Χρήστος Τσιάμης
Στον ξάδερφο μου Κώστα Καρμοκόλια
Κοίτα τι έμαθα τώρα τελευταία για τον αγαπημένο μου Ιταλό συγγραφέα και νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλλο! Από Ελληνικά λημέρια, λέει, κράταγε η σκούφια του! Είχε πει, σε συνέντευξη, στον συγγραφέα Κώστα Ουράνη: «…io stesso sono di origine greca. …Il mio nome è Piranghelos. Pirandello ne è la corruzione fonetica…». Ήταν Ελληνικής καταγωγής, είχε πει. Το όνομα του, στα Ιταλικά, δεν ήταν παρά η φωνητική φθορά τού Ελληνικού «Πυράγγελος», προφανώς το όνομα τής οικογένειας τού πατέρα του. Δηλαδή, «άγγελος, εξάγγελος μας ήρθε από μακριά…» με όλα εκείνα τα καινούργια που μας είχε φέρει. Τα θυμάμαι καλά από τη νεαρή μου ηλικία. Δεκαπεντάχρονος, στο θερινό θέατρο της Τρίπολης. Σβήνουν τα φώτα, και αρχίζει να μιλάει ο μεγάλος ηθοποιός Δημήτρης Μυράτ. Στέκει μπροστά, στο κέντρο τής σκηνής, και λέει εμφατικά: «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς και εγώ». Και σείεται το στερέωμα τής σκέψης μου με τα λόγια αυτά. Επρόκειτο για το θεατρικό έργο τού Πιραντέλλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε». Και, όπως έμαθα κατόπιν, ήταν αυτό που το είχαν ονομάσει «θέατρο μέσα στο θέατρο», και που είχε θεωρηθεί ο προγεννήτορας για το «θέατρο τού παράλογου» που άνθισε, ιδιαιτέρως στη Γαλλία, αργότερα. Την επόμενη χρονιά, όμως, θα διαπίστωνα ότι αυτό το είδος τού παράλογου δεν ήταν καθόλου ξένο είδος στον τόπο μας όταν, εξ απροόπτου (για όλους μας!), βρέθηκα σε ένα τέτοιο ζωντανό θέαμα με ντόπιο υλικό!
Ήταν το καλοκαίρι τού 1967. Τρεις μήνες πριν είχε γίνει δικτατορία. Τέλειωσε το σχολείο και ήρθα πάλι στην Τρίπολη για διακοπές. Και τότε παρατήρησα όλες τις μεγάλες αλλαγές από το προηγούμενο καλοκαίρι που ήμουν εδώ. Κατ’ αρχάς το θερινό θέατρο δεν ήταν ανοιχτό. Και δεν υπήρχαν αφίσες στους τοίχους, στους κεντρικούς δρόμους, που να διαφημίζουν περιοδεύοντες θιάσους στο εγγύς μέλλον. Και εκείνος ο δρόμος που κατέβαινε από τους στρατώνες, στους πρόποδες τού όρους Μαίναλο, και έβγαινε μπροστά στο σπίτι μας, στην οδό «28ης Οκτωβρίου», κατέβαζε σαν χείμαρρος, ασταμάτητα, στρατιωτικά τζιπ και φορτηγά. Τίποτα όμως δεν συγκρινόταν με ό,τι συνέβαινε στα Δικαστήρια τής πόλης. Εκεί παιζόταν καθημερινά το Ελληνικό θέατρο τού παράλογου! Θα με ρωτήσετε, καλά, τι γύρευε ένας δεκαεξάχρονος στα δικαστήρια; Θα σας πω αμέσως.
Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που είχα συναντήσει, στα μπάνια, τη Μάρω. ‘Ένα χαμόγελο ρουφήχτρα, και ένα βλέμμα αινιγματικό. Μείναμε φίλοι και μέσα στον χειμώνα. Ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερη από μένα και μου είπε ότι είχε αρχίσει να ετοιμάζεται για να σπουδάσει Νομικά. Έτσι, μου άναψε τη φαντασία και για άλλο ένα πράγμα ακόμα… Με κάθε ευκαιρία, βρισκόμουνα για λίγη ώρα στα δικαστήρια, να μάθω πώς εξασκούν «οι νομικοί» το επάγγελμα. Σιγά σιγά, οι αγορεύσεις των δικηγόρων, το βάθρο λογικής που κατασκεύαζαν με σκοπό να πείσουν τον δικαστή, γινόταν για μένα ένα πράγμα τόσο ενδιαφέρον όσο και η πλοκή σε ένα κινηματογραφικό έργο. Αυτό το πρώτο καλοκαίρι τής δικτατορίας, έμαθα ότι στα Δικαστήρια τής Τρίπολης είχαν στήσει στρατοδικεία. Μια εντελώς καινούργια εμπειρία, φαντάστηκα. Και έπεισα τον ξάδερφο μου, που μόλις είχε έρθει για να κάνουμε διακοπές μαζί, να πάμε και να δούμε μια δίκη εκεί.
