Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΡΘΡΑ Τα παιδιά των σεζόν (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

Τα παιδιά των σεζόν (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
17

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

 

Ξεκινάμε με μια ιστορία, που συνιστά μια βιωμένη και λογοτεχνικά μεταγραμμένη εμπειρία:

Η μοίρα της τσιπούρας

Το μαγαζί στην απόμερη παραλία του μεγάλου νησιού είχε την ατμόσφαιρα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ο παππούς που το έτρεχε (σαν να είχε ξεμείνει από τότε), σχεδόν δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του (ούτε τα λόγια του), μα εννοούσε να ακούει ό,τι λέγεται στα τραπέζια, και δεν το έκρυβε. Ήθελε να πάρει από τη ζωή του ό,τι μπορούσε ακόμα.

Φύσαγε ένα δροσερό αεράκι, και η χαμηλή μουσική ήταν σαν να ψιθύριζε το «Μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ’ακρογιάλι, κι ένα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά…»

*

«Ήρθε η τσιπούρα σας!» μας σέρβιρε ένα κορίτσι που μας είχε συστηθεί ότι έρχεται από την Ουκρανία. Σπούδαζε χημικός μηχανικός εκεί, μα δεν μπορούσε να μείνει άλλο: οι πόλεις βομβαρδίζονται, και στα χωριά δεν υπάρχουν δουλειές. Το (πολύ μεγάλο, τρικυμισμένο) κύμα την έρριξε στο νησί που τη βρήκαμε.

«Αυτή η τσιπούρα ζούσε το πρωΐ, και τώρα βρίσκεται έτσι στο πιάτο» μας είπε ξαφνικά- όχι για να ενοχοποιήσει κάποιον, μα ως διαπίστωση, ως αναγνώριση των Νόμων που κυβερνούν τα πράγματα.

Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο. Το βλέμμα της σπινθηροβόλο. Μου φαινόταν ότι όλο το σύστημά της βράζει από τη δίψα του εγκλωβισμένου για κανονική ζωή, μαζί με την απόγνωση που φέρνει η συνείδηση των τεράστιων εμποδίων.

«Ναι, αλλά εμείς όσο μπορούμε είμαστε με τη ζωντανή τσιπούρα. Άλλο που η κοινή μας μοίρα είναι τελικά σ’αυτό το πιάτο» της μίλησα αμέσως.

Με κοιτάζει, κι ούτε αυτή αργεί καθόλου: « Μόνο που υπάρχουν φορές που έχω τη διάθεση να επιταχύνω!» λέει, και ξεσπάει σε ένα πολύ νευρικό γέλιο.

Ο παππούς προσπαθεί να καταλάβει τί λέμε, μα εμείς μιλάμε αγγλικά. «Πόσες γλώσσες να μάθεις σ’αυτή τη ζωή!» μονολόγησε ξεφυσώντας.

Το γέλιο του κοριτσιού ήταν βαθειά αληθινό, υπαρξιακό, αντιστοιχούσε χωρίς φτιασιδώματα στις (υπό τρομερή πίεση) συνθήκες- και γι’αυτό βαθειά ανατρεπτικό. Ήταν σαν νάβλεπα συμπυκνωμένο σε μια τεράστιας ενέργειας στιγμή, με σάρκα και οστά,  το θεατρικό «Ο Πέτρινος Καλεσμένος» του Αλέξανδρου Πούσκιν, εκεί που το άγαλμα του δολοφονημένου με δόλο από τον Δον Ζουάν ζωντανεύει και με επιβλητικά βαριά βήματα σπεύδει να τιμωρήσει τον δολοφόνο, πριν προσβάλλει την τιμή της χήρας του.

Το θεατρικό αυτό ανακαλεί κάθε τόσο στο μυαλό της, η κοπέλλα από την Ουκρανία, όπως μας είπε όταν τη ρώτησα αν διαβάζει βιβλία εδώ που βρίσκεται. «Το θεατρικό δεν το έχω κουβαλήσει εδώ, τα λίγα βιβλία που έφερα, δεν είναι των σπουδών μου, μα αφορούν την Ψυχολογία» λέει.

******               ^

 

Κολυμπώντας ανάποδα στις θάλασσες των διακοπών

«Ήλθα στην Ελλάδα για μια ολιγόχρονη σεζόν, μα τώρα πιά βρίσκομαι σε μια θολή φάση χωρίς προδιαγραφές» μας είπε λίγο αργότερα, πιο ήρεμο το κορίτσι από την Ουκρανία.

