100 χρονια Κάλλας (1) : Η «Αθηναία» Μαρία Κάλλας (του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη)

0
195
Η Μαρία Κάλλας με φίλους στη Σκάλα του Μιλάνου. «Αρχείο Νίκου Ζαχαρίου, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής»

 

του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη(*)

Ίσως ο τίτλος του κειμένου αυτού να ξενίζει κάποιους γιατί έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για την Ελληνίδα Μαρία Κάλλας, που φυσικά ήταν και αισθανόταν Ελληνίδα, όπως είχε εντόνως αναφέρει κι εκείνη στη περίφημη συνέντευξη που είχε δώσει στον Αχιλλέα Μαμάκη το 1957 με τη φράση «Μπορεί να είμαι παντρεμένη με έναν Ιταλό, μπορεί να έχω λάβει τιμές από όλον τον κόσμο, αλλά το αίμα μου είναι ελληνικό και αυτό δεν το σβήνει κανένας».

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή με μία παραδοχή: ο κόσμος της όπερας, κατά την άποψή μου αλλά και κατά την άποψη πολλών, διαχωρίζεται με μια βαθιά τομή σε «όπερα προ Κάλλας» και «όπερα μετά Κάλλας». Το να της αποδίδονται βεβαίως τέτοιου είδους μεσσιανικές παραδοχές δεν είναι το σύνηθες και μάλλον εκείνη δεν θα το ήθελε. Από την άλλη όμως, ο μουσικός κόσμος οφείλει τόσα πολλά σε αυτήν τη μεγάλη μουσικό (πρωτίστως μουσικό) γι’ αυτά που έκανε για την όπερα, οπότε ακόμη και τέτοιου είδους «υπερβολές» να είναι ανεκτές για να προσδιορίσουν το μεγάλο κεφάλαιο και την παρακαταθήκη που άφησε.

Γιατί όμως μιλάω για την «Αθηναία» Μαρία Κάλλας; Ο λόγος είναι απλός και θα τον εξηγήσω ευθύς αμέσως: η Μαρία Κάλλας ωρίμασε μουσικά στις σκηνές όλου του κόσμου, αλλά τα εφόδια, εκείνα τα όπλα που της φάνηκαν χρήσιμα για να κάνει ό,τι έκανε, τα απέκτησε εδώ, στην Ελλάδα και στην Αθήνα. Σε πολλούς μπορεί να διαφεύγει ή ακόμη και να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η Κάλλας σπούδασε μουσική μονάχα στην Αθήνα και στο Ωδείο Αθηνών κατά κύριο λόγο. Πουθενά αλλού δεν πήγε για να μετεκπαιδευτεί και να αποκτήσει άλλες βάσεις και εφόδια. Ό,τι χρειάστηκε έτυχε και το βρήκε στην Αθήνα της εποχής της.

Ξεκινώντας από τη δασκάλα της, την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο αλλά ακόμη και τη Μαρία Τριβέλλα, την πρώτη της δασκάλα μονωδίας στο Εθνικό Ωδείο, με την οποία ξεκίνησε να μαθαίνει συστηματικά τραγούδι, η Κάλλας βρήκε αυτό που έψαχνε για να γίνει τραγουδίστρια μεγάλου βεληνεκούς. Παραγνωρίζουμε φυσικά και άλλων ανθρώπων τον ρόλο, όπως του Φιλοκτήτη Οικονομίδη αλλά και των δασκάλων της στο πιάνο και στα θεωρητικά, που της έδωσαν τις βάσεις και την έκαναν μία ολοκληρωμένη μουσικό, όπως έλεγε η ίδια. Αρκεί να την ακούσουμε να διδάσκει στα περίφημα masterclasses στη Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης, για να καταλάβουμε πόσο καλή μουσικός ήταν, τι αντίληψη είχε για τον ρυθμό και τη μελωδική γραμμή, αλλά ακόμη και για την αρμονία των έργων που ερμήνευε καθώς και το θεωρητικό τους υπόβαθρο. Σε αυτά τα μαθήματα μιλά για «τέλειες πτώσεις» και «τη δεσπόζουσα βαθμίδα που περιέχει τον προσαγωγέα», μουσικούς όρους δηλαδή που σήμερα ίσως φαίνεται αυτονόητο (ή και όχι) να τους γνωρίζει ένας/μία καλός/καλή τραγουδιστής/τραγουδίστρια αλλά τότε σίγουρα δεν ήταν αυτονόητο. Το ταλέντο κυριαρχούσε πέρα από τη γνώση και τη μουσική ολοκλήρωση.

Η Κάλλας έκανε το παγκόσμιο, κι όχι μόνο Αθηναϊκό, ντεμπούτο της στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Εκεί βρέθηκε πρώτη φορά στο «σανίδι» του θεάτρου, από εκεί ξεκίνησε να τραγουδά μπροστά σε κοινό. Δύο φυσικά είναι οι στιγμές που την έχουν χαρακτηρίσει: ο ρόλος της Σμαράγδας στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη και βέβαια ο ρόλος της ως Λεωνόρα στον Φιντέλιο του Μπετόβεν.

Ως Σμαράγδα, η Κάλλας απέδειξε τις μεγάλες φωνητικές της ικανότητες, τραγουδώντας την εξαιρετικά δύσκολη άρια της Β’ πράξης, την οποία για αρκετά χρόνια αργότερα οι τραγουδίστριες απέφευγαν να ερμηνεύσουν. Κατά κοινή ομολογία κριτικών και του ίδιου του Καλομοίρη, η Κάλλας κατάφερε να τραγουδήσει όπως είχε φανταστεί ο συνθέτης τη συγκεκριμένη άρια και να ερμηνεύσει τον απαιτητικό ρόλο με δραματουργική ευκρίνεια και μουσική συνέπεια.