Ανεβήκαμε τις μεγάλες σκάλες στο ισόγειο στο εσωτερικό τού κτιρίου και μπήκαμε στη μεγάλη αίθουσα αμέσως αριστερά. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη.
Δυο σειρές καθίσματα, που τις χώριζε ένας πλατύς διάδρομος, δέκα καθίσματα περίπου σε κάθε σειρά, και τουλάχιστον είκοσι σειρές σε βάθος. Ήμαστε τυχεροί που βρήκαμε δυο άδεια καθίσματα άκρη-άκρη σε μια σειρά απέναντι ακριβώς από την πόρτα. Και με το που καθίσαμε, ακούστηκε ένα σούσουρο από το κοινό και είδαμε να βγαίνουν από μια πόρτα, πίσω από τα ψηλά έδρανα των δικαστών, τα τρία μέλη του δικαστηρίου και να παίρνουν τις θέσεις τους. Αυτή η εικόνα ήταν όλα τα λεφτά! Κάτι που δεν το είχα δει πριν, και ούτε επρόκειτο να ξαναδώ στην υπόλοιπη ζωή μου: αντί για δικαστές, καθόντουσαν εκεί τρείς αξιωματικοί τού στρατού, εν στολή!
Αφού ο αξιωματικός στη μέση διάβασε κάποια διαδικαστικά, που δεν ήταν εύκολο να τα ακούσουμε εμείς στην τελευταία σειρά, ξεκίνησε το δικαστήριο με την πρώτη υπόθεση. Ο κατηγορούμενος καθόταν σε έναν πάγκο αριστερά, κάθετο προς τα έδρανα και ακριβώς αποκάτω τους. Επρόκειτο για έναν νεαρό, ανάμεσα εικοσιπέντε με τριάντα που, απ’ ό,τι ακούσαμε, ήταν από την πόλη μας, την Πάτρα. Εκεί είχε λάβει χώρα το «έγκλημα». Και το έγκλημα ήταν ένα ανέκδοτο, ένα «σόκιν», που διακωμωδούσε τον «αξιότιμον κύριον υπουργόν».
Αφού είχε διαβάσει το κατηγορητήριο, ο δικαστής κάλεσε αμέσως τον πρώτο μάρτυρα (που, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν και ο μοναδικός). Ψίθυροι γέμισαν τον αέρα από το κοινό μπροστά καθώς, σε λίγο, είδαμε και εμείς, από πίσω, τις μεγάλες καμπύλες μιας γυναίκας να πλησιάζουν κουνιστά τους δικαστές στην ξύλινη ακινησία τους. Φορούσε φανταχτερά ρούχα. Μια στενή φούστα, μια αραχνοΰφαντη μπλούζα, και τακούνι μαύρο ψηλό. Έφτασε σε ένα σημείο και σταμάτησε. Ο δικαστής της ένευσε να πλησιάσει πιο κοντά, και αμέσως άρχισε να την ρωτά:
- Πείτε μας, πρώτα, πού εργάζεσθε.
- Στην Πάτρα, στην οδό Κανάρη, πίσω από τα Δικαστήρια.
(«Κανάρης ο μπουρλοτιέρης», σκέφτηκα. «‘Αραγε, τι μπουρλότα θα σκάσουν εδώ μέσα σήμερα;»)
- Δεν εννοούσα τη διεύθυνση. Τι είδος επάγγελμα εξασκείτε;
- Συγνώμη…
- Τι δουλειά κάνεις;
- Α, δουλεύω σε οίκο ανοχής.
(«Ποιος ανέχεται ποιον σε τέτοιες περιπτώσεις», μου πέρασε από το μυαλό).
