Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ Ελληνική τζαζ: Πρωτοχρονιά με ένα βιβλίο και τους καλύτερους δίσκους του...

Ελληνική τζαζ: Πρωτοχρονιά με ένα βιβλίο και τους καλύτερους δίσκους του 2025 (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
2650
Spread the love

 

του Γιάννη Μουγγολιά

 

Έλληνες δημιουργούς και μουσικούς επιλέγουμε να ακούσουμε αυτές τις τελευταίες μέρες του 2025 υποδεχόμενοι το νέο έτος. Έλληνες μουσικούς της τζαζ που έχουν τον ρόλο των επικεφαλής σημαντικών συγκροτημάτων, στα οποία συμμετέχουν Έλληνες και ξένοι ομότεχνοί τους αλλά και Έλληνες μουσικούς που συμμετέχουν σε δίσκους διεθνώς αναγνωρισμένων ξένων μουσικών. Μια ηχητική περιήγηση στο ταλέντο, τη δεξιοτεχνία, τις ιδέες, την αυτοσχεδιαστική ενέργεια Ελλήνων μουσικών της τζαζ όπως κατατέθηκε στους καλύτερους δίσκους οι οποίοι κυκλοφόρησαν τη χρονιά που μόλις φεύγει. Μαζί με τις εξαιρετικές αυτές μουσικές κρατάμε ένα θαυμάσιο βιβλίο που κυκλοφόρησε στην εκπνοή του 2025 και συμπυκνώνει την 100ετή ιστορία της ελληνικής τζαζ. Καλωσορίζουμε λοιπόν το 2026 με τον καλύτερο τρόπο. Με τρόπο ελληνικό και τρόπο τζαζ, διαβάζοντας και ακούγοντας.

 Φώντας Τρούσας «100 χρόνια ελληνική τζαζ» (εκδ. όγδοο)

Λίγες μέρες πριν τη δύση του 2025 κυκλοφόρησε το περίπου 450 σελίδων πόνημα του γνωστού μουσικοκριτικού, συντάκτη για θέματα μουσικής και όχι μόνο και συγγραφέα Φώντα Τρούσα, που αποτελεί το τέταρτο βιβλίο του και δεύτερό του μέσα στο 2025 μετά το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ΄60 (μία αντι-ανάγνωση)» επίσης από τις εκδόσεις Όγδοο. Ο Φώντας Τρούσας αφιέρωσε το βιβλίο του στη μνήμη του Γιώργου Χαρωνίτη που μέσα στην ίδια χρονιά έφυγε από κοντά μας, στενού συνεργάτη του για πολλά χρόνια στο περιοδικό Jazz&Τζαζ, η ιστορία του οποίου κατέχει τον δικό της σεβαστό χώρο στις σελίδες του βιβλίου.

Ο συγγραφέας συγκεντρώνει εδώ κείμενά του γραμμένα στο παρελθόν στο «Jazz&Τζαζ», στο blog του «δισκορυχείον» και στο lifo.gr, πλήρως επικαιροποιημένα εμπλουτισμένα με νέα στοιχεία ενώ γράφει και νέα πρωτότυπα κείμενα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Ο Φώντας Τρούσας σε αυτόν τον πλήρη οδηγό του για την ελληνική τζαζ προχωρά με συστηματικό, τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο στην κατάθεση ενός συναρπαστικού πορτρέτου της όπως διαμορφώθηκε από τους καιρούς του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού μέχρι τις ημέρες μας και τη σύγχρονη και αυτοσχεδιαστική τζαζ μέσα από την παράθεση πλήθους πληροφοριών, συμβάντων, συναυλιακών και δισκογραφικών δράσεων, καθοριστικών σταθμών, εξεχόντων δημιουργών που άφησαν καίριο αποτύπωμα, επιδιώκοντας ένα ομολογουμένως εντυπωσιακό οδοιπορικό στην ιστορία της ελληνικής τζαζ. Ο συγγραφέας ωστόσο αποδεικνύοντας και εδώ τη γνωστή πληρότητα που διακρίνει τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματα της ερευνητικής του δουλειάς, επεκτείνει τα χρονικά όρια της ελληνικής τζαζ προς τα πίσω, αρκετά πριν από τις παραδεκτές έως σήμερα απόψεις περί γέννησης της τζαζ ανιχνεύοντάς τα έναν αιώνα πριν. Σε πολύ πρόωρες παραστάσεις του μουσικού θεάτρου και επιθεωρήσεις όπως τις «Τζαζ Μπαντ» (1928) των Συλβίου και Λαίλιου Καρακάση, «Ο Νέγρος» (1928) του Ι. Κομνηνού, «Τζαζ» (1938-39) του Marcel Pagnol καθώς και τις απαρχές των ζωντανών εμφανίσεων τζαζ καλλιτεχνών στην Ελλάδα όπως του Sidney Bechet στην Αθήνα το 1927. Εμφανίσεις που συνεχίστηκαν με την έλευση στο Παλλάς της Αθήνας της θρυλικής μαύρης αρτίστας Josephine Baker και της 14μελούς τζαζ ορχήστρας Baker Boys τον Φεβρουάριο του 1934 στην πρώτη μεγάλη τζαζ συναυλία επί ελληνικού εδάφους. Για τα πρώτα χρόνια της τζαζ στην Ελλάδα ο αναγνώστης για παράδειγμα μαθαίνει για την ίδρυση το 1946, αμέσως μετά την Κατοχή της Ρυθμικής Λέσχης στην Αθήνα από λάτρεις της τζαζ, μιας λέσχης βραχύβιας που έκλεισε τον κύκλο ζωής της το 1951 όταν τα νεώτερα μέλη της κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη θητεία τους.

Στην χρονική μετατόπιση των απαρχών και της ελληνικής τζαζ δισκογραφίας προς τα πίσω, πολύ πιο πίσω από το 1979 που μέχρι πριν κάποια χρόνια λογιζόταν ως το δισκογραφικό βάπτισμα του πυρός του είδους με την έκδοση τoυ δίσκου «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» των Σάκη Παπαδημητρίου και Φλώρου Φλωρίδη και του ομώνυμου δίσκου των Sphinx, βρίσκουμε την τζαζ διαδρομή του Μίμη Πλέσσα στις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 (δισκογραφικό αποτύπωμα: «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda»-1965), τις πορείες μουσικών και συνθετών όπως οι Γιάννης Σπάρτακος, Μανώλης Μικέλης, Νίκυ Γιάκοβλεκ, Κώστας Καπνίσης, Λεβ, Γεράσιμος Λαβράνος, Γιώργος Μουζάκης, Κώστας Κλάββας, Γιώργος Θεοδοσιάδης τραγουδιστών όπως οι Τζίμης Μακούλης, Τώνης Μαρούδας, Ρένα Βλαχοπούλου, Μαίρη Λω έχοντας και σημαντικά τζαζ στοιχεία στο έργο τους.

Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός πολύ ενδιαφερόντων θεμάτων όπως «Η τζαζ στη Σοβιετική Ένωση ως προϊόν του “ελεύθερου κόσμου” και η σχετική προπαγάνδα στην Ελλάδα της εποχής», οι ιστορικές τζαζ συναυλίες του Dizzy Gillespie (Θέατρο Κοτοπούλη, 1956), Louis Armstrong (αίθουσα Ορφεύς, 1959), Red Nichols and His Five Pennies (Θέατρο Κεντρικόν, 1960), Frank Sinatra (Ηρώδειο, 1962), Stan Getz (Θέατρο Λυκαβηττού/Στοά Αττάλου, 1967), «Οι Τάσος Χαλκιάς και Benny Goodman στη Νέα Υόρκη στο μέσο του 60», «Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και η σχέση του με την τζαζ», «Oliver Nelson-Μίκης Θεοδωράκης, Νάνα Μούσχουρη-Quincy Jones», οι αναφορές σε τέσσερις σημαντικές περιπτώσεις-ερμηνευτές του ελαφρού και τζαζ τραγουδιού (Φώτη Δήμα, Τζένη Βάνου, Μαίρη Μόντ και Γιάννη Βογιατζή) σε ειδικά κεφάλαια, «Θεσσαλονίκη και τζαζ» με στοιχεία της ιστορίας αλλά και της προϊστορίας της τζαζ στη συμπρωτεύουσα, τον ρόλο του Σάκη Παπαδημητρίου, κεφαλαιώδους μορφής του χώρου στην Ελλάδα και όχι μόνο, για τη γνωριμία του κοινού με την τζαζ μέσω της Λέσχης Τζαζ και Ποπ από το 1973, θυγατρικής της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας Τέχνη (ίδρυση: 1951), του συγκροτήματος της Λέσχης Jo-Ba-Sa (Γιάννης Καμπούρογλου, Βασίλης “Basil” Οικονομόπουλος, Σάκης Παπαδημητρίου), των βιβλίων του, των γραπτών του στη θρυλική «Διαγώνιο» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, των ραδιοφωνικών του εκπομπών από τα προγράμματα της ελληνικής ραδιοφωνίας και γενικότερα της πολυποίκιλης και πληθωρικής δραστηριότητάς του που εκτεινόταν πέραν της ιδιότητας του μουσικού αγγίζοντας κάθε πτυχή υποστήριξης και ενθάρρυνσης της τζαζ. Σε κάθε περίπτωση η προσωπικότητα του Σάκη Παπαδημητρίου διαπερνά πολλές και διαφορετικές σελίδες του βιβλίου και δικαίως αφού η προσφορά του στην ελληνική τζαζ είναι ανεκτίμητη. Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του συγγραφέα στη διάλεξη «Μια υπεράσπιση της τζαζ» που έδωσε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1953 στο εντευκτήριο της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών χαρακτηρίζοντας ο ίδιος την τζαζ «πανούκλα-το λιγότερο. Πανούκλα για τους πάντες» σε κείμενό του στο περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις».

Στο βιβλίο δεν θα μπορούσαν να λείπουν στο κεφάλαιο της δεκαετίας ΄70 κεφάλαια για τον Γιώργο Μπαράκο και το ιστορικό του κλαμπ στην Αθήνα, τον κιθαρίστα Αποστόλη Άνθιμο με σημαντική δράση στην Πολωνία, τον Γερμανό κοντραμπασίστα και αυτοσχεδιαστή Peter Kowald και τις περιπέτειές του στη χώρα μας κ.α. και στο κεφάλαιο της δεκαετίας του ΄80 εκτός των Ελλήνων μουσικών που κυριάρχησαν τότε οι διοργανώσεις σημαντικών τζαζ φεστιβάλ όπως “Praxis Jazz” του Κώστα Γιαννουλόπουλου, Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης με σημαντική ανάμειξη του Φλώρου Φλωρίδη στον καλλιτεχνικό σχεδιασμό, η συνεισφορά του Θάνου Μικρούτσικου στην προώθηση της τζαζ, τα ιστορικά live του Keith Jarrett στον Λυκαβηττό, της Sun Ra Arkestra στο Θέατρο Ορφέας στην Αθήνα και του Miles Davis στον Λυκαβηττό.

Όσο περνούν τα χρόνια τα ονόματα των Ελλήνων μουσικών της τζαζ πληθαίνουν και καλύπτονται με επάρκεια και ξεχωριστή φροντίδα από τον συγγραφέα. Υπάρχουν ειδικά κεφάλαια για τους Ανδρέα Γεωργίου, Γιώργο Μεταξά, Θοδωρή Ρέλλο, Γιώργο Κοντραφούρη, Πέτρο Λούκα Χαλκιά και το πρότζεκτ «Έλληνες & Ινδοί», Σάκη Παπαδημητρίου-Φλώρο Φλωρίδη, Κυριάκο Σφέτσα, Μιχάλη Σιγανίδη, Χρήστο Γερμένογλου, Πέτρο Κλαμπάνη, Τάνια Γιαννούλη.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει λεπτομερής κατάλογος δισκογραφίας της ελληνικής τζαζ από τα 1960ς έως σήμερα.

Μια πολύ σημαντική έκδοση που ανεξάρτητα του πλούτου της πληροφορίας που παρέχει, αξίζει να την αντιμετωπίσει ο αναγνώστης με ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνοντας υπόψη του τις προθέσεις του συγγραφέα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δανείζομαι κι αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του προλογικού του σημειώματος, ενδεικτικού των προθέσεων αυτών:

«Σέβομαι όλους τους μουσικούς της ελληνικής τζαζ, παλαιότερους και νεότερους, γιατί έχουν κοπιάσει για να φθάσουν εκεί που έφθασαν. Πολλά χρόνια σπουδών, σε ωδεία και πανεπιστήμια (αυτό ισχύει περισσότερο για τις νεότερες γενιές), άπειρες ώρες σε πάλκα και στούντιο, συνεχής επιμόρφωση σε πολλές διαστάσεις, ώστε να εξελιχθούν και σαν συνθέτες, και σαν αυτοσχεδιαστές, και βεβαίως σαν οργανοπαίκτες. Και σαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες πάνω απ΄ όλα – να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό. Τους αξίζουν τα καλύτερα! Γι΄ αυτούς, εξάλλου, γράφω εδώ μέσα (ζώντες και τεθνεώτες), και βεβαίως για όλους εμάς, που ενδιαφερόμαστε για την ιστορία τους, παρακολουθώντας την πορεία και την εξέλιξη των νεότερων…

…Το βιβλίο αυτό, ανάμεσα σε ό,τι άλλο, επιθυμεί να δώσει επιπρόσθετη αξία στους αληθινούς μουσικούς και όχι στα υποκατάστατα της τεχνητής νοημοσύνης. Σ΄ εκείνους που μελετούν νυχθημερόν τα όργανά τους και που αντιλαμβάνονται το τι σημαίνει μια μουσική πράξη στο πάλκο ή το στούντιο – και οι μουσικοί της τζαζ είναι τέτοιοι».

 b «Mob ΙΙ» (Veego Records)

Δεύτερο στούντιο άλμπουμ για το πολλά υποσχόμενο τρίο των MΟb (Μάριου Βαληνάκη-σαξόφωνο, συνθεσάιζερ, εφέ, Αλέξη Δελή-μπάσο, κοντραμπάσο, εφέ και Παναγιώτη Κωστόπουλου-ντραμς που συστάθηκαν το 2019), δυο χρόνια μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο τους «I» που ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του 2023 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και άφησε πολλές ελπίδες καταθέτοντας μια πολύ φρέσκια και δυναμική άποψη που μπορούσε να σταθεί με αξιοπρέπεια και ιδιαίτερες αξιώσεις σε διεθνές επίπεδο.