Ως Λεωνόρα, η Μαρία Καλογεροπούλου – Κάλλας αποθεώθηκε για την ερμηνεία της και η συγκεκριμένη παρουσία της θεωρείται το επιστέγασμα και το άλμα της προς την ωριμότητα. Σε ένα πραγματικά απαιτητικό έργο, τον Φιντέλιο του Μπετόβεν, τη μόνη όπερα του μεγάλου συνθέτη, η Κάλλας κατάφερε να αποτελέσει το σημείο αναφοράς για όλους τους σωστούς λόγους.

Το 1944 είναι έτος-σταθμός στη μετέπειτα καριέρα της. Αλλά για να φτάσει εκείνη τη χρονιά και να κάνει το άλμα προς την επιτυχία η Κάλλας είχε προετοιμαστεί όπως έπρεπε. Οι βάσεις είχαν τεθεί από τη δασκάλα της Ελβίρα ντε Ιντάλγκο και από τους υπόλοιπους που την δίδαξαν και την προετοίμασαν να κατέλθει στη μουσική αρένα, εκείνους που η τύχη το έφερε να διδάσκουν στο Ωδείο Αθηνών. Θεωρώ επίσης ότι οι σκηνικές εμπειρίες που απέκτησε εκείνα τα χρόνια την καθόρισαν. Ας φανταστούμε μία νέα τραγουδίστρια να ανεβαίνει στη σκηνή του Ηρωδείου για να τραγουδήσει μπροστά στα κατοχικά στρατεύματα ένα έργο-σταθμό στο γερμανικό ρεπερτόριο και εκείνη να στέκεται επάξια παραστάτης και συνδημιουργός ενός αριστουργήματος που στην πραγματικότητα είναι ένα από τα πλέον αντιφασιστικά έργα που θα μπορούσαν να παιχθούν. Κι εκείνη, αγέρωχη μέσα στα νιάτα της, να παίζει τον ηρωικό ρόλο της Λεωνόρας.

Φυσικά και άλλοι επηρέασαν την καλλιτεχνική πορεία της Κάλλας, με τον μαέστρο Τούλιο Σεραφίν να κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στους μέντορές της. Αλλά πόσο εύκολο θα ήταν για έναν μαέστρο του διαμετρήματος του Σεραφίν να μπορέσει να δουλέψει με μια όμορφη αλλά ακατέργαστη φωνή, αν αυτή δεν είχε εκπαιδευτεί σωστά; Πόσο πιθανό θα ήταν να μπορέσει να της διδάξει αυτά που διδάσκονται οι μουσικοί, τις βασικές αρχές του τονικού συστήματος και εν γένει τη δυτική μουσική, αν δεν είχε προηγηθεί η διδαχή στο Ωδείο Αθηνών; Ο Σεραφίν κατάφερε να εξυψώσει την τέχνη της Κάλλας, ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε να ξεκινήσει να κάνει τα πάντα από την αρχή. Επειδή είχε τη δυνατότητα να δουλέψει με μία μουσικά έτοιμη τραγουδίστρια, η οποία κατείχε όλα όσα ήταν απαραίτητα για να μπορέσει να λάμψει στον απαιτητικό κόσμο της όπερας.

Η αθηναϊκή ζωή της Κάλλας ήταν ένας σταθμός στη πορεία της, δεν παρέμεινε εδώ αλλά ωρίμασε στην Αθήνα της Κατοχής και της ανέχειας. Μπόρεσε να αναδειχθεί και να ξεκινήσει την πορεία της προς τη φήμη και τις επιτυχίες, κάνοντας δύο απανωτές και μεγάλες με τον Πρωτομάστορα και τον Φιντέλιο. Μπορεί αυτές να μην έγιναν στη Σκάλα του Μιλάνου αλλά στη κατεχόμενη Αθήνα, αλλά σίγουρα είναι καλύτερο όταν η επιτυχία έχει κλιμάκωση και επιτυγχάνεται με σταθερά και σίγουρα βήματα. Η επιτυχία που περίμενε την Κάλλας ήταν αποτέλεσμα ταλέντου, ατελείωτης δουλειάς και σταθερών βάσεων. Το ταλέντο ήταν σίγουρα δικό της, τη δουλειά ως διαδικασία της την έμαθε αρχικά η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο και αργότερα ο Τούλιο Σεραφίν και τις σταθερές βάσεις τις απέκτησε στην Αθήνα, στο Ωδείο που σπούδασε. Σήμερα μιλάμε για ένα φαινόμενο που δεν ήταν όμως θεόσταλτο ή τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα συνισταμένης πραγμάτων και στιγμών. Όλα αυτά δημιούργησαν τν μεγάλο μύθο, όλα αυτά έκαναν τον κόσμο να μιλά με θαυμασμό για το φαινόμενο Κάλλας, τη μεγαλύτερη υψίφωνο όλων των εποχών μέχρι και σήμερα.

 

(*) Ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης είναι Μουσικολόγος, Διευθυντής του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον τόμο ΕΠΙΛΟΓΟΣ 2023.

 

Προηγούμενο άρθροΚώστας Ακρίβος
Επόμενο άρθρο100 χρόνια Κάλλας (2) : Ιστορική προβολή του φαινομένου Κάλλας στον 21ο αιώνα (του Κυριάκου Π. Λουκάκου )

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