- Δηλαδή, είστε ιερόδουλος!
- Ε… ναι, ιερόδουλος.
(«Μπα, δεν το ήξερα ότι το επάγγελμα ήταν ιερό … Από τη λέξη, φαίνεται, ότι ήταν έτσι μάλλον στους χρόνους της αρχαίας και όχι της νέας θρησκείας μας…», το μυαλό μου συνέχιζε να κάνει τα δικά του σχόλια).
- Πείτε μας, λοιπόν, τι συνέβη. Ο κατηγορούμενος σας επισκέφθηκε στη δουλειά σας και σας διηγήθηκε το προσβλητικό προς τον κύριον υπουργόν ανέκδοτο που συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Μάλιστα.
(«Καλά, πώς έφτασε το ανέκδοτο, που της είπε εκείνος στον «ιδιαίτερο» χώρο τής δουλειάς της, μέχρι τα αυτιά των δικαστών;» Αυτό για εμένα, καθώς άκουγα, παρέμενε ένα μυστήριο. «Μάλλον θα της είχε πει το ανέκδοτο αυτός, και εκείνη θα το είπε για πλάκα σε έναν επόμενο πελάτη της, ίσως κανένα στρατιωτικό ή αστυνομικό, και έτσι έφτασε η καταγγελία στο δικαστήριο…». Τέτοιες σκέψεις έκανα).
- Εμπρός, πείτε μας το ανέκδοτο.
Και η μάρτυρας άρχισε να λέει το σόκιν χαμηλόφωνα, τόσο που εμείς στα πίσω καθίσματα πιάναμε πολύ λίγα από τα λεγόμενα. Παρατηρούσαμε, όμως, ότι ο κατηγορούμενος, είχε στραμμένο το βλέμμα προς το πάτωμα, και φαινόταν σαν να ήταν έτοιμος ή να σκάσει στα γέλια ή να βάλει τα κλάματα.
- Να μας το πείτε το αστείο όπως ακριβώς σας το είπε ο κατηγορούμενος, την διέκοψε ο δικαστής.
Αυτή συνέχισε, αλλά σύντομα ο δικαστής πάλι την διέκοψε οργισμένος.
- ΄Ετσι ακριβώς το είπε; Ότι ο υπουργός «έβγαλε το πράγμα του έξω»;
- Όχι ακριβώς…, απάντησε δειλά αυτή.
- Ε πέστε μας ακριβώς τι είπε! Και πιο δυνατά! Να σας ακούσουμε επί τέλους!
- Έβγαλε τον πούτσο του έξω!, φώναξε αυτή με όλη της τη δύναμη.
Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, και το γέλιο μου αντήχησε στην αίθουσα βροντερό, σαν στρακαστρούκα. Τότε είδα μπροστά, στην πρώτη σειρά, ένα κεφάλι να γυρίζει προς το μέρος μας. Και αμέσως να σηκώνεται ο κύριος χωροφύλακας, με την πράσινη στολή, καπέλο υπό μάλης, και να παρελαύνει, διασχίζοντας όλο τον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, μέχρι να φτάσει εκεί που καθόμαστε εμείς, ο ξάδερφος μου κι εγώ.
- Έγινες αντιληπτός, μου λέει χαμηλόφωνα.
- Αντιληπτός από ποιόν, τον ρωτάω.
- Από τους κυρίους δικαστάς, μου απαντάει.
Και με τραβάει με δύναμη από το μπράτσο.
- Κι εσύ, και ο φίλος σου έξω, αμέσως! Και να μην σας ξαναδώ.
Και περίμενε στης αίθουσας την πόρτα μέχρι να μας δει να κατεβαίνουμε
τις μεγάλες κεντρικές σκάλες που οδηγούσαν στου κτιρίου την έξοδο. Εμείς κρυφτήκαμε στο ισόγειο πίσω από μια μεγάλη κολόνα και περιμέναμε για λίγο.
«Έχει και άλλες δίκες», είπα στον ξάδερφο, «να πάμε να περάσουμε λίγο την ώρα μας». Και σύντομα ανεβαίναμε και πάλι τις σκάλες και στον πρώτο όροφο στρίψαμε από την άλλη μεριά απ’ του στρατοδικείου την αίθουσα, και μπήκαμε στην πρώτη ανοιχτή πόρτα.
