Τρίτη, 12 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Τα καλύτερα βιβλία της Μεταπολίτευσης και η ανυπαρξία λογοτεχνικού κανόνα (επιμέλεια...

Τα καλύτερα βιβλία της Μεταπολίτευσης και η ανυπαρξία λογοτεχνικού κανόνα (επιμέλεια Π. Ένιγουεϊ)

0
755

επιμέλεια Π. Ένιγουεϊ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα πολύμηνη έρευνα του Book Press και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία για τα «Καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)» (εδώ και εδώ) δημοσιεύτηκε πρόσφατα και, όπως ήταν αναμενόμενο αλλά και σύμφωνα με την προσφιλή μας συνήθεια, δίχασε τους αναγνώστες, τόσο ως προς τα αποτελέσματα όσο και ως προς τα στατιστικά στοιχεία που προέκυψαν.

Για τον λόγο αυτό ζήτησα από δύο φίλους, των οποίων τη γνώμη εκτιμώ ιδιαίτερα, να γράψουν την άποψή τους για την εν λόγω έρευνα. Νομίζω πως αξίζει να διαβάσουμε τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά τους.

Τους ευχαριστώ θερμά.

 

Η δημοκρατία της αισθητικής ασυνεννοησίας

Του Εμμανουήλ Φασέα, (Διαδικτυακός βιβλιοπώλης, Αρεόπολη)

Διάβασα τη λίστα του Book Press με τα πενήντα σημαντικότερα έργα της μεταπολιτευτικής λογοτεχνίας με τη συγκίνηση που προκαλεί το reunion παλαιών φίλων. Όχι των βιβλίων — αυτά, λίγο πολύ, τα περιμέναμε. Αναφέρομαι στους ανθρώπους, διότι πίσω από κάθε τέτοια λίστα διακρίνει κανείς πάντοτε τους ίδιους συγγραφείς, τους ίδιους πανεπιστημιακούς, τους ίδιους κριτικούς, τους ίδιους μεταφραστές, να περιφέρονται εδώ και δεκαετίες από αφιέρωμα σε συνέδριο και από επιτροπή σε παρουσίαση, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους το μόνο νόμισμα που διαθέτει ακόμη τη στιβαρότητα της χρυσής λίρας — το πολιτισμικό κύρος.

Δεν το λέω κακοπροαίρετα. Κάθε χώρα αναπτύσσει αναπόφευκτα ένα κλειστό group ανθρώπων, μια VIP λογοτεχνική κοινότητα, που διαβάζουν ο ένας τον άλλον, γράφουν ο ένας για τον άλλον. Στην Ελλάδα όμως ο κριτικός είναι συχνά και συγγραφέας, ο συγγραφέας πανεπιστημιακός, ο πανεπιστημιακός μέλος επιτροπής, το μέλος επιτροπής προλογιστής, ο προλογιστής παλαιός βραβευμένος και ο βραβευμένος μελλοντικός κριτής του επόμενου βραβείου.

Δεν πρόκειται ακριβώς για συντεχνία ή σινάφι αλλά μάλλον για κάτι το οικογενειακό. Παρακολουθείς έναν συγγραφέα να προλογίζει έναν ποιητή που είχε παλαιότερα παρουσιάσει μια μελέτη πανεπιστημιακού ο οποίος συμμετέχει σε επιτροπή βράβευσης κριτικού που έγραψε κάποτε διθυραμβική κριτική για το πρώτο μυθιστόρημα του αρχικού συγγραφέα, και αρχίζεις να αισθάνεσαι πως δεν βρίσκεσαι μπροστά σε λογοτεχνική κοινότητα αλλά σε γάμο επαρχιακής φαμίλιας όπου, μετά το τρίτο τσίπουρο, ανακαλύπτεις ότι όλοι είναι κουμπάροι μεταξύ τους.

