Γραφή και Μνήμη την εποχή της αθωότητας: το Space Invaders της Νόνα Φερνάντες (του Μάνου Κουμή)

0
488

 

 

του Μάνου Κουμή

 

 

Ο Αμερικάνος κριτικός λογοτεχνίας και ακαδημαϊκός Fredric Jameson, στις αρχές της δεκαετίας του 90΄, εύστοχα παρατηρούσε ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής της μετανεωτερικότητας είναι η έλλειψη ιστορικότητας, η άλλοτε επιβαλλόμενη και άλλοτε ανεπαίσθητη αποσιώπηση του παρελθόντος ως αναφορά, αλλά και των αναφορών του παρελθόντος. Η δυσοίωνη αυτή διάγνωση, βέβαια, μετουσιωνόταν έκδηλα στις μηχανικές αναπαραγωγές  του Andy Warhol, στα έργα επιστημονικής φαντασίας των William Gibson και J. G. Ballard, στις παρατηρήσεις του Guy Debord για την κοινωνία του θεάματος, που ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου μεταμορφωνόταν σ’ ένα πολυδαίδαλο καλειδοσκόπιο εικόνων, ή ακόμα και στην, φαινομενικά, επιφανειακή επαναφορά ετερόκλιτων ιστορικών τεχνοτροπιών και διακοσμητικών στυλ στην αρχιτεκτονική.[i] Αν, όμως, η λογική του ύστερου καπιταλισμού επέτρεπε τη δημιουργία μίας ευδιάκριτης πολιτισμικής δεσπόζουσας, αυτό, εν τέλει, συνέβη με τη παράλληλη πρωτοκαθεδρία  της Δύσης στον τεχνολογικό, βιομηχανικό και οικονομικό τομέα. Κατά συνέπεια, η αμερικανική κοσμοθεώρηση της υπέρμετρης κατανάλωσης, της απαστράπτουσας εικόνας, καθώς και της πριμοδότησης του μέλλοντος έναντι της ιστορικής συνείδησης συνοδευόταν με την επιβολή του εκσυγχρονισμού, τη βία έναντι του διαφορετικού και τον πολιτικό αυταρχισμό.

Η αντίσταση απέναντι στις δυσανεξίες της νεωτερικότητας, η επαναφορά της μνήμης ως πολιτικό καθήκον των συγγραφέων, καθώς και οι τρόποι αυτής της διεργασίας φαίνεται να απασχολούν την Χιλιανή συγγραφέα Νόνα Φερνάντες στο τελευταίο της έργο Space Invaders, όπου με περίτεχνο, αλλά απλό τρόπο μεταφέρει τον αναγνώστη στην περίοδο επιβολής της δικτατορίας Πινοσέτ, καθώς και στα χρόνια που επιχειρήθηκε ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της Χιλιανής κοινωνίας. Μέσα από την οπτική γωνία μιας σχολικής παρέας, η Φερνάντες στήνει ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου πίσω από τις παιδικές αναμνήσεις υποβόσκει ο υποδόριος τρόμος της κοινωνίας που αργοπεθαίνει, αντιστεκόμενη ακόμη και βουβά, στην πολυετή δικτατορία. Πιο συγκεκριμένα, μετά την αναπάντεχη εξαφάνιση της δεκάχρονης Εστρέγια, κόρης επιφανούς στελέχους της κυβέρνησης Πινοσέτ, οι συνομήλικοι συμμαθητές της εκκινούν ένα παιχνίδι αναμνήσεων, αναπόλησης και ανασυγκρότησης κοινών εμπειριών. Μαζί τους, ο αναγνώστης γίνεται μέρος της κοινής προσπάθειας ανασύνθεσης της συλλογικής μνήμης, έργο κομβικής σημασίας μιας νεότερης γενιάς συγγραφέων, μέλος της οποίας είναι η Νόνα Φερνάντες.

Η επιλογή του τόπου και του χρόνου τον οποίο η Χιλιανή συγγραφέας επιχειρεί να ανασυγκροτήσει αποτελεί καθοριστικής σημασίας, ενώ οι παιδικές φωνές, καθώς και ο τίτλος του μυθιστορήματος σηματοδοτούν συνειδητές και καίριες αφηγηματικές λύσεις. Η πολυετής δικτατορία του Πινοσέτ άφησε στο διάβα της χιλιάδες νεκρών, εξαφανισμένων και βασανισμένων ανθρώπων, ενώ ένας ακόμη μεγαλύτερος αριθμός οδηγήθηκε στην εξορία. Οι επιζήσαντες της δεύτερης γενιάς, μέλη προβληματικών οικογενειών, εγκαταλελειμμένα  παιδιά, ηττοπαθείς ήρωες ή ακόμα και σιωπηλοί μάρτυρες ενός βάρβαρου εκσυγχρονισμού καλούνται πλέον να ανασυνθέσουν εκ νέου την ιστορική τους αφήγηση. Δεν είναι τυχαίο, σε συγγραφείς όπως οι Jose Donoso και Alejandro Zambra, όπως επίσης και σε πολλά μυθιστορήματα της Λατινικής Αμερικής, η έννοια του σπιτιού είναι συνώνυμη της πατρίδας.[ii] Αυτές οι γενιές, είναι οι χαμένες γενιές σύμφωνα με τον όρο της Marianne Hirsch, ο οποίος, αφενός, αναφέρεται στην εποχή μετά το ολοκαύτωμα⸱ αφετέρου, στην αδυναμία των απογόνων να ξεπεράσουν την τραυματική εμπειρία των γονέων τους.[iii]