Θα μπορούσε κανείς να το πει ως μοντέρνα τζαζ αλλά βέβαια θα άφηνε εκτός ουσιαστικής αναφοράς πλήθος επιρροών και στιλιστικών περιοχών που ενεργοποιούνται σε αυτό το δεύτερο άλμπουμ από το ελληνικό τρίο συνεισφέροντας όχι μόνο σε επίπεδο φόρμας αλλά και περιεχομένου προκειμένου να διατυπώσουν το όραμά τους και την πηγαία, κατακλυσμιαία μουσική τους η οποία πλημμυρίζει τις αισθήσεις.

Επτά κομμάτια εξαιρετικής ενέργειας, ντελιριακών ρυθμών που σε σημεία δονούνται από μια έντονη χορευτική διάθεση και απηχούν ένα απόλυτα σημερινό άκουσμα που μπορεί να μην αποτελεί παρθενογένεση ωστόσο σίγουρα κατορθώνει να στρέψει την αυξημένη προσοχή πάνω του. Οι τρεις σπουδαίοι μουσικοί που ακούγονται σαν κάτι πολύ πιο πληθωρικό σε οργανικό όγκο και πυκνότητα από τα όργανα που παίζουν, αλλά και σαν μια ενωμένη και συμπαγή ομάδα σπάνιας συνοχής, αγγίζουν ζηλευτά, υποδειγματικά παιξίματα χωρίς στιγμή να παγιδεύονται σε ακαδημαϊκή στειρότητα. Αντιθέτως έχοντας διευρυμένες τις πηγές που αντλούν έμπνευση και δράση με καθοριστικά στοιχεία από punk, rap, hip hop, electronica, free jazz, spiritual jazz, progressive χώρους, ακροβατούν οριακά ανάμεσα στα είδη και συνθέτουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό που φέρει αποκλειστικά την προσωπική τους σφραγίδα και απομακρύνει ως ανεπιτυχή και άκαιρη κάθε προσπάθεια κατάταξής τους σε κάποιο συγκεκριμένο είδος ή έστω σε κάποια υφολογική συνιστώσα. Ο ήχος των MΟb είναι βρίσκει διέξοδο και έκφραση μόνο μέσα από τις δικές τους περιπέτειες στο πλαίσιο τόσο μιας ιδιαίτερης αισθητικής όσο και μιας αυτοσχεδιαστικής λειτουργίας. Κατ΄ αυτή την έννοια ο χαρακτηρισμός περί τζαζ έχει περισσότερο να κάνει με τις ανοικτές φόρμες στις οποίες κινείται η δημιουργική τους διάθεση και το δαιμόνιο, πολυποίκιλο κριτήριό τους. Πρόκειται για μια ανεξάντλητη μηχανή παραγωγής ευρηματικών ιδεών, πειραματισμού, σκοτεινών συχνά ατμοσφαιρών, ιδιοσυγκρασιακών «κινηματογραφικών» ηχοτοπίων, ροκ αλχημειών, ασύλληπτων ρυθμικών όγκων και αβανγκάρντ ψυχεδέλειας.

Κορυφαία κομμάτια: το «333» που εισάγεται με no wave αισθητική, punk παρασπονδίες, ηχητικά παραληρήματα γεμάτα ρυθμό, ένταση και νεανικό πάθος θυμίζοντας πειράματα των ΄80ς, συγκοπτόμενα κρουστά παιγμένα με πολύ σημερινό τρόπο, το οποίο μαρτυρά μια μπάντα γεμάτη νεύρο και γερές δόσεις αδρεναλίνης, το εναρκτήριο «Tipping Point» με τα εκκωφαντικά «πυροβολικά» ντραμς του Κωστόπουλου, το σαξόφωνο του Βαληνάκη σε ηχητική αποδιοργάνωση, το μπάσο του Δελή και τις στρεβλές παραβιάσεις όλων των μουσικών ειδών  στα ηλεκτρονικά να μας εισάγουν στα εφιαλτικά αστικά σκηνικά μέσω μιας άκρως μοντέρνας και συναρπαστικής διαδρομής που καταλήγει σε ένα κλείσιμο με ραδιοφωνικά παραμορφωτικά σήματα και το αριστουργηματικό spiritual «The Listener» με την ambient εισαγωγή, ένα κομμάτι-φόρο τιμής στον σπουδαίο φλαουτίστα και πνευματικό γκουρού Yusef Lateef, το οποίο αντανακλά όλο το χάσιμο και την υπερβατική δύναμη της προσευχής και στην πορεία εξελίσσεται σε ένα υπέροχο track όπου όλα τα όργανα συντονίζονται σε έναν έξοχο οργανικό διάλογο με τα φωνητικά να σβήνουν στα πλήκτρα. Το ποίημα «The heart» του Lateef που ακούγεται προέρχεται από το ντοκιμαντέρ των Nicolas Humbert και Werner Penzel «Brother Yusef – a chamber film with Yusef Lateef» (2005).

Αξίζει να αναφέρουμε τη συμμετοχή στα φωνητικά του Waking Monkey στα «Tipping Point» και «Encounters» αλλά και του Άγγελου Πολυχρόνου στα κρουστά και ομάδας συμμετεχόντων στα φωνητικά του «The Listener». Η παραγωγή είναι των MOb, με μίξη από τον Bruno Ellingham (με δείγματα δουλειάς με τους Massive Attack, UNKLE, New Order) και τον Malcolm Catto (δουλειές με τους Heliocentrics, DJ Shadow, Madlib). Ο δίσκος κυκλοφορεί εκτός από το κλασικό βινύλιο και σε ασπρόμαυρο splatter βινύλιο.