Ήταν μια μικρή δικαστική αίθουσα. Είχε μόνο δυο σειρές καρέκλες για το κοινό, όπου ήδη κάθονταν δυο τρεις. Πήγαμε σιγά σιγά και καθίσαμε κι εμείς κοντά στην πόρτα. Το έδρανο του δικαστή ήταν στενό και χαμηλό. Μπροστά του στέκονταν δυο που, από το ντύσιμο τους, φαίνονταν αγρότες που είχαν αφήσει τη δουλειά τους προσωρινά για να έρθουν να υποστούν αυτή τη διαδικασία. Απ’ ό,τι καταλάβαμε, οι γίδες τού ενός είχαν σακατέψει τα κλαδιά στα δέντρα τού γείτονα, κι εκείνος κοίταγε για «κάποια αποζημίωση» κλπ. κλπ. «Καλά», τους λέει ο δικαστής, «αυτά είναι προβλήματα που μπορούν να λυθούν μεταξύ σας. Δεν χρειάζονται δικαστήρια. Γείτονες είστε, και θα είστε. Κοιτάξτε να τα βρείτε μεταξύ σας. Δεν αξίζει το χαρτί που θα σπαταλήσουμε να γράψουμε τα πρακτικά και την απόφαση…» Τότε έγνεψα του ξάδερφου μου να του δίνουμε. Ρίξαμε μια προσεχτική ματιά στην απέναντι πόρτα μήπως εμφανιστεί φάντης μπαστούνι εκείνος ο χωροφύλακας τής άλλης δίκης, και κατεβήκαμε τη μεγάλη σκάλα στα γρήγορα. Και ξάφνου στο νου μου σχηματίστηκε μια εικόνα. Το σχήμα μιας τεράστιας παρένθεσης, που οι αγκύλες της εκατέρωθεν ήταν η δίκη για το σόκιν και την τιμή τού πέους τού συνταγματάρχη υπουργού, από τη μια μεριά, και από την άλλη εκείνη η δίκη για τα… αμπελοχώραφα. Και μέσα στην παρένθεση αυτή, ανάμεσα στις δυο αγκύλες της, απλωνόταν μουδιασμένη ολόκληρη η Ελλάδα.
Πήγαμε, ευθύς, πλαγίως απέναντι από τα Δικαστήρια και νοικιάσαμε δυο ποδήλατα, απ’ την καινούργια σοδειά, όπως μας είπε ο γνωστός μας ποδηλατάς. Και τραβήξαμε για το δασάκι τού Άη Γιώργη, λίγο έξω από την πόλη. Ανεβήκαμε το λόφο λαχανιασμένοι ώσπου φτάσαμε… στην Ελλάδα της καρδιάς μας! Εκεί, ανάμεσα στα ψηλά πεύκα, που μας κέρναγαν την ευωδιά τους άφθονα, στο άνοιγμα με τον τεράστιο, επικλινή, γυαλιστερό βράχο. Παίρναμε φόρα, ξανά και ξανά, γλιστράγαμε επάνω του, και φωναχτά φτάναμε στο μαλακό στρώμα από πευκοβελόνες στον πάτο του. Και τότε έκραζαν τα παγώνια ξαφνιασμένα, και έτρεχαν να κρυφτούν ανάμεσα στα δέντρα. ΄Ομως, από την πανδαισία των χρωμάτων στα ανοιχτά σαν βεντάλια φτερά τους, ήταν πάντα προδομένα. Αφού επαναλάβαμε την τσουλήθρα κάμποσες φορές, πήγαμε και καθίσαμε πίσω από ένα μικρό ύψωμα, για κάλυψη, και βγάλαμε τα Αμερικάνικα τσιγάρα, τα αρωματικά, που είχαμε «ξαφρίσει» από του θείου μας τα συρτάρια. Και του καπνού η μυρωδιά άρχισε να μας ανεβάζει μαζί της όλο και πιο ψηλά, κι έτσι δραπετεύαμε από την κυκλώπεια παρένθεση που έκλεινε μέσα της τότε τη χώρα μας, και ταξιδεύαμε σε κάτι μέρη μακρινά, υπερατλαντικά, όμορφα μέρη τής φαντασίας μας, όπου ευχόμαστε κάποτε να μας έφερνε στα αλήθεια η τύχη μας.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