Η σεζόν των διακοπών, που αφορά νέα παιδιά από την Ελλάδα, κορίτσια κι αγόρια, κυρίως στον χώρο της εστίασης, δεν έχει τη δραματικότητα της ιστορίας με την οποία ξεκινήσαμε- με τον βίαιο από τις συνθήκες ξεριζωμό, την ενίοτε οριακή ανασφάλεια, τη θολούρα των προοπτικών. Έχει τις δικές της έγνοιες, μα πρόκειται για ένα θέμα για το οποίο δεν έχω την κατάρτιση να το ψάξω συνολικά, πόσο μάλλον συσχετίζοντάς το ή αντιπαραβάλλοντάς το με άλλης φύσης επαγγελματικές απασχολήσεις στη χώρα μας σήμερα.

Αυτό που μπορώ να κάνω, όσο γίνεται, και πολύ με ενδιαφέρει και με εμπνέει- όπως σε κάθε αγώνα εναντίον των μικρών ή μεγάλων αντιξοοτήτων-, είναι να επιχειρήσω να αναζητήσω δημιουργικές σπίθες ή και φωτιές σ’αυτή τη συνθήκη. Η συνθήκη αφορά μια θάλασσα νέων ανθρώπων, αγοριών και κοριτσιών, που ενώ τα πλοία ξεφορτώνουν παραθεριστές εξουθενωμένους μεν- από τις υποχρεώσεις και τις καταστάσεις της καθημερινότητας μιας ολόκληρης χρονιάς-, ανακουφισμένων δε και συχνά γαλβανισμένων από την προοπτική ενός σχεδόν εξωτικού (σε σχέση με την χειμωνιάτικη κανονικότητα) διαλείμματος σε έναν ηλιόλουστο θαλασσινό τόπο, τα παιδιά της σεζόν έχουν μπροστά τους 3 με 4 μήνες σκληρής δουλειάς, με πολύ περιορισμένες δυνατότητες ξεκούρασης.

********

Συζητάμε με τα παιδιά, και η κουβέντα αφορά κυρίως το «αλλού», το «πριν» και το «μετά» (το «εδώ» είναι προβλέψιμο και σχεδόν ομοιόμορφο). Πρώτα απ’όλα, εντυπωσιάζει η πολύ μεγάλη κινητικότητα. Για παράδειγμα, μπορεί να έρχονται από την Αλεξανδρούπολη- εκεί μένουν οι γονείς τους-, να σπουδάζουν στο Ναύπλιο, και μετά το τέλος των σπουδών τους  στην Ελλάδα, κάποιοι να ονειρεύονται ότι θα πάνε σε μια μακρινή χώρα να συνεχίσουν. Τον χειμώνα είτε σπουδάζουν (κάτι που δεν θα τους δώσει απαραίτητα επαγγελματικές προοπτικές, ούτε είναι οπωσδήποτε ποιοτικό- αρκετοί διδάσκοντες δεν κατοικούν στην πόλη των σπουδών όταν αυτή απέχει από τα μεγάλα αστικά κέντρα, μα πηγαινοέρχονται, κι αυτό δεν δίνει ένα σταθερό υπόβαθρο για την οικοδόμηση μιας επάρκειας γνώσεων και δεξιοτήτων-, μου λένε, //μα γνωρίζουν κόσμο και καινούρια περιβάλλοντα).

Η κινητικότητα μπορεί να αφορά και πιο σύνθετες καταστάσεις. Ένας νέος που κατάγεται από ένα μεγάλο νησί- έχει φύγει από κει για τα καλά: υπάρχουν βεβαίως δουλειές σε ξενοδοχεία, μα δεν θέλει να κλείσει τη ζωή του όπου και όπως την άρχισε. Τον χειμώνα κατοικεί στην Αθήνα και ασχολείται επαγγελματικά με τη χρήση drones. Τώρα, μόλις τελειώσει τη σεζόν, έχει κανονίσει να ταξιδέψει στην Ιαπωνία («Έχω δουλέψει όλα τα ρεπό, για νάχω μια οικονομική άνεση» μου λέει).

