Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ MEDIA Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι (της Άννας Λυδάκη)

Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι (της Άννας Λυδάκη)

0
110

της Άννας Λυδάκη

Ο υπότιτλος του βιβλίου του Κωνσταντίνου Πουλή «Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι» είναι πολύ πικρός. Διαβάζοντάς τον σκέφτηκα ότι φανερώνει μια κατάσταση πολύ χειρότερη από εκείνη που εκφράζει η συνηθισμένη φράση «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Διότι η τελευταία είναι σαφής: δεν σε ακούει κανείς στην έρημο, το ξέρεις και το παίρνεις απόφαση. Στην περίπτωση του βιβλίου του Πουλή διαφαίνεται ότι μιλάς νομίζοντας ότι απευθύνεσαι σε όμιλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν σε ακούει κανένας, η ομιλία σου ακυρώνεται ή διαστρεβλώνεται από αόρατες δυνάμεις. Αυτές τις αόρατες δυνάμεις παρουσιάζει ο συγγραφέας θέλοντας να καταδείξει πως δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία και κοινότητα δεν υπάρχουν στο διαδίκτυο και ότι οι υποσχέσεις για όλα τα παραπάνω είναι ψεύτικες. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση, όμοια με τις ψευδαισθήσεις που δημιουργούνταν κάθε φορά που ένα καινούργιο ΜΜΕ ανακαλυπτόταν.

Με την ανακάλυψη της τυπογραφίας πίστεψαν ότι θα υπάρξει ισότητα ότι όλοι θα μπορούσαν να διαβάζουν και να μορφώνονται, αλλά ο Φρειδερίκος ο Β΄ δήλωνε το 1784 ότι ένας ιδιώτης δεν έχει δικαίωμα να εκφέρει δημόσιες κρίσεις. Τον 18ο αιώνα το κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να διατηρεί μυστικές τις συζητήσεις και μόλις το 1834  άρχισαν να χτίζονται θεωρεία για δημοσιογράφους. Το ραδιόφωνο έγινε το κεντρικό εργαλείο προπαγάνδας του ναζισμού και οι εφημερίδες θεωρείται ότι υπάρχουν λόγω διαπλοκής από οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα που αναλαμβάνουν να υποστηρίζουν την κυβέρνηση με αντάλλαγμα δημόσια έργα για τους ιδιοκτήτες και σκανδαλώδεις τραπεζικούς δανεισμούς, σημειώνει ο Πουλής στη σύντομη ιστορική αναδρομή των Μέσων. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του ότι τα λογοτεχνικά καφενεία διεύρυναν τη δημόσια συζήτηση αλλά, αν υπήρχαν σήμερα, ο συστημικός λόγος θα τα θεωρούσε κέντρα λαϊκισμού. Λες και ο ορθός λόγος εκφέρεται μόνο από το σύστημα, ενώ όλοι οι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να σκέφτονται…

Σήμερα ο λαός ενημερώνεται πολιτικά ως επί το πλείστον από το Facebook που εξακολουθεί -παρά την πτώση του- να είναι το πιο δημοφιλές μέσον για τους καταναλωτές και φαίνεται να φέρνει μεγαλύτερη διάχυση της πληροφορίας. Όμως η ταχύτητα της πληροφορίας γίνεται πιεστικό ζήτημα για πολλούς χρήστες των social media που παρακολουθούν με αγωνία τις εξελίξεις κάθε λεπτό, λες και τους αφορούν τα πάντα και τίποτα, αλλά κυρίως τίποτα, γράφει ο Πουλής. Όταν κανείς νοιάζεται για τα πάντα, μπορεί να καταλήξει να μη νοιάζεται για τίποτα. Γίνεται απαθής, η προσοχή του διασπάται και ο πολίτης μετατρέπεται σε θεατή που δεν δεσμεύεται σε δράσεις, οι οποίες απαιτούν την ενσώματη συμμετοχή του. «Η πληθωριστική πληροφόρηση και η αέναη εναλλαγή βαδίζουν χέρι χέρι με την αδράνεια», γράφει.

