γράφει ο Δημήτρης Α. Χριστόπουλος
Η επανέκδοση του δεύτερου χρονολογικά μυθιστορήματος (1962) του Αντρέα Φραγκιά, Η καγκελόπορτα, από τις εκδόσεις «Ποταμός», σε συνέχεια της επανέκδοσης του εμβληματικού Λοιμού, μάς επιτρέπει να φέρουμε στην επιφάνεια ορισμένα στοιχεία δομής βάθους (το υποκείμενο, αφανές επίπεδο νοήματος) που ίσως μέχρι στιγμής δεν έχουν μελετηθεί επισταμένως από την κριτική. Στην προκειμένη περίπτωση, η καγκελόπορτα είναι το ορατό σημάδι ενός αόρατου εγκλεισμού.
Α. Το ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο
Ο Φραγκιάς είναι βαθιά ριζωμένος στη μεταπολεμική πραγματικότητα, καθώς οι διώξεις, η παρανομία, η διάλυση των συλλογικών οραμάτων αποτελούν το πρωτογενές υλικό της γραφής του. Ωστόσο, η υπέρβαση έγκειται στο ότι δεν περιορίζεται σε τυπική ιστορική καταγραφή, αλλά μετασχηματίζει την εμπειρία σε υπαρξιακό πρόβλημα. Ο φόβος, για παράδειγμα, δεν είναι μόνο προϊόν συγκεκριμένων συνθηκών αλλά μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Επομένως, θα λέγαμε ότι ως προς το υλικό είναι ιστορικός συγγραφέας, ενώ, ως προς την ερμηνεία, διαχρονικός ή, καλύτερα, άχρονος.
Η ήττα δεν είναι ούτε ηρωική ούτε δραματικά εξιδανικευμένη. Αντίθετα, εμφανίζεται διάχυτη και καθημερινή, σιωπηλή και εσωτερικευμένη. Στο Η καγκελόπορτα η ήττα δεν εκδηλώνεται σε μεγάλες σκηνές αλλά σε μικρές, επαναλαμβανόμενες παραιτήσεις. Πρόκειται για μια αντιηρωική αναπαράσταση της ιστορίας, όπου η ήττα γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Η γραφή του Φραγκιά είναι ιδιαίτερα απαιτητική, γιατί δεν αθωώνει ούτε τη μία ούτε την άλλη πλευρά. Αντιθέτως, ασκεί κριτική τόσο προς το μετεμφυλιακό καθεστώς για τη βία, τον φόβο και την καταστολή, αλλά την ίδια στιγμή και προς τους ηττημένους για την αδράνεια, την ηθική φθορά, τη μετατροπή της ήττας σε μόνιμη στάση. Αυτό είναι το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο το, το ότι δεν επιτρέπει την εύκολη ηθική ταύτιση.
Στον Φραγκιά παρατηρούμε μια κρίσιμη μετάβαση από τη συλλογικότητα (Αντίσταση, κοινός αγώνας) στην ατομικότητα (μοναξιά, φόβος, επιβίωση). Αυτός ο μετασχηματισμός πραγματοποιείται μέσω της απομόνωσης των ηρώων, της διάλυσης των κοινωνικών δεσμών και της εσωτερίκευσης της ήττας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ιστορία δεν βιώνεται πλέον ως κοινό γεγονός, αλλά ως προσωπικό τραύμα και, πρωτίστως, ως εσωτερική σύγκρουση.
Β. Ο φόβος και η ανθρώπινη κατάσταση
Ο φόβος στον Φραγκιά λειτουργεί ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, τα οποία δεν διαχωρίζονται αλλά αλληλοδιεισδύουν. Αφενός, είναι σαφώς μια πολιτική συνθήκη. Στο πλαίσιο της μεταπολεμικής κοινωνίας, ο φόβος παράγεται από την εξουσία, οργανώνεται μέσα από την καταστολή και διαχέεται στην καθημερινότητα. Δεν περιορίζεται στις πράξεις των ανθρώπων, αλλά επεκτείνεται στη σκέψη και στη συνείδησή τους. Με αυτή την έννοια, ο φόβος αποτελεί εργαλείο ελέγχου. Αφετέρου -και εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της γραφής του- ο φόβος μετατρέπεται σε υπαρξιακή συνθήκη. Παύει να είναι απλώς εξωτερική πίεση και γίνεται εσωτερική κατάσταση. Οι ήρωες δεν φοβούνται μόνο επειδή απειλούνται· φοβούνται γιατί έχουν μάθει να φοβούνται. Ο φόβος γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Σε αυτό το σημείο αποκτά σημασία η διάκριση ανάμεσα στον φόβο και τη δειλία. Ο Φραγκιάς δεν παρουσιάζει τους ήρωές του ως δειλούς με την ηθική έννοια. Δεν προδίδουν συνειδητά τις αξίες τους. Ωστόσο, ο φόβος τούς ακινητοποιεί. Έτσι δημιουργείται μια τραγική αντίφαση: η ηθική συνείδηση παραμένει, αλλά η πράξη ακυρώνεται. Από αυτή την ακινησία προκύπτει μια δεύτερη, ακόμη πιο λεπτή μετατόπιση: η μετάβαση από τον φόβο στη ντροπή. Όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν ενεργεί, ότι δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που θεωρεί σωστό, τότε ο φόβος εσωτερικεύεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε ντροπή. Η ντροπή, σε αντίθεση με τον φόβο, δεν αφορά την απειλή από τον άλλον, αλλά τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του.
Εδώ βρίσκεται και το ζήτημα της «ζωής» ως επιβίωσης. Στο σύμπαν του Φραγκιά, και ιδιαίτερα στο έργο Η καγκελόπορτα, η ζωή συρρικνώνεται σε μια βιολογική λειτουργία. Οι ήρωες επιβιώνουν, αλλά δεν ζουν με την πλήρη έννοια της συμμετοχής, της πράξης και της σχέσης. Η απώλεια της καθημερινότητας, της εργασίας, της κοινωνικότητας οδηγεί σε μια μορφή υπαρξιακής απονέκρωσης.
Άραγε, μπορεί να υπάρξει ηθική στάση χωρίς δυνατότητα δράσης; Ο Φραγκιάς φαίνεται να απαντά με έναν τρόπο αμφίσημο. Από τη μία, αναγνωρίζει ότι η ηθική πρόθεση δεν αρκεί. Χωρίς πράξη, η ηθική κινδυνεύει να καταστεί αδρανής, ακόμη και να φθαρεί. Από την άλλη, δεν ακυρώνει πλήρως την εσωτερική στάση. Η διατήρηση της συνείδησης, ακόμη και χωρίς πράξη, αποτελεί ένα είδος ελάχιστης αντίστασης. Ωστόσο, το έργο του υπονοεί ότι η πλήρης αποκατάσταση του ανθρώπου προϋποθέτει την επιστροφή στην πράξη — όχι απαραίτητα ως πολιτική δράση, αλλά ως επανασύνδεση με τον κόσμο, με την εργασία, με την καθημερινότητα.
Με δυο λόγια, ο φόβος στον Φραγκιά ξεκινά ως πολιτικό εργαλείο, αλλά καταλήγει να διαμορφώνει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Συνεπώς, το μεγάλο διακύβευμα δεν είναι μόνο η επιβίωση, αλλά η δυνατότητα να ξαναγίνει κανείς ενεργό υποκείμενο της ζωής του.
Γ. Μορφή, αφήγηση και χαρακτήρες
Ο Φραγκιάς αναδομεί ριζικά την έννοια του ήρωα, απομακρυνόμενος από την παραδοσιακή, ενεργητική και ηρωική μορφή. Στο εξεταζόμενο έργο, ο ήρωας δεν ορίζεται από τη δράση, αλλά από την αδυναμία δράσης. Ο Άγγελος μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντι-ήρωας, αλλά με μια σημαντική διευκρίνιση: δεν είναι αντι-ήρωας επειδή στερείται ηθικών αξιών ή επειδή είναι κυνικός. Αντίθετα, διατηρεί μια εσωτερική ηθική στάση. Αυτό που τον καθιστά αντι-ηρωικό είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί να μετατρέψει αυτή τη στάση σε πράξη. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν ήρωα της αναστολής, όχι της απόφασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ακινησία λειτουργεί ως βασικός δραματικός μηχανισμός. Εκεί όπου σε ένα παραδοσιακό αφήγημα η ένταση προκύπτει από τη δράση, εδώ προκύπτει από την αναβολή της δράσης. Η καθυστέρηση, η διστακτικότητα, η αδυναμία μετάβασης στην πράξη δημιουργούν ένα είδος εσωτερικής έντασης. Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί «τι θα γίνει», αλλά «αν θα γίνει ποτέ κάτι». Η αγωνία μετατοπίζεται από το εξωτερικό γεγονός στην εσωτερική διεργασία.
Παράλληλα, ο χώρος της αυλής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Από τη μία πλευρά, λειτουργεί ρεαλιστικά: πρόκειται για έναν αναγνωρίσιμο χώρο της λαϊκής αστικής ζωής της εποχής. Από την άλλη, υπερβαίνει τον ρεαλισμό και αποκτά αλληγορική διάσταση. Η αυλή γίνεται ένας κλειστός μικρόκοσμος, ένας χώρος επιτήρησης, φόβου και συμβίωσης, που αντανακλά τη δομή της ευρύτερης κοινωνίας. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η αυλή είναι ταυτόχρονα ένας συγκεκριμένος κοινωνικός χώρος και μια συμπύκνωση της ιστορικής εμπειρίας.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Φραγκιάς μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τον «μεγάλο» ήρωα και τα «μεγάλα» γεγονότα προς τον καθημερινό άνθρωπο και τις μικρές, σχεδόν αόρατες ρωγμές της ύπαρξής του. Συνολικά, η αναδόμηση του ήρωα στον Φραγκιά συνίσταται στο εξής: ο ήρωας δεν είναι πια αυτός που πράττει, αλλά αυτός που συνειδητοποιεί την αδυναμία του να πράξει — και ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνειδητοποίηση αναδύεται το τραγικό στοιχείο.
Δ. Σύγχρονες προσλήψεις
Το ερώτημα «γιατί να διαβάσουμε σήμερα τον Αντρέα Φραγκιά» δεν είναι απλώς φιλολογικό· είναι βαθιά σύγχρονο. Και η απάντηση βρίσκεται στο ότι το έργο του, ενώ γεννιέται από μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, κατορθώνει να προσεγγίσει δομικές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας που παραμένουν ενεργές.
Πρώτα απ’ όλα, ο φόβος. Ακόμη και σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια, ο φόβος συνεχίζει να λειτουργεί όχι μόνο ως αντίδραση σε εξωτερικές απειλές, αλλά και ως μηχανισμός αυτοπεριορισμού. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι ο φόβος δεν είναι απλώς μια ιστορική συνθήκη· είναι μια επαναλαμβανόμενη ανθρώπινη συνθήκη.
Δεύτερον, το έργο του μπορεί να συνομιλήσει ουσιαστικά με σύγχρονες θεωρίες τραύματος. Η εμπειρία της ήττας και της καταστολής δεν παρουσιάζεται ως ένα γεγονός που ανήκει στο παρελθόν, αλλά ως κάτι που εγγράφεται στη συνείδηση και επιβιώνει μέσα στον άνθρωπο. Το τραύμα στον Φραγκιά δεν είναι μόνο μνήμη· είναι τρόπος ύπαρξης. Οι ήρωες δεν «θυμούνται» απλώς — ζουν μέσα σε μια συνεχή κατάσταση ψυχικής έντασης, απομόνωσης και αδυναμίας. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται πολύ κοντά σε σύγχρονες αντιλήψεις που βλέπουν το τραύμα ως διαρκή παρουσία και όχι ως κλειστό κεφάλαιο.
Τέλος, το ζήτημα της ήττας αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Στον Φραγκιά, η ήττα δεν είναι μόνο πολιτική ή στρατιωτική. Είναι υπαρξιακή: αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, την πράξη και την αξιοπρέπειά του. Αν μεταφέρουμε αυτή την έννοια στο σήμερα, μπορούμε να δούμε την ήττα όχι απαραίτητα ως μια μεγάλη ιστορική αποτυχία, αλλά ως μια πιο διάχυτη εμπειρία: αίσθηση αδυναμίας, απομάκρυνση από τη συλλογικότητα, περιορισμός της δράσης. Με αυτή την έννοια, η «ήττα» μπορεί να ιδωθεί ως μια κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος δεν παύει να υπάρχει, αλλά παύει να συμμετέχει ενεργά στη ζωή του.
Κοντολογίς, διαβάζουμε σήμερα τον Φραγκιά γιατί μας επιτρέπει να σκεφτούμε ξανά βασικά ερωτήματα: τι σημαίνει να φοβάσαι, τι σημαίνει να ηττάσαι και, κυρίως τι σημαίνει να ζεις μέσα σε συνθήκες που περιορίζουν τη δυνατότητα δράσης. Και ίσως αυτό είναι το πιο επίκαιρο στοιχείο του: δεν μας δίνει εύκολες απαντήσεις, αλλά μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά.
(*) Ο Δημήτρης Α. Χριστόπουλος είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας – Συγγραφέας
Αντρέας Φραγκιάς, Η καγκελόπορτα, Ποταμός
![]()





