Υπάρχει ορισμένως και μια κινητικότητα που δεν είναι χωρική, μα αφορά τα τοπία του μυαλού. Ένας νέος άνδρας, για παράδειγμα, κάνει σεζόν στον τόπο του (σεζόν στην εστίαση, τον χειμώνα το νησί κλείνει τα φώτα, και όλοι τρώνε στα σπίτια τους). Πολύ θα ήθελε να φύγει μακριά, να δοκιμάσει να ζήσει αλλού, αλλιώς, μα πρέπει να μείνει εκεί να προσέχει την πολύ άρρωστη μάνα του. Πρακτικά είναι καθηλωμένος, μα έχει πολύ χιούμορ και επίγνωση των πολλών χρωμάτων που μπορεί να πάρει η ζωή στις αιφνίδιες μεταβολές της. Ξεκινάμε λοιπόν μ’αυτόν να παίζουμε ένα παιχνίδι του μυαλού, από μέρα σε μέρα. «Μπορείς να μου βρεις έναν ρόλο σε μια ξένη τηλεοπτική σειρά, ώστε κάποια στιγμή να μετακομίσω εκεί;» με ρωτάει. Δεν σκέφτηκα πολύ. Μοιάζει, όχι μόνο φυσιογνωμικά, με τον Μονταλμπάνο του Καμιλλέρι. Του προτείνω να αρχίσει να βλέπει τη σειρά προκειμένου να προσαρμοστεί στον ρόλο. «Τον χειμώνα» μου λέει, «που θα έχω τον χρόνο» (κατά τη διάρκεια της σεζόν είναι αδιανόητη κάθε άλλη ενασχόληση, ούτε για μπάνιο δεν πάνε οι περισσότεροι). «Ωραία. Βρήκα απασχόληση!» καταλήγει ένα άλλο απόγευμα που πέρασα να τον χαιρετήσω. Αμφιβάλλω αν καθήσει όντως να δει τη σειρά.

*******

Πέρα από την κινητικότητα, ενδιαφέρον έχουν και άλλες διαστάσεις που προκύπτουν από τις κουβέντες με τους νέους ανθρώπους που «κάνουν σεζόν». Μεταξύ άλλων, οι περισσότερες αναφορές που κάνω σε έναν γαλαξία ονομάτων προσώπων του παρελθόντος που έπαιξαν κάποιον ρόλο στην καλλιέργεια και τον σχηματισμό μου, σ’αυτές τις κουβέντες πέφτουν στο κενό, δεν λένε κάτι. Δεν ενδιαφέρουν ακριβώς οι αναφορές, μα το «τί είναι επί της ουσίας αυτό που θέλεις να τους πεις».

Δεν γνωρίζω τί μπορεί να σημαίνει όλο αυτό, μα δεν πειράζει. Δεν αισθάνομαι κάτι ανάλογο με τη δυσφορία που ένιωθε ο Δάντης όταν διαπίστωσε στη Σιένα- όταν τον εξόρισαν από την Φλωρεντία οι πολιτικοί του αντίπαλοι- ότι κανείς δεν γνώριζε ούτε ενδιαφερόταν να μάθει το όνομα και για την ομορφιά της Βεατρίκης, της μούσας των έργων του. Η πρώτη μου αντίδραση όταν προέκυπτε τέτοιο θέμα σ’αυτές τις έκτακτες συναναστροφές, ήταν μια αίσθηση φρεσκάδας: παρά την μεγάλη σημασία που δίνω στην επίγνωση ότι «ερχόμαστε από μακριά», αντιλαμβάνομαι ότι «ολότελα νέοι καιροί απαιτούν ολότελα νέες προσεγγίσεις».

Φυσικά, καμμιά κουβέντα δεν μπορεί να αφορά το «πολύ μετά». Όταν μια φορά διερωτήθηκα, το μυαλό μου πήγε στην απάντηση που έδωσε ο Μάο Τσε Τουνγκ στον  Edgar Snow (δυτικού δημοσιογράφου, που παρακολούθησε από κοντά φάσεις της Κινεζικής Επανάστασης και έγραψε το 1937 το βιβλίο «Red Star over China»), όταν τον ρώτησε: «Πώς βλέπετε το μέλλον του Κόσμου;». «Ξέρω γω;» του απάντησε ο Κινέζος αρχηγός.

******

 

Αιχμές

Εννοείται πως- όπως σε όλα τα πεδία, έτσι κι εδώ- κάθε άλλο παρά «τα γνωρίζω όλα». Η διερεύνησή μου, δεν μπορεί παρά να είναι μερική, και κατά πολύ αδέσποτη. Σ’αυτά τα πλαίσια εκτιμώ ότι αποκλείεται- παρά τα πολλά κοινά χαρακτηριστικά  των επί μέρους καταστάσεων αυτής της «έκτακτης κοινωνίας»- να είναι όλα προβλέψιμα και ίδια: κάπου, κάπως, θα εγκυμονούνται εκπλήξεις.