Sokratis Sinopoulos-Yann Keerim «Topos» (ΕCM)

Ηχογραφημένο τον Φεβρουάριο του 2024 στην Αθήνα από τον Manfred Eicher το άλμπουμ «Topos» που κυκλοφόρησε σε cd τον Οκτώβριο του 2025, μας παρουσιάζει την τέχνη του ντούο μέσα από τη δημιουργική συνύπαρξη δυο σπουδαίων μουσικών, του λυράρη Σωκράτη Σινόπουλου και του πιανίστα Yann Keerim μέσα από το έγκριτο δισκογραφικό βήμα της διεθνούς ECM δίνοντας τη δυνατότητα στο υλικό τους να γνωρίσει ένα ευρύτατο κοινό σε παγκόσμια εμβέλεια.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι δυο μουσικοί βρίσκουν στέγη και δημιουργική διέξοδο στην ECM αφού έχουν προηγηθεί τα άλμπουμ του Sokratis Sinopoulos Quartet «Eight winds» και «Metamodal» που κυκλοφόρησαν το 2015 και το 2019 αντίστοιχα συναντώντας την πολύ θερμή υποδοχή της διεθνούς κριτικής. Στο τρίτο του αυτό διεθνές δισκογραφικό βήμα του ο Σωκράτης Σινόπουλος παίζει τρίχορδη λύρα ξεφεύγοντας από τους περιορισμούς και τα συγκεκριμένα πλαίσια που θέτει η πολίτικη λύρα. Με την εμπειρία και τη σπάνια δεξιοτεχνία που έχει αποκτήσει αντλώντας από τους χώρους της παραδοσιακής μουσικής και όχι μόνο και συναντά τον Γιαννιώτη πιανίστα Γιάννη Κυριμκυρίδη που τον συνοδεύει θαυμάσια στα πλήκτρα. Οι δυο τους ενεργοποιούν πανέμορφους μουσικούς τόπους που συνδυάζουν τις παραδοσιακές καταβολές, την ευρωπαϊκή φολκ παράδοση και την τζαζ δωματίου. Ήχος γεμάτος, πληθωρικός, έντονων λυρικών φορτίων, ανεπαίσθητων ψιθύρων αλλά και μιας αφοπλιστικής μελωδικότητας που αποκτά διαρκώς νέα πρόσωπα κινούμενη από τις ελληνικές παραδοσιακές νύξεις των «Vlachia» «Valley» και την μπλουζ ρυθμικότητα της «Romanian Polka» στην ελλειπτικότητα του  «Sash Dance», τη ζωηρή εξωστρέφεια του «Fast Dance» και βεβαίως στα ευφάνταστα «In One Spot», «Fast Dance» και «Stick Dance» που αποτελούν ελεύθερες εκδοχές εμπνευσμένες και βασισμένες στους «Romanian Folk Dances» του Bella Bartok.

Ένα υπέροχο άλμπουμ που βουτώντας στην παράδοση, αναδύεται ως λόγιο κομψοτέχνημα που διερευνά τις αστείρευτες αναζητήσεις ενός κορυφαίου δημιουργού και δεξιοτέχνη σε ένα άλλο επίπεδο όπου συναντώνται βυζαντινές ρίζες, κλασική ταυτότητα και τζαζ ελευθερία. Το πολύ ενδιαφέρον στο άλμπουμ αυτό είναι ο τρόπος που αναδεικνύεται η προσωπικότητα του μουσικού αυτού μέσα από την ακουστική φυσιογνωμία του συγκεκριμένου ντουέτου (λύρα-πιάνο). Η δυναμική και η ενέργεια των χρόνων της συνεργασίας του Σωκράτη Σινόπουλου και του Γιάννη Κυριμκυρίδη έχουν δημιουργήσει την απαραίτητη μαγιά που σιγά σιγά εξελίχτηκε σε κοινό ολοζώντανο κώδικα επικοινωνίας, δηλαδή στην άμεση και αυτόματη συνομιλία τους που εισπράττουμε εδώ. Με κοινό προσανατολισμό τον επαναπροσδιορισμό των ελληνικών μουσικών παραδόσεων, οι δυο μουσικοί βουτούν με σεβασμό αλλά και τόλμη στα αστείρευτα κοιτάσματα πιο λόγιων μουσικών εκφράσεων τις οποίες αφομοιώνουν δημιουργικά συνεισφέροντας στη διεύρυνση της αισθητικής της ηχητικής εμπειρίας. Πάντα με την καίρια λειτουργία των διαδραστικών αυτοσχεδιασμών τους που δίνουν τον απαραίτητο πηγαίο επί τόπου αυθορμητισμό τους.

Dine Doneff «Doudoule» (neRED)

Ζωντανή ηχογράφηση συναυλίας που δόθηκε στις 6 Ιουλίου 2014  στο Stadtkirche στο Rudolstadt που μας αποκαλύπτει μια εξέχουσα πλευρά του  σπουδαίου συνθέτη, κοντραμπασίστα, κρουστού και αυτοσχεδιαστή με έδρα κυρίως το Μόναχο της Γερμανίας Dine Doneff (γνωστού στην Ελλάδα ως Κώστα Θεοδώρου).

Εδώ ακούμε τρία κομμάτια που είχαμε ακούσει στο αριστουργηματικό του άλμπουμ «Lost Anthropology» σε μια άλλη ζωντανή εκδοχή. Πρόκειται για τα «Rite of Passage», «Meglen» και «Prolet» όπου αναδεικνύονται βαλκανικά και μεσογειακά ηχοχρώματα μέσα από τζαζ και σύγχρονες αυτοσχεδιαστικές φόρμες αλλά κυρίως από μια σπάνια μελωδικότητα. Τον Dine Doneff (κοντραμπάσο, κλασική κιθάρα, κρουστά) όπως και στο «Lost Anthropology» (συγγενή χρονικά ηχογράφηση) συνοδεύουν δυο θαυμάσιοι μουσικοί, ο Αντώνης Ανισέγγος στο πιάνο και στο προετοιμασμένο πιάνο και ο Σταμάτης Πασόπουλος στο bayan, ενώ αντί του τσελίστα Mathis Mayr στο σχήμα καθοριστικό ρόλο έχει ο τρομπετίστας και συνθέτης Tom Arthurs, ένας ιδιαίτερα δημιουργικός και ευρύτατων επιρροών μουσικός με διεθνή φήμη και ηχηρές συνεργασίες τόσο σε live όσο και σε ηχογραφήσεις (Björn Meyer, Ingrid Laubrock, Maciej Obara, Julia Hülsmann, John Surman, John Taylor, Kenny Wheeler, Sylvie Courvoisier, Jack DeJohnette, Joanna MacGregor, Iain Ballamy, Thomas Stronen, Eddie Prvost κ.α.). Όλες οι συνθέσεις υπογράφονται από τον Dine Doneff και χαρακτηρίζονται από τη μοναδική εσωτερική δύναμη, τη δραματικότητα και την υποβλητική ατμόσφαιρα που σε βυθίζουν αργά και σταδιακά στη σαγήνη ενός σπουδαίου έργου που ωστόσο «δονείται» από άπλετο φως. Λυρισμός, συναίσθημα και εκφραστικότητα που πηγάζουν με τον πιο αβίαστο και άμεσο τρόπο σε μια έξοχα δομημένη συναυλία στην οποία παρουσιάστηκαν δυο ακόμα κομμάτια, το «Faces» και το ομώνυμο «Doudoule», βασισμένο σε μακεδονίτικες πρωτόγονες, παγανιστικές παραδόσεις και τελετουργίες αλλά προσαρμοσμένο με το κριτήριο του Dine Doneff, την τζαζ κατεύθυνση και την εξαιρετικά ανοιχτή οπτική του να αντλεί από τις πολιτισμικές ρίζες και να μετασχηματίζεται σε σύγχρονη ποίηση. Στο cd παρουσιάζονται από τον Dine Doneff σε αυθεντική μακεδονίτικη γραφή οι στίχοι και παρατίθεται η μετάφραση στα αγγλικά της επίκλησης στον Doudoule, τον Θεό της Βροχής που αποδίδεται φωνητικά στο κομμάτι από τον ίδιο τον Dine Doneff και σε μια ελεύθερη εκδοχή στα ελληνικά σημαίνει: «Ω, Doudoule (Θεέ της Βροχής), επικαλούμαστε το έλεός σου, φέρε τη ζωογόνο βροχή».