Η τηλεόραση δεν είναι για την πληροφόρηση των μαζών αλλά μια «χαρωπή αποχαύνωση» που παρέχει πληροφορίες και αποφασίζει τι θα συζητηθεί δευτερογενώς στο διαδίκτυο.

Το 1982 ο Στιβ Ουόζνιακ -εκείνος που με τον Τζομπς σχεδίασαν τον υπολογιστή της Appl- δήλωσε ότι αρχίζει μια νέα εποχή όπου θα επικρατήσουν οι κοινότητες, η ισότητα και η δημοκρατία μέσω της χρήσης των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ψεύτικες υποσχέσεις και φρούδες ελπίδες: Οι εταιρείες που βρίσκονται πίσω από τα social media διαψεύδουν τη δυνατότητα να είναι όλοι ορατοί. Ο Τζούλιαν Ασάνζ, που τόλμησε να εκθέσει σε δημόσια θέα εγκλήματα πολέμου, παρακάμπτοντας προδοσίες και κλειστές πόρτες σε συστημικά Μέσα, την πλήρωσε, μας θυμίζει ο Πουλής.

Οι μεμονωμένοι χρήστες είναι ικανοποιημένοι που μπορούν να πουν (σχεδόν) τα πάντα αλλά το αν οι αναρτήσεις τους θα είναι ορατές καθορίζεται από κανόνες οι οποίοι είναι μυστικοί, μεροληπτικοί και εντελώς αδιαφανείς. Άλλωστε, το διαδίκτυο είναι ιδιωτικοποιημένο, όπως και τα προηγούμενα ΜΜΕ, και αυτό δεν συζητείται.

Οι ελπίδες ότι η τεχνολογία θα φέρει ένα μέλλον πιο αισιόδοξο και εξισωτικό διαψεύστηκαν. Η ισότητα σταματά στη δωρεάν πρόσβαση. Η ορατότητα μιας ανάρτησης αποφασίζεται από αλγόριθμους στους οποίους δεν έχουμε πρόσβαση και δεν αποδεικνύονται. Και αλγοριθμική προώθηση των αναρτήσεων είναι για εκείνες που συμφέρουν τον ιδιοκτήτη της πλατφόρμας. Οι πλατφόρμες, επίσης, δεν ενθαρρύνουν την ορατότητα των αναρτήσεων που στέλνουν τον χρήστη σε κάποια εξωτερική σελίδα, δηλαδή θάβουν τις αναρτήσεις που περιέχουν σύνδεσμο (link) για να μη χάνει πελάτες η πλατφόρμα. Ή βάζουν ολόκληρο το κείμενο στο Facebook για να μην πάει κανείς να το διαβάσει σε άλλη ιστοσελίδα, και παρεμβαίνουν στη χρονολογική σειρά των αναρτήσεών μας. Εν  ολίγοις, ο αλγόριθμος και κάποιοι κακοπληρωμένοι υπάλληλοι αποφασίζουν τι θα βλέπουμε και τι όχι.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μηχανή λογοκρισίας στη σύγχρονη ιστορία, καλυμμένη πίσω από το προσωπείο της ουδετερότητας, γράφει ο Πουλής. Η επικαιρότητα φθάνει στις οθόνες των χρηστών διαμεσολαβημένη από τα οικονομικοπολιτικά συμφέροντα και τις προτιμήσεις κάθε πλατφόρμας. Έτσι αλλοιώνεται η υπόσχεση του διαδικτύου για οριζόντια επικοινωνία. Είμαστε στο έλεός τους για το τι γράφεται και τι διαβάζεται στη δημόσια συζήτηση. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εθίζονται να ζουν αγκαλιά με τον υπολογιστή τους. Μας ωθούν να είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι, γεγονός που σχετίζεται με έναν επικίνδυνο για την ψυχική μας υγεία εθισμό. Υπάρχει, βέβαια, και το επιχείρημα ότι υπάρχουν άνθρωποι μόνοι ή με κινητικά προβλήματα που χρειάζονται τον προσωπικό υπολογιστή, όμως μια ασώματη επικοινωνία απογοητεύει.