Το Book Press δημοσίευσε, άθελά του, την πιο ακριβή νεκροψία του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα των τελευταίων δεκαετιών. Διότι τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας συνιστούν αριστούργημα πολιτισμικής ασυνεννοησίας. Πενήντα πέντε «ειδικευμένοι» αναγνώστες κλήθηκαν να υποδείξουν τα σημαντικότερα βιβλία μισού αιώνα και κατέληξαν να διασκορπίσουν τις ψήφους τους σε 463 (!) τίτλους, εκ των οποίων οι 304 (!) έλαβαν μία ψήφο — ενδεχομένως κάποιοι της επιτροπής να επέλεξαν και ένα προσωπικό τους. Πέντε μόλις ψήφοι αρκούσαν τελικά για να εισέλθει κανείς στο πάνθεον των πενήντα σημαντικότερων έργων της μεταπολιτευτικής γραμματείας.

Το δε βιβλίο που πρώτευσε, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά της Ρέας Γαλανάκη, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των κριτών, αλλά μόλις 25 ψήφους. Οι υπόλοιποι 30 έκριναν ότι δεν άξιζε θέση στη δική τους εικοσάδα. Αντιστοίχως, 34 στους 55 άφησαν εκτός λίστας Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, ενώ 36 προσπέρασαν τα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 του Θανάση Βαλτινού.

Δυσκολεύομαι να φανταστώ πιο κομψή απόδειξη αδυναμίας συγκρότησης λογοτεχνικού κανόνα.

Το αποτέλεσμα είναι δημοκρατικά μεταμοντέρνο: όλοι συμμετέχουν, κανείς δεν συμφωνεί και όλοι μένουν τελικά ικανοποιημένοι από τη διαφωνία τους. Ορισμένοι βλέπουν σε αυτό πλουραλισμό. Εγώ βλέπω μια κοινότητα ανθρώπων που έχει χάσει εδώ και καιρό τα κοινά της αισθητικά κριτήρια αλλά συνεχίζει να οργανώνει λίστες μήπως και προκύψει κάποιο νόημα από καθαρή στατιστική τύχη.

Διαβάζοντας τη λίστα αποκτά κανείς την εντύπωση ότι η ελληνική λογοτεχνία ζει εδώ και πενήντα χρόνια μέσα στο ίδιο μουντό απόγευμα Νοεμβρίου. Άνθρωποι σιωπηλοί, οικογενειακά τραύματα, επαρχιακές αυλές, εμφύλιες διαμάχες και ιστορικές ήττες που μυρίζουν ναφθαλίνη σα να βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 1987.

Η επιστημονική φαντασία αντιμετωπίζεται ως εφηβικό δερματικό νόσημα και το χιούμορ όπως τα φωσφοριζέ αθλητικά παπούτσια σε κηδεία επισκόπου.

Παντού Ιστορία. Η ελληνική λογοτεχνία δεν γράφει βιβλία αλλά αναπαράσταση εποχής.

Η τεχνολογία απουσιάζει πλήρως. Σαν να μην πέρασαν ποτέ από την Ελλάδα υπολογιστές, κινητά, διαδίκτυο, social media ή εφαρμογές.

Δεν λέω ότι η λογοτεχνία οφείλει να γράφει για αλγορίθμους και εφαρμογές γνωριμιών. Αλλά εδώ έχουμε φτάσει στο αντίθετο άκρο: μια χώρα που ζει μέσα σε οθόνες προτείνει βιβλία που μοιάζουν να γράφτηκαν υπό το φως λάμπας πετρελαίου.

 

Γιατί τσακωνόμαστε ακόμη για βιβλία

Της Διονυσίας Σουρλή (Οδοντίατρος, Αγρίνιο)

Διατυπώθηκε η άποψη ότι η μικρή ελληνική λογοτεχνική κοινότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος πνευματικής μασονίας, όπου οι ίδιοι άνθρωποι αλληλοβραβεύονται πίνοντας λευκό κρασί σε βιβλιοπωλεία με κακό εξαερισμό. Νομίζω πως η άποψη αυτή αδικεί κάπως την κατάσταση. Όχι επειδή δεν συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά επειδή παραβλέπει κάτι ανθρώπινο και, κατά τη γνώμη μου, συγκινητικό.