Το «Doudoule» διερευνά σε βάθος το ανεξάντλητο επίπεδο που μπορεί να λάβει η συνύπαρξη αυτοσχεδιασμού και οργανωμένης μουσικής δομής, παράδοσης και ελευθερίας σε ένα ολοζώντανο λειτουργικό σύστημα που αξιοποιεί στο έπακρο τους πόλους των αντιθετικών διπόλων, δίνει προτεραιότητα στη μελωδία και τη γνήσια συγκίνηση του ακροατή διατηρώντας ακέραια τα στοιχεία της ολοκληρωμένης αφήγησης και της πολιτικής στάσης αφού η μουσική του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μνήμη, την ταυτότητα, τη γλώσσα και την πορεία του δημιουργού στον χρόνο.

Yan Van De Engel-Costis Christodoulou-Harris Lambrakis «All we got is time» (Trumpetfish Records)

Η κυκλοφορία σε δίσκο βινυλίου τον Απρίλιο του 2025 αυτού του μουσικού υλικού που ηχογραφήθηκε το 2021 περιλαμβάνοντας 10 κομμάτια εξαιρετικής ενέργειας, δυναμικής, ευρηματικών ιδεών και υποδειγματικής εκτέλεσης μας συστήνει μια ασυνήθιστη εκ πρώτης άποψης συνέργεια τριών σπουδαίων μουσικών που έχουν καταξιωθεί με αξιομνημόνευτα δείγματα δουλειάς στον ντόπιο μουσικό χώρο απαλείφοντας τα στιλιστικά όρια ανάμεσα στην τζαζ, την έθνικ, την ηλεκτρονική και άλλες μουσικές εκφράσεις.

Οι Jan Van Aγγελόπουλος (ντραμς, ηχογράφηση και μίξη), Κωστής Χριστοδούλου (χάμοντ και συνθεσάιζερς) και Χάρης Λαμπράκης (νέι) που ενώνουν δυνάμεις, ο καθένας με εκκίνηση από διαφορετική αφετηρία αλλά και με μια εξόχως αποδοτική πορεία μέσα από πλήθος πρότζεκτς και πολλαπλές αναζητήσεις. Ο Γιάν Βαν/Jan Van de Angel (ψευδώνυμο του Γιάννη Αγγελόπουλου) με σημαντικές σπουδές στην Ολλανδία, συνεργασίες με πολλούς μουσικούς όπως οι Φώτης Σιώτας, Παύλος Παυλίδης, Φοίβος Δεληβοριάς, Ιουλία Καραπατάκη, MC Yinka, Κατερίνα Πολέμη κ.α., μουσικές με αφετηρία τον ελληνικό ήχο, τα ρεμπέτικα, τα λαϊκοδημοτικά, αλλά και την afro-beat, τη funk, την χορευτική μουσική, την pop. Ο Κωστής Χριστοδούλου με εκλεκτές συνεργασίες με μουσικούς της τζαζ, θαυμάσια αίσθηση του ρυθμού, πολύ ενδιαφέροντες τζαζ δίσκους και επικεφαλής-εμπνευστής της εξαιρετικής ορχήστρας «Το Πράγμα». Ο Χάρης Λαμπράκης με επιστημονική κατάρτιση στην εθνομουσικολογία, μοναδική θητεία στις παραδοσιακές μουσικές, συνεργασίες με σπουδαίους μουσικούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό όπως τους Haig Yazdjian, Σαβίνα Γιαννάτου, Μιχάλη Σιγανίδη, Ross Daly, Κώστα Τατσάκη, Περικλή Παπαπετρόπουλο, Βασίλη Τζαβάρα, Χρίστο Τσιαμούλη, Αντώνη Απέργη, Stefano Battaglia, Bijan Chemirani, Michel Doneda, Nat Birchall και πολλούς άλλους, με υπερτριακονταετή δισκογραφική και συναυλιακή παρουσία εντός και εκτός ελληνικών συνόρων. Οι τρεις τους δημιουργούν ένα απόλυτα σύγχρονο μουσικό έργο που είναι ανοικτό στις συναρπαστικές διαδρομές του αυτοσχεδιασμού αναζητώντας δημιουργικά μια νέα υβριδική έκφραση που αντλεί στοιχεία από την παράδοση, τους ρυθμικούς πειραματισμούς, τη funk και τη γόνιμη συνάντηση ηλεκτρονικών και αναλογικών εφαρμογών των πλήκτρων. Όλα αυτά συντονισμένα και δοσμένα μέσα σε ένα ρυθμικό πλαίσιο όπου τα ντραμς κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο και δημιουργούν μια  ασυνήθιστη αίσθηση των grooves. Αποτέλεσμα ένα ξεχωριστό γεμάτο ένταση, ρυθμό, μοντέρνες παρεκτροπές, πρωτοτυπία, ανανεωτική διάθεση, πνευματικότητα και ατμόσφαιρα μουσικό μωσαϊκό που συμπληρώνεται διαρκώς από τις προσωπικές, ευφυείς εμπνεύσεις και των τριών αφήνοντας να αναδυθεί το κέφι, το μεράκι, η εκτελεστική δεινότητα και οι ανοικτοί ορίζοντες των μουσικών. Από το εναρκτήριο «Panigiriko» μέχρι το καταληκτικό «Thing Spirit» η μουσική ρέει αβίαστα, απολαυστικά αλλά με σαφή διάθεση νεωτερισμών που αφήνουν διακριτή την παρουσία τους. Ενδιαμέσως οκτώ σύντομες σχετικά συνθέσεις όπου συμβαίνουν πολλά και ελκυστικά προεκτείνοντας την εκφραστική λειτουργία του τρίο σε μια φρέσκια και μοντέρνα περιοχή όπου η ελευθερία της μουσικής ενθαρρύνθηκε με τον καλύτερο τρόπο δίνοντας καρπούς.