Μια από αυτές τις εκπλήξεις εκδηλώθηκε εξαίφνης σε ένα από τα εστιατόρια των διακοπών, από αυτά όπου αισθανόμαστε σαν στο σπίτι μας. Κάποιο καλοκαιρινό βράδυ συγκέντρωσε την προσοχή μου ένα πολύ αυστηρό κορίτσι με δυνατά μυστηριώδη αύρα, που βοηθούσε εκεί. Στην κουβέντα προέκυψε ότι σπουδάζει σε μια από τις Σχολές Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. «Έχεις διάθεση να μας δείξεις τη δουλειά σου;» τη ρωτήσαμε. Κάποιο βράδυ, μετά τη δουλειά, κι ενώ ο μαγαζάτορας και οι συνεργάτες του τρώγανε ήσυχα, καθήσαμε μαζί τους και η κοπέλα έφερε τα σχέδιά της να μας τα δείξει.

Σοκ! Η πάνω- πάνω εικόνα έδειχνε ένα τεράστιο παράξενο θηρίο, επίφοβο έτσι κι αλλιώς, μα με το κεφάλι μάλλον σκυμμένο και το βλέμμα του είχε μια μελαγχολία. «Αυτό είναι τσιράκι! Δεν είναι το αφεντικό της συμμορίας!» σχολίασε αμέσως ο μαγαζάτορας που τόβλεπε κι αυτός πρώτη φορά μαζί μας. Μείναμε πολύ στην εικόνα, και μετά ξεφυλλίσαμε το τετράδιο με το σκληρό χαρτί για να δούμε και τις υπόλοιπες: υποβλητικές, υπαρξιακές, βαθειές, καινοτόμες, ήταν η μια καλλίτερη από την άλλη. Όλες είχαν ως θέμα τον Φόβο. Παρά την τρυφερή γκρίνια του μαγαζάτορα («έτσι όπως είμαι εντελώς ξεθεωμένος μαγειρεύοντας από το πρωΐ, ονειρευόμουν έναν ύπνο με ροζ σύννεφα, κι εσείς μου τον εποικίσατε με τέρατα!»), οι εικόνες δεν οδηγούσαν σε εφιαλτικά αδιέξοδα. Περισσότερο έκαναν μια ανάδειξη του Φόβου, φανέρωναν και εμβάθυναν σε καταστάσεις, που συχνά οι άνθρωποι τείνουν να τις σκεπάζουν, μήπως κι έτσι τις ξεφορτωθούν.

Μέρες μετά, σταθερά συγκινημένος από αυτό το αποτύπωμα, σκέφτηκα ότι το τελευταίο τεύχος της Monde Diplomatique που είχα φέρει στο νησί, είχε- κατά τρομερή σύμπτωση- ως θέμα τον Φόβο, και ήταν εμπλουτισμένο με σχετικές εικόνες φτιαγμένες από καλλιτέχνιδα της Ιαπωνίας. Εννοείται ότι η κοπέλλα του εστιατορίου έπρεπε να το πάρει, δεν είχε νόημα να το κρατήσω εγώ. Όταν της το έδωσα, ήταν πολύ σοβαρή, με αίσθηση ευθύνης. «Με τι πολεμάμε τον Φόβο;» τη ρώτησα. «Με την Επιθυμία!» βιάστηκα να συμπληρώσω. « Πώς σου φαίνεται η επόμενη θεματική σου να έχει την Επιθυμία στο επίκεντρο;» Συγκατάνευσε. «Θα το κάνω» απάντησε με τον τρόπο της πολεμίστριας.

*

Όταν φύγαμε από το νησί, μου έστειλε ένα mail. «Θα το κάνω» μου έγραφε. «Αργά το φθινόπωρο, και τον χειμώνα, όταν μπω κανονικά στους ρυθμούς. Για την ώρα κάνω κάτι ελαφρό: ένα κόμιξ για τη σεζόν!» Οι πρώτες εικόνες που μου έστειλε συνιστούσαν μια τέλεια μεταβολή τροπισμού σε σχέση με τα προηγούμενα. Και την ανάδειξη μιας πραγματικότητας ανεστραμμένης από αυτή που εγώ είχα βιώσει στο νησί. Τα περιμένουμε. Και το ένα και το άλλο.

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων», όπως και όλα του τα βιβλία στην Ελλάδα, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΜατίνα Αποστόλου: “Η σκέψη πως γίνομαι προϊόν μου προκαλεί ταραχή” (Συνέντευξη στην Φαίη Γκαϊνά)
Επόμενο άρθροΟὐκ εἰμί (της Κατερίνας Ευαγγελάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