Η ελληνική λογοτεχνία είναι μια μικρή γλώσσα που συμπεριφέρεται σαν μεγάλη. Αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι που την υπηρετούν συναντιούνται διαρκώς, με τον έναν ή άλλο τρόπο, σε περιοδικά, παρουσιάσεις, επιτροπές, αφιερώματα, πανεπιστημιακά συνέδρια και φεστιβάλ, οπότε βρίσκω φυσικό ο κριτικός να έχει προλογίσει τον ποιητή που θα βραβεύσει τον μεταφραστή που θα παρουσιάσει το επόμενο βιβλίο του πανεπιστημιακού που έγραψε μελέτη για τον πρώτο κριτικό.

Δεν πρόκειται ακριβώς για κύκλωμα αλλά για αναγκαστική συμβίωση, όπως τα οικογενειακά τραπέζια τις μέρες του Πάσχα: ακόμη κι αν αντιπαθείς κάποιους από τους συγγενείς σου, στο τέλος θα βρεθείς να τσουγκρίζεις αυγά μαζί τους.

Διότι πίσω από τη ματαιοδοξία και τις αμοιβαίες εκτιμήσεις επιβιώνει ακόμη μια κοινότητα ανθρώπων που συνεχίζει να παίρνει υπερβολικά σοβαρά τα λογοτεχνικά βιβλία. Και στην εποχή των reels, των podcasts αυτοβελτίωσης και των ανθρώπων που παρακολουθούν σύντομα βίντεο με αιθέριες ναρκισσιστικές υπάρξεις, τέτοιου είδους έρευνες και συζητήσεις μού φαίνονται τουλάχιστον αξιαγάπητες.

Ασκήθηκε κριτική στο γεγονός ότι η ψηφοφορία δεν ανέδειξε έναν αδιαμφισβήτητο λογοτεχνικό κανόνα. Το πρώτο βιβλίο συγκέντρωσε λιγότερες από τις μισές ψήφους, εκατοντάδες τίτλοι εμφανίστηκαν μόνο μία φορά και οι αποκλίσεις ήταν τεράστιες. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό θεωρείται απαραίτητα κακό. Η εποχή όπου τρεις αυστηροί κριτικοί και δύο λογοτεχνικά περιοδικά μπορούσαν να επιβάλουν ποιον Ρώσο μυθιστοριογράφο όφειλες να αγαπάς έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Από την άλλη, κατανοώ τον προβληματισμό για την εμφάνιση 463 διαφορετικών τίτλων στη λίστα του Bookpress. Ο κάθε συμμετέχων κουβαλά τη δική του μικρή βιβλιοθήκη μέσα στο κεφάλι του και την υπερασπίζεται με πάθος, σαν να φυλάει κονσέρβες σε υπόγειο μετά από πυρηνικό πόλεμο, και αυτό, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, έχει κάτι ανθρώπινο.

Διατυπώθηκε επίσης η άποψη ότι η λίστα επιβεβαιώνει μια εμμονή της ελληνικής λογοτεχνίας με την Ιστορία, τη μνήμη, τον Εμφύλιο και τα πάσης φύσεως εθνικά φαντάσματα.

Δεν είμαι βέβαιη ότι αυτό είναι τόσο απλό.

Η Ελλάδα είναι ίσως από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου η Ιστορία —Εμφύλιος, Δικτατορία, Μεταπολίτευση, μετανάστευση— δεν έγινε περασμένο και ξεχασμένο παρελθόν αλλά εξακολουθεί να κάθεται στο κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι και να το μετατρέπει σε άτυπο ιστορικό συνέδριο.

Η εμμονή της λογοτεχνίας με τη μνήμη δεν είναι ένδειξη καθυστέρησης αλλά σημάδι ότι η κοινωνία δεν ολοκλήρωσε ποτέ πραγματικά τη συζήτηση με τον εαυτό της.