Ένας δίσκος που σε βυθίζει στην εθιστική ομορφιά του κατορθώνοντας να προτείνει κάτι ολοκαίνουριο και απόλυτα σημερινό χρησιμοποιώντας συστατικά του παρελθόντος αλλά θέτοντάς τα σε μια άκρως γόνιμη μεταμορφωτική διαδικασία, σε μια ολοζώντανη και ιδανική συνύπαρξη και συνομιλία που υπηρετεί, εκτός από τις προσωπικές ιδιοσυγκρασίες, κυρίως ένα συνολικό όραμα.

James Wylie «To Our Land» (Rattle Records)

Ηχογραφημένο στην Ελλάδα το θαυμάσιο αυτό άλμπουμ του 39χρονου Νεοζηλανδού με έδρα τη Θεσσαλονίκη σαξοφωνίστα, πολυοργανίστα και συνθέτη James Wylie που αποτελεί το δισκογραφικό του ντεμπούτο στη σημαντική νεοζηλανδική εταιρεία Rattle Records, μας φέρνει σε επαφή με μια ολοκληρωμένη ματιά στη σύγχρονη τζαζ, μπολιασμένη από αρώματα της παραδοσιακής μουσικής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Ο James Wylie κατά κύριο λόγο άλτο και τενόρο σαξοφωνίστας αλλά και με επιδόσεις στο kamancheh, στο gheychak και στα Fender Rhodes) και συνθέτης όλων των κομματιών που ακούγονται εδώ, κινείται με ευελιξία και θαυμαστή ισορροπία γεφυρώνοντας διαφορετικά μουσικά σύμπαντα προερχόμενα από τη Δύση και την Ανατολή και συγκεράζοντας στοιχεία της σύγχρονης τζαζ και του αυτοσχεδιασμού με την παράδοση. Δεν είναι λίγες φορές που η ευρηματική του τζαζ αποκτά μια εξωτική διάσταση και συνομιλεί ιδανικά πρωτευόντως από την κιθάρα του έξοχου Θοδωρή Κότσιφα ενώ υποστηρίζεται δομικά από το rhythm section του κοντραμπασίστα Βαγγέλη Βραχνού και του ντράμερ Γιώργου Κλουντζού-Χρυσίδη, όλων δρώντων καλλιτεχνικά στην Αθήνα ενεργοποιώντας μοναδικές αισθήσεις και δυνατά συναισθήματα και εκπέμποντας μια ήσυχη στοχαστική διάθεση. Ο James Wylie, γνωστός από τις εξαιρετικές συμμετοχές και συνεργασίες ως session μουσικός με σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικούς (Gunther Schuller, Aynur Dogan, Σωκράτη Σινόπουλο, Χάρη Λαμπράκη, Γιάννη Αγγελάκα, Hayden Chisholm, Max Andrzjewski, Θύμιο Ατζακά, Αντώνη Ανισέγκο, Μιχάλη Σιγανίδη, Anna Webber, Κώστα Θεοδώρου, Sam Rivers, Wayne Shorter, Jonathan Crayford, Κώστα Αναστασιάδη, Bob Moses, Cecil McBee), αποδεικνύεται εδώ ως ένας υποδειγματικός επικεφαλής μπάντας και ένας άξιος καθοδηγητής που αποσπά το μέγιστο από τους σπουδαίους συνεργάτες του μουσικούς. Άλλωστε η συνεργασία των τριών μουσικών με τον James Wylie ανιχνεύεται καθ΄ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας με σταθμούς διάφορα πρότζεκτ, απρόβλεπτα κατά καιρούς αποτελέσματα και βέβαια με τη δημιουργία εδώ ενός άρτια δομημένου και με συνοχή σχήματος. Να σημειώσουμε εδώ τη συμμετοχή του Σύριου Ziad Rajab με τα ατμοσφαιρικά φωνητικά του στην ερμηνεία του ποιήματος του Mahmoud Darwish που έδωσε και τον τίτλο του δίσκου.

Η μουσική ρέει αβίαστα και με σπάνια διαύγεια χωρίς να υπολείπεται σε βάθος, εσωτερικότητα και πρωτοτυπία. Ο ίδιος ο James Wylie οριοθετώντας τις επιδιώξεις της μουσικής του στο άλμπουμ αυτό επισημαίνει: «Τα τελευταία χρόνια, ο κόσμος έχει γίνει μάρτυρας μιας αύξησης του πόνου, της ταλαιπωρίας και της συστημικής αδικίας που προκαλούνται από συνανθρώπους μας στην επιδίωξη της εξουσίας και του οικονομικού κέρδους … Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να ζουν ειρηνικά και ελεύθερα, να ακολουθούν τις πεποιθήσεις τους και να αγαπούν και να αγαπιούνται όπως επιλέγουν. Καθώς αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα δέχονται ολοένα και περισσότερες επιθέσεις από παγκόσμιες δομές εξουσίας, αυτή η μουσική γεννήθηκε από ένα σημείο αντίστασης. Είναι ένα κάλεσμα για ενότητα, μια αναγνώριση του πόνου, μια χειρονομία ελπίδας και ένα όραμα για έναν πιο δίκαιο, ειρηνικό και όμορφο κόσμο».

Petros Klampanis  «Latent Info» (Enja Records)

Ο Πέτρος Κλαμπάνης έχοντας δουλέψει πολύ συστηματικά και με ιδιαίτερη προσήλωση στο κοντραμπάσο έχει κατακτήσει ζηλευτά και θαυμαστά αποτελέσματα στο επίπεδο της δεξιοτεχνίας ενώ ταυτόχρονα έχει καταφέρει να διαμορφώσει έναν προσωπικό ήχο που αφήνει τη σφραγίδα του σε όλα τα πρότζεκτς με τα οποία καταπιάνεται. Παράλληλα το γεγονός ότι μοιράζει τον χρόνο και τις δραστηριότητές του μεταξύ Νέας Υόρκης και Αθήνας έρχεται να λειτουργήσει προσθετικά προσδίδοντας ωριμότητα και εμπειρίες στην ιδιοσυγκρασιακή του μουσική ταυτότητα αλλά και διατηρώντας αναλλοίωτη τη γενικότερη αίσθηση ενός συγκινησιακά φορτισμένου μεσογειακού μουσικού που εκπέμπει στο παίξιμό του.

Δεινός και ψυχωμένος χειριστής του έγχορδου λεξιλογίου του, ο Κλαμπάνης παίζει κοντραμπάσο με όλον αυτό τον ζωογόνο και αριστοκρατικό αέρα που δεν παγιδεύεται σε τυπικότητες και ανούσιες συμβάσεις, αντιθέτως βρίσκει πατήματα στις ανησυχίες ενός ανοιχτού και ελεύθερου δημιουργικού μουσικού. Ο σημαντικός αυτός διεθνής κοντραμπασίστας ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχει φτάσει σε αξιοσημείωτα ποιοτικά στάνταρντς τόσο μέσω των αναμφισβήτητων εκτελεστικών ικανοτήτων του όσο και μέσω των εμπνευσμένων συνθέσεών του. Στο «Latent Info» που κυκλοφόρησε από τη γερμανική δισκογραφική εταιρεία παγκόσμιας εμβέλειας Yellowbird/Enja ο Κλαμπάνης θέτει ως κυρίαρχη θεματική και πηγή της έμπνευσής του την απεραντοσύνη της θάλασσας, η παρουσία της οποίας δηλώνεται ρητά τόσο εικονογραφικά στο εξώφυλλο του δίσκου όσο και στον τίτλο της εναρκτήριας σύνθεσης («Over The Calypso Deep»), η οποία μας εισάγει με τον καλύτερο τρόπο στην εξαιρετική αυτή ατμοσφαιρική δισκογραφική δουλειά.

