Κώστας Ακρίβος

0
296
Τέοντοορ Ρομπάουτς, Οι Χαρτοπαίκτες, Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών Αμβέρσας

Τριανταμία

 

Ήταν τα χρόνια που το ρεβεγιόν, τα χριστουγεννιάτικα δώρα και οι πρωτοχρονιάτικες ευχές έμοιαζαν για όλους εμάς που ζήσαμε την παιδική ηλικία τη δεκαετία του ΄60 με άγνωστες λέξεις. Εκείνο που κυριαρχούσε τέτοιες χρονιάρες μέρες ήταν τα κάλαντα, μπας και καταφέρναμε να αγοράσουμε καμιά μπάλα, και η επιθυμία, τουλάχιστον η δική μου, να βρεθούμε όλοι γύρω από το γιορτινό τραπέζι.

Δεν θυμάμαι τώρα αν ήταν το 1965 ή το 1966 και η λαχτάρα, μάλλον ο φόβος που με κυρίευσε, είχε να κάνει αν ο πατέρας θα βρισκόταν μαζί μας την ώρα που θα γύριζε ο χρόνος και θα έμπαινε το νέο έτος. Λίγα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα στις τριανταμία του μηνός το είχαμε σαν έθιμο εκείνον τον καιρό να βγαίνουμε στο χαγιάτι του σπιτιού και να περιμένουμε να ακούσουμε πίσω από τους λόφους, που χώριζαν το χωριό μας από τον Βόλο, τα βαπόρια στο λιμάνι να σφυρίζουν εορταστικά. Ήχοι σαν μουσική, άκουσμα πιο ευφρόσυνο από κάθε είδος μελωδίας. Κάτι παράξενο σκιρτούσε τότε μέσα μου, που όνομα δεν είχα να το δώσω, και, μικρόσωμος όπως ήμουνα, κολλούσα το κορμί μου πάνω στους γονείς μου, λες και κάποια αόρατη ελπίδα δύναμης θα μεταγγιζόταν απ΄ αυτούς σε μένα.

Κάτι τέτοιο ευχόμουν και εκείνη τη χρονιά, μόνο που η ώρα είχε πάει εντεκάμιση και ο πατέρας δεν έλεγε να φανεί από το καφενείο. Από τα μέσα του μήνα στρωνόταν κάθε απόγευμα τέτοιες μέρες με την παρέα του στον καφενέ και χαρτόπαιζαν μέχρι αργά το βράδυ. «31», «31 βιδαριστή» και «κάσα» ήταν τα πιο συνηθισμένα τυχερά παιχνίδια, με τα κέρματα και κάποιες φορές τα πενηντάρικα ή και τα κατοστάρικα να αλλάζουν χέρια όσες ώρες κρατούσε το παιχνίδι.

Δώδεκα παρά είκοσι, παρά τέταρτο, παρά δέκα… Τα μάτια κολλημένα στο μεγάλο ξυπνητήρι, μα ήχος που να ακούγεται ότι ανοίγει η πόρτα κανένας. Τρία λεπτά προτού τα μεσάνυχτα η μητέρα μου σηκώθηκε, με πήρε από το χέρι και βγήκαμε έξω στο κατώφλι. Οι δυο μας αυτή τη φορά μείναμε να ακούμε τους μακρινούς ήχους, όμως τώρα κάτι με κρατούσε και δεν σφίχτηκα όπως άλλοτε επάνω της. Μονάχα κάποια στιγμή ένιωσα το χέρι της να μου χαϊδεύει διστακτικά τα μαλλιά.

Μας ξύπνησαν νωρίς το πρωί τα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα από κάποιον γείτονα. Τον πατέρα και τους συμπαίκτες του είχε μπουκάρει η χωροφυλακή στο καφενείο και τους συνέλαβε για «παράνομη χαρτοπαιξία». Τώρα βρίσκονταν κρατούμενοι στον σταθμό χωροφυλακής στο διπλανό κεφαλοχώρι.

Πήραμε το λεωφορείο των έντεκα. Η μητέρα είχε βάλει στη τσάντα της, διπλωμένη μέσα σε άσπρη πετσέτα, τη βασιλόπιτα. Με τα χίλια παρακάλια μας επέτρεψαν τελικά να τον δούμε για ένα τέταρτο στην πίσω αυλή του κτιρίου της χωροφυλακής. Πολλά πολλά δεν είπαμε. Μόνο για μια στιγμή λίγο έλειψε να βάλουμε τα γέλια καθώς ο πατέρας πήρε να λέει πώς έγινε και τους έπιασαν και ότι, για πειστήρια της παράνομης πράξης τους, οι χωροφύλακες τούς ανάγκασαν να κουβαλήσουν μέχρι το Τμήμα τις τράπουλες, τις καρέκλες και μαζί το μαρμάρινο τραπέζι της χαρτοπαιξίας – έτσι πρόσταζε ο νόμος τότε.

Σε λίγο η μάνα άνοιξε την πετσέτα και ο πατέρας, ως ο αρχηγός της τριμελούς οικογένειας, πήρε το μαχαίρι και έκοψε τη βασιλόπιτα. Το νόμισμα, μια καθαροπλυμένη δεκάρα, έτυχε σ΄ αυτόν. «Θα είναι η τυχερή χρονιά μου εφέτος!» είπε γελώντας. Η μητέρα σήκωσε τα μάτια και του έστειλε ένα βλέμμα σκέτο φαρμάκι.

 

 

Προηγούμενο άρθροΆντολφ Μούσγκ – Ο άλλος, ο δικός μας, ο μοναδικός (του Νίκου Κοσκινά)
Επόμενο άρθρο100 χρονια Κάλλας (1) : Η «Αθηναία» Μαρία Κάλλας (του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