Με τη δύναμη, λοιπόν, της γραφής επιχειρεί η Νόνα Φερνάντες να δώσει φωνή στις νεότερες γενιές που μονάχα με αδρές γραμμές μπορούν να περιγράψουν τα θλιβερά και καταστροφικά γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή τους⸱ μιας ζωής, που σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού που επιβλήθηκε από τον στρατηγό Πινοσέτ και το επιτελείο του, μπορεί αιφνίδια να χαθεί, όπως και τα εμπορεύματα και τα καταναλωτικά αγαθά ενός αδηφάγου καπιταλισμού. Βέβαια, το ευρέως διαδεδομένο και έκδηλο  πλέγμα του απολυταρχικού καθεστώτος, της πολιτικής επιβολής, της φαινομενικής οικονομικής ευρωστίας της άρχουσας τάξης με τα στοιχεία του φόβου, του αγώνα για επιβίωση και του κοινωνικού ελέγχου κάτω από την επίπλαστη εικόνα της κοινωνικής τάξης και ασφάλειας, δεν αποτελεί για την Χιλιανή συγγραφέα πεδίο προς αποφυγή⸱ αντιθέτως, σχολιάζεται και παρουσιάζεται ποικιλοτρόπως: ο πατέρας της Εστρέγια φαίνεται να μην εγκαταλείπει την στρατιωτική ενδυμασία, ακόμα και όταν συνοδεύει την κόρη του στο σχολείο, τα υψηλόβαθμα στρατιωτικά στελέχη κυκλοφορούν με πολυτελή αυτοκίνητα που καθηλώνουν την παιδική φαντασία, οι παρελάσεις και φιέστες αποτελούν στοιχείο της καθημερινότητας των πολιτών, οι νεανικές σκανταλιές επιχειρούνται κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των παιδαγωγών, την ίδια στιγμή που ξαφνικά ένα μέλος της αγαπημένης παρέας μπορεί και να εξαφανιστεί.

Η Νόνα Φερνάντες, όμως, δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη, έχοντας αναδείξει απλώς μια ζοφερή πραγματικότητα. Αρκετά στοιχεία του κειμένου συνηγορούν στην καθημερινή αντίσταση που φέρουν τα υποκείμενα απέναντι στην μικροφυσική της εξουσίας. Αν τα απολυταρχικά καθεστώτα επιχειρούν να ελέγξουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, τότε ισχύει και το αντίστροφο: κάθε ενέργεια,  κάθε απόφαση, εν δυνάμει, στέκεται ως πεδίο αντίστασης. Όπως το ήθελε ο Michel de Certeau, είναι και οι καθημερινές πρακτικές της ζωής που αντιστέκονται σε μια ολοποιητική εξουσία. Απέναντι στις ενέργειες του κράτους που στοχεύουν στην επίτευξη ενός ενοποιημένου συνόλου, οι ατομικές αποφάσεις και πράξεις επαναπροσδιορίζουν το σύστημα κανόνων, βρίσκοντας τυχόν ρωγμές, δυσλειτουργίες και κενά. Η πολύτροπη αυτή τέχνη του πράττειν αποτελεί στοιχείο χειραφέτησης σε μια κοινωνία όπου η ελευθερία έχει καταλυθεί.[iv] Έτσι, η νεανική παραβατικότητα, η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, τα κρυφά φιλιά που ανταλλάσσουν τα παιδιά, τα κοινά παιχνίδια, ακόμη και η ίδια η επιλογή να μην ξεχάσουν το μέλος της παιδικής τους παρέας σηματοδοτούν τη μήτρα μελλοντικών αντιστάσεων και άγρυπνων συνειδήσεων.

Όσο για το ηλεκτρονικό παιχνίδι, που χαρίζει και τον τίτλο του μυθιστορήματος, η καθημερινή τακτική της παιδικής αθωότητας το μετατρέπει από εξαγώγιμο προϊόν της αμερικανικής βιομηχανίας άρτων και θεαμάτων σε εστία κοινών εμπειριών και γλυκιάς ανάμνησης. Αν η εποχή της μετανεωτερικότητας αρέσκεται στην επιβολή και καθιέρωση ως χώρου δράσης σύγχρονων μη-τόπων, όπως είναι τα αεροδρόμια, τα τρένα ή  οι ψηφιακές οθόνες και η εικονική πραγματικότητα, η Νόνα Φερνάντες μετουσιώνει ένα παιχνίδι της παιδικής ηλικίας σε τόπο ενσυναίσθησης, μνήμης και, ως εκ τούτου, επερχόμενης ρήξης. Το Space Invaders, σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου, αποτελεί ένα ακόμη αξιόλογο τίτλο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg.

Info: Nona Fernandez Silanes, space invaders, εισαγωγή- μετάφραση- επίμετρο: Κώστας Αθανασίου, Gutenberg, 2020.

 

 

 

 

 

[i] Fredric Jameson, Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, μτφρ: Γιώργος Βάρσος, Νεφέλη, 1999.

 

[ii] Δες τα: Alejandro Zambra, τρόποι να γυρίζεις σπίτι, μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος, 2016. και Jose Donoso, Στέψη, μτφρ: Αγγελική Αλεξοπούλου, Καστανιώτης, 1996.

 

[iii] Marianne Hirsch, The generation of postmemory. Writing and visual culture after the holocaust, Columbia University Press, 2012.

 

[iv] Michel De Certeau, Επινοώντας την καθημερινή πρακτική. Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν, μτφρ: Κική Καψαμπέλη, πρόλογος: Ζιάρ Λις Σμίλη, 2010.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here