Η έμφαση και η αγάπη του Κλαμπάνη στη μελωδία και στο συναίσθημα το οποίο προκαλείται αβίαστα, υπηρετείται θαυμάσια από το σπουδαίο τρίο που συναπαρτίζουν με τον Έλληνα μουσικό δυο θαυμάσιοι διεθνείς μουσικοί, ο Εσθονός πιανίστας Kristjan Randalu και ο Ισραηλινός ντράμερ Ziv Ravitz. Ένα τρίο δεμένο που μας μαγεύει με τα λυρικά, ονειρικά ηχοτοπία του, τους ρυθμούς και τις μελωδίες του, τις αφηγήσεις του που εκτός των ακουστικών οργάνων χτίζονται από ενδιαφέρουσες ηλεκτρονικές ambient πινελιές και με την προσθήκη μαγικής χροιάς της τρομπέτας του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου στην περίπτωση του «Day Breaks», μιας πολύ ξεχωριστής εσωτερικής διασκευής στο μουσικό θέμα του τραγουδιού «Ξημερώνει» του Μίκη Θεοδωράκη. Στον δίσκο υπάρχει και μια ακόμη υπέροχη διασκευή στο «Falling Grace» του Steve Swallow, ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια «Stenahoria», «Disoriented» και το ομώνυμο, με υπογραφή Κλαμπάνη, «Menerbes» γραμμένο από τον Ziv Ravitz και «When I Know The Answer» του Kristjan Randalu που αποτελούν πρωτότυπο υλικό, πλέκουν με λεπτότητα, ευθραυστότητα,  φως και μια γοητευτικά υπνωτική μαγεία το πλούσιο μελωδικό και συνάμα διακριτικό περιεχόμενο του δίσκου.

Το εκφραστικό οπλοστάσιο του τρίο αποδεικνύεται υποδειγματικό στην υλοποίηση του στοχαστικού οράματος του Κλαμπάνη αναδεικνύοντας αθέατες πλευρές που ενεργοποιούνται μέσα από την εκμετάλλευση ποικίλων στιλιστικών παραμέτρων, οι οποίες εκπορεύονται από διαφορετικά είδη, από την ποπ έως την κλασική. Κοινός παρονομαστής η τζαζ που οι τρεις μουσικοί παίζουν στα δάκτυλα, είτε αναπτύσσοντάς τη μέσα από τη γραμμένη σύνθεση είτε μέσα από τα μονοπάτια του ελεγχόμενου αυτοσχεδιασμού, είτε μέσα από τις λιτές φόρμες και την εκφραστική των μέσων είτε μέσα από πιο πληθωρικούς δρόμους, πάντα ουσιαστικούς και ηχητικά πολύχρωμους.

 

Έλληνες μουσικοί σε δίσκους ξένων

 Akira Sakata, Giotis Damianidis, Giovanni Di Domenico, Aleksandar Skoric, Paal Nilssen-Love, Petros Damianidis, Tatsuhisa Yamamoto «Hyperentasis – Live In Thessaloniki» (Defkaz)

Μια έκδοση κόσμημα από την εκλεκτή και με στοχευμένη άποψη στον χώρο της τζαζ Θεσσαλονικιώτικη δισκογραφική εταιρεία Defkaz του διπλού δίσκου βινυλίου που αποτυπώνει τη συγκλονιστική εμπειρία που αποκόμισαν όσοι ήταν παρόντες σε δυο ζωντανές εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη του 80χρονου σήμερα ογκόλιθου της τζαζ και του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, Γιαπωνέζου άλτο σαξοφωνίστα και κλαρινετίστα Akira Sakata με δυο θαυμάσιους Θεσσαλονικείς μουσικούς, τους αδελφούς Γιώτη Δαμιανίδη (ηλεκτρική κιθάρα) με έδρα τις Βρυξέλλες και Πέτρο Δαμιανίδη (κοντραμπάσο) με έδρα τη Θεσσαλονίκη αλλά και τον Ιταλό Giovanni Di Domenico (πιάνο), τον Σέρβο Aleksandar Skoric (ντραμς), τον Νορβηγό Paal Nilssen-Love (ντραμς) και τον Ιάπωνα Tatsuhisa Yamamoto (ντραμς). Πρόκειται για τη συναυλία που έδωσαν στις 17 Μαρτίου 2023 στο Duende Upstairs οι δυο Έλληνες μουσικοί με τους Akira Sakata, Giovanni Di Domenico, Aleksandar Skoric (πρώτος δίσκος) και για τη συναυλία που έδωσαν στις 29 Ιανουαρίου 2025 στο κλαμπ Όμιλος σε διοργάνωση του Duende οι δυο αδελφοί με τους Akira Sakata και τους ντράμερ Paal Nilssen-Love και Tatsuhisa Yamamoto (δεύτερος δίσκος).

Δυο μουσικοί με σημαντικό μπακγκράουντ και πλούσια δραστηριότητα στην τζαζ και σε συγγενείς μουσικούς χώρους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, οι αδελφοί Δαμιανίδη ενώνουν δυνάμεις εδώ με τον θρυλικό Akira Sakata που στα 78 και τα 80 του αντίστοιχα ακούγεται ανεξάντλητος και ακούραστος οργανώνοντας ως leader της μπάντας ένα μοναδικό ηχητικό παραλήρημα όπου ο ελεύθερος τζαζ αυτοσχεδιασμός ξεδιπλώνεται με απίστευτες επιδόσεις. Ένα ανεπανάληπτο μουσικό έργο σε ζωντανή εκδοχή με εμπνευσμένες ιδέες, τη μοναδική ενέργεια της free jazz, την έντονη ψυχεδελική ατμόσφαιρα, ένα κλίμα υπερβατικό όσο και γήινο που αγγίζει τη μυσταγωγική εσωτερική δύναμη που μπορούν να προσφέρουν οι συνεχείς μεταμορφώσεις της δημιουργικής μουσικής. Ο Γιώτης Δαμιανίδης συνεισφέρει πρωταγωνιστικά με τον άλλοτε ατμοσφαιρικό και άλλοτε επιθετικό ήχο της κιθάρας του παίζοντας απίθανα πράγματα και ο Πέτρος Δαμιανίδης αποδεικνύεται ιδανικός στυλοβάτης στο κοντραμπάσο θεμελιώνοντας μαζί με τους εκάστοτε ντράμερ που συνεργάζεται στα δυο διαφορετικά σετ την αρχιτεκτονική βάση του ήχου, βεβαίως με τους ελεύθερους όρους του αυτοσχεδιασμού.