Ασκήθηκε επίσης η κριτική ότι από τα βιβλία της λίστας απουσιάζει η σύγχρονη ζωή: η τεχνολογία, τα social media, η ψηφιακή αποξένωση, οι νέες μορφές εργασίας και γενικώς όλα όσα κάνουν σήμερα τον άνθρωπο να κοιτά το κινητό του κάθε επτά δευτερόλεπτα. Καταλαβαίνω την παρατήρηση, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι η λογοτεχνία οφείλει να λειτουργεί σαν ενημερωμένη έκδοση λογισμικού. Αν το κριτήριο νεωτερικότητας είναι η παρουσία Wi-Fi στο μυθιστόρημα, τότε σε λίγο θα θεωρούμε κλασικό έργο κάθε συνομιλία στο Viber με όλα τα ορθογραφικά της λάθη.

Διατυπώθηκε ακόμη η άποψη ότι οι επιλογές της λίστας είναι υπερβολικά «ασφαλείς», υπερβολικά αναμενόμενες και σοβαρές σαν χαρτοφυλάκιο συνταξιοδοτικού ταμείου.

Η μεγάλη λογοτεχνία δεν είναι πάντοτε εκκωφαντική. Ενίοτε επιβιώνει αθόρυβα, περνά από γενιά σε γενιά, ξαναδιαβάζεται, ξανασυζητιέται και αποκτά νέες σημασίες. Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο συναρπαστικό όσο η φαντασίωση ενός «ριζοσπαστικού κειμένου». Ίσως πάλι υποδεικνύει ότι η λογοτεχνία της συγκεκριμένης περιόδου δεν υπήρξε τόσο επαναστατική και ρηξικέλευθη όσο θα επιθυμούσαμε, αλλά παρόλα αυτά ανθεκτική και άξια λόγου αν και χαμηλών τόνων.

Μήπως, τελικά, η πρωτοπορία καταντά εξίσου προβλέψιμη με τη συντήρηση που καταγγέλλει;

Ακούστηκε επίσης η κριτική ότι η ψηφοφορία αδίκησε αρκετά βιβλία των τελευταίων δύο δεκαετιών — έργα πολυδιαβασμένα, βραβευμένα, μεταφρασμένα και με απήχηση — τα οποία αγνοήθηκαν επιδεικτικά. Η εύκολη εξήγηση είναι πάντα διαθέσιμη: μικρότητες, λογοτεχνικές αντιπάθειες, υπόγειες ζήλιες.

Η λογοτεχνική κριτική είναι ίσως η μοναδική τέχνη που φοβάται τόσο πολύ την επικαιρότητα, όπως η θεία μας που δοκιμάζει sushi για πρώτη φορά. Όχι επειδή το θεωρεί κακό, αλλά επειδή δεν το εμπιστεύεται ακόμη.

Ίσως αυτή να είναι η πιο ελληνική πλευρά όλης της ιστορίας: η δυσπιστία απέναντι σε ό,τι αγαπήθηκε πολύ και φανερά.

Η ειρωνεία όλων αυτών των λιστών είναι πως μελλοντικά αποδεικνύονται λανθασμένες. Βιβλία που υποτιμήθηκαν επανέρχονται θριαμβευτικά, άλλα ξεθωριάζουν παρά τις διακρίσεις τους, και ο χρόνος, ο πιο δίκαιος τελωνειακός υπάλληλος, σφραγίζει διαβατήρια λογοτεχνικής αθανασίας που σήμερα ούτε καν διανοούμαστε.

Εν τέλει, κανείς δεν ξέρει πραγματικά ποια βιβλία θα μείνουν — αν θα μείνουν.

Προηγούμενο άρθροΤι είδα στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονικής, 22 ώρες και 50.000 βήματα μετά..(από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΗ πολιτική σε κρίση – χάνει το νόημά της (γράφει η Μαρία Ρεπούση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