Το κράτος επεμβαίνει, επίσης στο Facebook με φίλτρα μεταφόρτωσης για να εμποδίζουν «ενοχλητικά» περιεχόμενα πριν καν να ανέβουν. Ο ίδιος ο Ζάκερμπεργκ παραδέχτηκε πιέσεις από κυβερνήσεις. Έρευνες έδειξαν πως όταν οι χρήστες αναρτούσαν περιεχόμενο υπέρ της Παλαιστίνης, οι αναρτήσεις τους γίνονταν αόρατες. Και οι αναρτήσεις των Παλαιστίνιων ήταν στοχοποιημένες και υποβαθμισμένες από σχετικό αλγόριθμο. Στην Κίνα σε κείμενα εσωτερικής επικοινωνίας οι διαμεσολαβητές υποβαθμίζουν βίντεο που αφορούν την Πλατεία Τιενανμέν ή το Θιβέτ αφήνοντας την ανάρτηση ορατή μόνο στον ίδιο τον χρήστη. Δεν κόβονται, αλλά δεν εμφανίζονται στις αλγοριθμικές προτάσεις της πλατφόρμας, οπότε δεν το βλέπει κανείς. Οι πλατφόρμες εμφανίζουν το περιεχόμενο με βάση έναν αλγόριθμο που βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχό τους χωρίς καμιά διαφάνεια. Τελικά το περιεχόμενο προσαρμόζεται στις επιθυμίες των ιδιοκτητών της πλατφόρμας, που δεν είναι κάποια κοινότητα, αλλά ολιγάρχες και τα κράτη με τα οποία έρχονται σε συμφωνίες. Οι λοιπές διαφορές ανάμεσα στις πλατφόρμες είναι ζητήματα κυρίως μάρκετινγκ.

Σε ό,τι αφορά τα fake news, ο Πουλής ρωτάει ρητορικά: «Αν σας έλεγαν ότι ο τρόπος για αν αποφύγετε την παραπληροφόρηση  είναι να εμπιστεύεστε τις επίσημες πηγές θα σας ικανοποιούσε αυτή η λύση ή θα θεωρούσατε ότι κριτική εγρήγορση απαιτείται και απέναντι στις επίσημες πηγές;» Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν γίνεται λόγος για τις ψευδείς ειδήσεις, τη συνωμοσιολογία, την ψευδοεπιστήμη, την παραπληροφόρηση που συμβαίνει από την πλευρά του κράτους, από την κορυφή της πυραμίδας. Επικρατεί η ιδέα ότι από τη μια μεριά είναι οι φίλοι της αλήθειας και από την άλλη οι παραγωγοί των ψευδών ειδήσεων. Εκφράζεται περιφρόνηση προς τους αποκάτω που διαδίδουν fake news και στην πραγματικότητα αυτός ο αποτροπιασμός εκφράζει τον φόβο του συστήματος. «Μιλάμε για πυραυλικά συστήματα της ενημέρωσης, την ώρα που δαιμονοποιούνται οι σφεντόνες», σχολιάζει ο Πουλής και καταγράφει πολλά παραδείγματα από την περίοδο της κρίσης και για τα εθνικά θέματα, όπου συχνά η πληροφόρηση εστιάζει στις ελληνοτουρκικές θέσεις για να παραμένει ψηλά ο εθνικισμός και να σπαταλιέται δημόσιος πλούτος σε εξοπλιστικές δαπάνες.

Κατά την περίοδο του κορωνοϊού ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε ένα μέρος την κοινωνίας «ψεκασμένους», και μίλησε για «αντιεμβολιαστικό κίνημα», για  απείθαρχους πληθυσμούς που εκφράζονται αντιεπιστημονικά στα διαδικτυακά προφίλ, αλλά δεν έγινε καμιά αναφορά για τις εταιρίες και την εσπευσμένη έγκριση ενός φαρμάκου που είναι προς όφελός τους. Αυτές είναι πρακτικές που υπονομεύουν το κύρος της επιστήμης και δημοσιογράφοι τις διέδιδαν με τα σχόλιά τους αντί να τις καταπολεμούν. Όμως έρευνα κατέδειξε ότι  το 89,1% δείχνει την εμπιστοσύνη του κοινού στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της χώρας. Στην πραγματικότητα ήταν εξαιρετικά αδύναμη η παρουσία των αντιεμβολιαστών και η κυβέρνηση δημιούργησε ένα δίπολο: από τη μια ο ορθός λόγος και από την άλλη διάφοροι αξιολύπητοι που λένε ό,τι θέλουν. Τότε θρηνήσαμε χιλιάδες νεκρούς, και ενώ ακούσαμε επιστήμονες να εξηγούν ότι αυτός ο αριθμός οφείλεται αιτιωδώς σε κακή διαχείριση, δεν έγινε τίποτα. Βεβαίως η ψευδοεπιστήμη κάνει κακό, όμως δεν έχουμε τόσο ανάγκη για έρευνες για τα fake news της πανδημίας όσο για μια πολιτική κριτική, τονίζει ο συγγραφέας.

