή. Θέλω χρόνο και απόσταση για να μπορέσω να νιώσω καλά με κάτι που μοιράζομαι.

Διαβάζω συνεντεύξεις συγγραφέων, ανθρώπων του χώρου, αναγνωστών που λένε πως δεν θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς βιβλία, σκέφτομαι ότι εγώ θα μπορούσα και νιώθω πως ίσως να μην ανήκω σε αυτό, ίσως δεν είμαι εγώ γι’ αυτά.

Ποια βιβλία απολαμβάνεις ως αναγνώστρια και ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς και γιατί; 

Απ’ όταν άρχισα να γράφω, έχω χάσει την αναγνωστική μου αθωότητα, απολαμβάνω το διάβασμα διαφορετικά γιατί παρατηρώ περισσότερο τον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο και προσπαθώ να εντοπίσω την πρόθεση του/της συγγραφέα. Αυτό πότε προσθέτει και πότε αφαιρεί απόλαυση, όμως πλέον έχει μεγάλη σημασία για εμένα να εντοπίζω δυνατότητες γραφής που δεν είχα σκεφτεί.

Αγαπημένοι συγγραφείς είναι η Elizabeth Strout, ο Raymond Carver, η Lucia Berlin, ο Denis Johnson, η Virginia Woolf, ο George Saunders, ο Anthony Marra, ο Jon MacGregor, o John Williams, o Ray Bradbury, η Ann Patchett, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, τα ισπανόφωνα κορίτσια (Fernanda Melchor, Samanta Schweblin, Irene Solà, Claudia Piñeiro) -και άλλοι που θα σκεφτώ αργότερα και θα μετανιώσω που δεν ανέφερα-, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας μιας και είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, όλοι τους όμως με έχουν κάνει να θαυμάσω γλώσσα, σκέψη και τεχνική.

Θα ήθελες να προτείνεις ένα βιβλίο να διαβάσουμε μέχρι τα Χριστούγεννα;

Θα προτείνω δύο βιβλία που θα διαβάσω και εγώ το επόμενο διάστημα, το καινούργιο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, Φτερούγες και οπλές στο αστικό δάσος και την μετάφραση στα ελληνικά ενός πολύ αγαπημένου μου βιβλίου του Denis Johnson, το Ο γιος του Ιησού.

 

 

info:

Ματίνα Αποστόλου, ΡΙΖΕΣ, Εκδόσεις Ίκαρος

 

Προηγούμενο άρθροΗ εκκεντρική ιστορία του Κυρίου Μίνστερ (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