Η μουσική που αναπτύσσεται με μια σπάνια δραματική ένταση και ένα μοναδικό ανοικτό πνεύμα, βρίσκει τον χώρο να αναπνεύσει προσδίδοντας πολλαπλές όψεις του απροσδόκητου μέσα από εκτεταμένης διάρκειας συνθέσεις με αποκορύφωμα την 45λεπτη free jazz σουίτα που καλύπτει ολόκληρο τον δεύτερο δίσκο βινυλίου, δομημένη σε τρία μέρη. Ένα συγκλονιστικό, αποκαλυπτικό τεκμήριο δημιουργίας και αυτόματης έκφρασης που ισορροπεί επιδέξια μεταξύ έντονων κορυφώσεων και απρόσμενων πειραματισμών έχοντας ως εκφραστικό όχημα τις πνευστές αλλά και φωνητικές παραβιάσεις του Sakata, τον υπερηχητικό ή λεπτά δομημένο κρουστό ήχο των δύο ντράμερ και τις ηλεκτρικά φορτισμένες εξερευνήσεις του εξαιρετικού κιθαρίστα. Μιάμιση ώρα συνολικά μουσικής και στους δυο δίσκους της έκδοσης «Entasis» και «Hyperentasis» που έχει τη μορφή ενός οδοιπορικού σταδιακά κλιμακούμενου σε αβανγκάρντ περιοχές μη αφήνοντας τίποτα όρθιο στο καταιγιστικό πέρασμά του.

Amir ElSaffar with Ole Mathisen, Tomas Fujiwara, Tania Giannouli «New Quartet Live at Pierre Boulez Saal» (Maqam Records)

Ένας ακόμη δίσκος με ελληνικό ενδιαφέρον αφού καθοριστικό μέλος του κουαρτέτου είναι η δική μας συνθέτρια και πιανίστρια Τάνια Γιαννούλη. Το καλλιτεχνικό μέγεθος της Τάνιας Γιαννούλη που έχει διαμορφωθεί πλέον σε διεθνές επίπεδο χαίροντας ιδιαίτερης εκτίμησης μέσα από 5 προσωπικούς δίσκους στη νεοζηλανδική εταιρεία Rattle, εξέχουσες συναυλιακές συνεργασίες με μουσικούς πρώτης γραμμής όπως τους Nik Bartsch, Nils Peter Molvaer, Arve Henriksen, Maria Pia De Vito, Sun Mi Hong κ.α., πολύ σημαντικές τιμητικές διακρίσεις, αποτυπώνεται εδώ με τη μορφή του μέλους του συγκροτήματος του Αμερικανού, ιρακινής καταγωγής τρομπετίστα Amir ElSaffar, New Quartet.

Στον δίσκο αυτό καταγράφεται η συναυλία του κουαρτέτου στις 30 Σεπτεμβρίου 2023 στην Pierre Boulez Saal του Βερολίνου, μια ονομαστή αίθουσα για τη θαυμάσια ακουστική της αλλά και για την ιστορία της που φέρει το όνομα του κορυφαίου συνθέτη και μαέστρου της πρωτοπορίας. Ο ElSaffar με βαθιά και επισταμένη ενασχόληση με την αραβική μουσική και σημαντικές συνεργασίες σε σχήματα των Cecil Taylor, Archie Shepp, Anthony Davis, Danilo Perez, William Parker και Vijay Iyer, στέκεται ως κεντρικός πυρήνας διαχέοντας τον λεπτό ηχοχρωματικά ήχο της τρομπέτας του ελισσόμενος ιδανικά μεταξύ ανατολικής μουσικής και τζαζ συνεπικουρούμενος από τον δυναμικό ντράμερ της Νέας Υόρκης Tomas Fujiwara και τον άρτιο τεχνικά και με χαρακτηριστικό δεξιοτεχνικό ίχνος Νορβηγό τενόρο σαξοφωνίστα Ole Mathisen. Η μουσική του άλμπουμ δομημένη σε οκτώ μέρη κινείται μέσω διακριτικών, κομψών, εκλεπτυσμένων και λυρικών τόνων, εκστατικής ατμόσφαιρας και ζωντανών δυναμικών μοτίβων και αναπτύσσεται ακολουθώντας τις εξερευνητικές τάσεις και τις ανησυχίες των μουσικών που εκδηλώνονται σε ένα αυτοσχεδιαστικό πλαίσιο αλλά και με απροσδόκητες και αντισυμβατικές αρμονίες. Η οργανική σύσταση του κουαρτέτου όσον αφορά την τζαζ ταυτότητά του είναι ασυνήθιστη αφού δεν υπάρχει κοντραμπάσο. Η απουσία αυτή δίνει τον ζωτικό χώρο στους Tomas Fujiwara και Τάνιας Γιαννούλη να εισάγουν νέες ρυθμικές βάσεις που διαρκώς εξελίσσονται σε μια ευρεία συνομιλία των ντραμς και του προετοιμασμένου πιάνου. Η Τάνια Γιαννούλη έχει καθοριστική συνεισφορά στη διαμόρφωση συνολικά του ήχου του άλμπουμ αφού με το μικροτονικό και το προετοιμασμένο πιάνο στήνει θαυμάσιες γέφυρες επικοινωνίας με τις διακοσμητικές υφές και τους μικροτόνους του αραβικού maqam, που αποτελούν εδώ θεμελιώδεις αναφορές του ElSaffar.

Προσωπικά ξεχωρίζω το περίπου 17λεπτο «Orientations I-V» ως κορυφαίο και ολοκληρωμένο δείγμα της συνέργειας των τεσσάρων μουσικών σε αυτόν τον δίσκο. Ωστόσο όλο το ακρόαμα χαρακτηρίζεται από την απολαυστική συνέχεια των θεμάτων, τον υψηλό βαθμό επικοινωνίας των μουσικών, την αμεσότητα, την υποδειγματική αξιοποίηση του maqam ως τροπικής, μελωδικής παράδοσης του αραβικού κόσμου που δεν παρουσιάζεται με εθνολογική προσέγγιση αλλά μέσα από τη δημιουργική ανταλλαγή τρόπων και εκφράσεων με την ελευθερία και τους ανοικτούς χώρους που παρέχει η τζαζ.

Πέραν του καλλιτεχνικού κομματιού, για την ιστορία αναφέρουμε ότι η διεξαγωγή της συναυλίας του New Quartet στην  Pierre Boulez Saal στο Βερολίνο τελικά ευοδώθηκε την τρίτη φορά μετά από τις δυο προηγούμενες που ακυρώθηκαν λόγω αιφνίδιων ασθενειών του Amir ElSaffar.

 

Προηγούμενο άρθροΠαρενέργειες μυθοπλασίας; (του Γιάννη Πανούση)
Επόμενο άρθρο20 non fiction που δεν “συχνάζουν” σε λίστες (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