Το ίδιο ισχύει και για τις θεωρίες συνωμοσίας, δηλαδή την πεποίθηση ότι γίνονται κρυφές διαβουλεύσεις και ότι παίρνονται αποφάσεις από κάποιους που μας επιβουλεύονται και θέλουν να μας κάνουν κακό, να μας παραπλανήσουν κλπ.

Το θέμα είναι να διατηρήσουμε μια έλλογη επαγρύπνηση έναντι όλων, με έμφαση στους συστημικούς παίκτες που μας εκπαιδεύουν στο να εμπιστευόμαστε μόνο τον δικό τους ορθό λόγο και επιμένουν ότι η συνωμοσιολογία διασπείρει τη δυσπιστία προς τους δημόσιους θεσμούς. Έχουμε ανάγκη από πολιτικές λύσεις και οφείλουμε να μάθουμε να κρίνουμε τι ακριβώς διακυβεύεται πίσω από την αφελή διάκριση μεταξύ επιστημονικής αυθεντίας από τη μία και της λαϊκής αφέλειας των χρηστών των social media από την άλλη. Το ζήτημα δεν είναι να διαλέξουμε πλευρά, αλλά να κατανοήσουμε το πρόβλημα και να ξέρουμε τι κρύβεται σε κάθε δίλημμα. Και να ξεκαθαρίσουμε πότε πρόκειται για πραγματική συνωμοσία -όπως εκείνες της CIA- και πότε για «θεωρίες συνωμοσίας», συνειδητοποιώντας ότι ο συστημικός λόγος διαμορφώνει την ατζέντα, τονίζει ο Πουλής. Και η λέξη «τρομοκρατία», ως ρητορική μίσους, που δεν εμφανίζεται ποτέ για το κράτος, μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και τις οικολογικές οργανώσεις στις Σκουριές που διώχθηκαν και φυλακίστηκαν με τον αντιτρομοκρατικό νόμο 99.87.

Ο Πουλής σχολιάζει, επίσης, τους «πολιτισμικούς πολέμους» που υποδαυλίζονται, τον στιγματισμό αδύναμων ομάδων, την καλλιέργεια εχθρικής στάσης απέναντί τους και τις ρατσιστικές επιθέσεις. που ωθούν το αίτημα για περισσότερη αστυνόμευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «τσιγγανοφοβία».

Εκτός από το Facebook, ο Πουλής σχολιάζει το Spotify, που με τον κατάλληλο αλγόριθμο καθοδηγεί τις προτιμήσεις μας δίνοντας ψίχουλα στους δημιουργούς. Στις πλατφόρμες όπως only fans που απαιτούν συνδρομή για να ξεκλειδώσουν, δίνεται ανθρώπινο πρόσωπο σε μια οικονομική συναλλαγή και νομίζει κανείς ότι δεν μεσολαβεί εταιρία. Οι influencers  μαζεύουν πόντους και πάνω σ’ αυτούς οι εταιρείες κτίζουν διαφημίσεις ποντάροντας στην επιδραστικότητά τους και στο όνειρο μοντέλων και καλλιτεχνών για δημοσιότητα.

