Δήμητρα Διδαγγέλου (*)
Ήταν 25η Μαρτίου. Το θυμάμαι. Δεν περίμενα τίποτα, κι όμως κάθε μέρα έλεγχα το γραμματοκιβώτιο. Το βράδυ που επέστρεφα από το γραφείο, πριν βάλω το κλειδί στην πόρτα του σκοτεινού διαδρόμου που κατέληγε στο ασανσέρ και πατήσω το κουμπί για τον πέμπτο, στριφογύριζα στην τσέπη το μικρό κλειδί δίπλα από το στυλό μινιατούρα, το έβγαζα στο φως, το βουτούσα στην κλειδαριά, το κουνούσα αριστερά, το έστριβα δεξιά, πάντα σκάλωνε κι ας ήταν του κουτιού, ώσπου μόλις σταματούσα κάθε προσπάθεια, σαν κι εκείνο να είχε κουραστεί να αντιστέκεται, υπέτασσε συνωμοτικά το μεταλλικό πορτάκι που σχεδόν αυτόματα άνοιγε σαν γκαραζόπορτα, αποκαλύπτοντας το συμπαγές σκοτάδι μέσα του. Έμοιαζε με στόμα φάλαινας. Αν ήταν αργά τη νύχτα, μερικές φορές μου φάνταζε και στόμα καρχαρία που με ένα κλείσιμο μπορούσε να μου κόψει το χέρι.
Τρεις μήνες σ’ αυτή τη χώρα, το καλογυαλισμένο κουτί στην είσοδο πάντα άδειο. Ούτε δείγμα από φάκελο, γράμμα, μισή επιστολή. Κανείς δεν περίμενε τίποτα από εμένα, δεν περίμενα τίποτα από κανέναν. Στο μεταίχμιο της ανυπαρξίας. Λες και είχα πάει σε μια χώρα που δεν υπήρχε και μαζί της είχα σταματήσει να υπάρχω κι εγώ.
Με εκείνο το αόρατο χάος μέσα στο κουτί γνωριστήκαμε σιγά σιγά, μού έγινε οικείο, όπως και το χάος μέσα μου εκείνες τις μέρες. Μέρα-νύχτα, ανελλιπώς, άνοιγα τελετουργικά το κουτί μόλις κατέβαινα και πριν ανέβω στο διαμέρισμα. Ήξερα ότι δεν θα βρω τίποτα, ούτε εκεί, ούτε στο διαμέρισμα, ούτε πίσω στην πατρίδα.
Ήταν 25η Μαρτίου. Το θυμάμαι γιατί ήταν η μέρα που στην Ελλάδα ήταν όλοι έξω για καφέ, όμως για μένα για πρώτη φορά ήταν ακόμα μια μέρα στη δουλειά. Ξέχασα να πάρω τηλέφωνο τις Ευαγγελίες, τους Βαγγέληδες, τους ξέχασα όλους.
Ήδη από τη στροφή στην κατηφόρα, καμιά κατοσταριά μέτρα πριν από την είσοδο της πολυκατοικίας, άρχισα να παίζω νευρικά ανάμεσα στα δάχτυλά μου το κλειδάκι. Σαν να το ζέσταινα για να κάνει πιο εύκολα τη δουλειά, να μην κολλήσει αυτή τη φορά.
Το στριφογύρισα μια -δυο φορές, εκείνη τη μέρα άνοιξε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Συνηθισμένος πια, τις περισσότερες φορές ούτε καν κοίταζα το κενό του που είχε γίνει μίζερο. Το άνοιγα και το έκλεινα αυτόματα. Δεν θυμάμαι αν την προηγούμενη μέρα είχα κοιτάξει καλά μέσα ή αν απλά το είχα ανοίξει και το έκλεισα. Ίσως αυτός ο φάκελος να ήταν εκεί από μέρες και να μην τον είχα προσέξει.
Τον τράβηξα έξω αργά, τον άνοιξα με απαλές, προσεκτικές κινήσεις. Διαφημιστικό του Carrefour. Το χαμόγελο διαγράφηκε σαν να είχα κερδίσει τον πρώτο λαχνό στο λαχείο. Κάποιος γνώριζε τη διεύθυνσή μου, κάποιος άλλος διάβασε αυτή τη διεύθυνση, το όνομά μου από κάτω, συνδύασε τις πληροφορίες και έριξε τον φάκελο μέσα στο ευλογημένο το κουτί. Υπήρχα σ’ αυτή τη χώρα.
Καρφίτσωσα τον φάκελο με μια πινέζα στον χάρτη της Ευρώπης πάνω από τον καναπέ. Ακριβώς πάνω από τη νέα χώρα. Τη χώρα με το νέο σπίτι και το όχι άδειο γραμματοκιβώτιο στη νέα διεύθυνση. Η πρώτη μέρα που το σπίτι έγινε σπίτι μου. 25η Μαρτίου ήταν, το θυμάμαι. Η μέρα της απελευθέρωσης.
(*) H Δήμητρα Διδαγγέλου είναι Ψυχολόγος, M.Sc. Ψυχολογία & Μ.Μ.Ε., Υποψ. Διδακτόρισσα Τμ. Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Γάνδης











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