Τα Uber και Airbnb, οι πλατφόρμες διαμοιρασμού,  που αφορούν εμπορικές δραστηριότητες και ανταλλαγή υπηρεσιών, στον καπιταλισμό της πλατφόρμας οι εταιρείες θεωρούν τους εργαζόμενους «ανεξάρτητους συνεργάτες» και αντί να προσλαμβάνουν υπαλλήλους περικόπτουν το εργοδοτικό κόστος περίπου 30% αποφεύγοντας να πληρώνουν υπερωρίες, δώρα, αναρρωτικές άδειες… Και οι μικροϊδιοκτήτες πιστεύουν ότι υπάρχει κοινωνική κινητικότητα και ότι μέσω της πλατφόρμας θα αποκτήσουν χρήματα.

Γενικότερα στα social media καλλιεργείται η πεποίθηση ότι τα πάντα, επιτυχίες και αποτυχίες εξαρτώνται από σένα, όπως διατυμπανίζουν και τα βιβλία αυτοβοήθειας: «σκέψου θετικά… υπάρχει κοινωνική κινητικότητα… και αν είσαι λούζερ φταις εσύ που δεν εκπληρώνονται τα όνειρά σου…»

Η τεχνητή νοημοσύνη, για την οποία όλοι μιλούν, βασίζεται στη λογοκλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας προηγούμενων δημιουργών. (Ήδη οι εκδόσεις Penguin έχουν ασκήσει αγωγές). Και δεν είναι νοημοσύνη, αλλά μίμηση νοημοσύνης. Μίμηση και κλοπή του πνευματικού κόπου και της δημιουργικότητας των ανθρώπων που μετέτρεψαν την ψυχή τους σε έργα (Ο Νικ Κέιβ είπε πως τα τραγούδια γράφονται με πόνο και ψυχή… στην τεχνητή νοημοσύνη δεν υπάρχει κανένα συναίσθημα). Βέβαια, από τη στιγμή που αναθέτουμε μια δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη, η δουλειά μπορεί να γίνει, «όμως είναι όπως ο αθλητής που σηκώνει βάρη στο γυμναστήριο αντί για σένα. Η δουλειά θα γίνει αλλά εσύ δεν θα έχεις γυμναστεί… Εκχωρούμε τη δημιουργικότητά μας σε ρομπότ», γράφει εύστοχα ο Πουλής.

Ο Πουλής ανιχνεύει και την υλικότητά της τεχνητής νοημοσύνης, που είναι βασικά το κοβάλτιο και ο κασσίτερος, και μας αποκαλύπτει ότι δεν μαθαίνουμε πως παιδιά 6 χρονών δουλεύουν στα ορυχεία του κοβαλτίου  στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που παράγει το περισσότερο κοβάλτιο από όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Και το 30% αυτής της παραγωγής προέρχεται από αυτοσχέδια ορυχεία, στα οποία το σκάψιμο γίνεται με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούσαν στα ορυχεία τον 19ο αιώνα. Στην Ινδονησία βουτούν στο νερό αναπνέοντας με καλάμια προκειμένου να ανασύρουν κασσίτερο.

Ο Πουλής καταλήγει ότι υπάρχει καλή και κακή χρήση των social media και μας θυμίζει τον ρόλο που έπαιξαν στην Αραβική Άνοιξη. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί τονίζει, να έχουμε επίγνωση του ποιος ελέγχει τα περιεχόμενα των αναρτήσεων, ποιος ρυθμίζει τις συνήθειες ή τους εθισμούς μας και με ποιο κίνητρο. Έτσι θα μπορέσουμε ίσως να επανακτήσουμε την πραγματική επικοινωνία και την ανάληψη της δημόσιας σφαίρας από τους χρήστες.

Το βιβλίο του Κωνσταντίου Πουλή είναι ένα πολιτικό βιβλίο με τεκμηριωμένες πληροφορίες και παραδείγματα από όλο τον κόσμο, που καλεί σε επαγρύπνηση  αποκαλύπτοντας τι κρύβεται πίσω από την υποτιθέμενη δημοκρατία του διαδικτύου και των ΜΜΕ.

Κωνσταντίνος Πουλής, Social Media. Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι, Gutenberg, Αθήνα 2025.

 

Προηγούμενο άρθρο Η ποιητική του κήπου (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθροO Ευριπίδης Γαραντούδης “μιλά” στον Γιώργο Σεφέρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