Αξιολόγηση και λογοτεχνικός κανόνας: η κριτική παρρησία της Ελισάβετ Κοτζιά (της Άννα Αφεντουλίδου)

0
709
Κριτικοί εναντίον του Σαίξπηρ

της Άννας Αφεντουλίδου

 

 

Κριτικό θεώρημα

Το βιβλίο της Ελισάβετ Κοτζιά Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά Πόλις, 2020) αποτελεί έναν χάρτη πολυετούς κριτικοερμηνευτικής πορείας, ένα βιβλίο αναφοράς και ένα έργο ζωής. Συμπυκνώνοντας, συστηματοποιώντας και αναδιατάσσοντας κάτω από συγκεκριμένα σταθμά, κριτήρια και παραμέτρους όλη την τριαντάχρονη και πλέον κριτική της συνομιλία με την πεζογραφία των χρόνων 1974-2010 η συγγραφέας μάς προσφέρει το δικό της μέτρο, το προσωπικό της κριτικό θεώρημα.

Ταυτοχρόνως, η μελέτη αυτή αποτελεί μια γενναία υπεράσπιση του κριτικού λόγου, δίνοντας το διαφοροποιητικό του στίγμα από τους ετέρους περί λογοτεχνίας λόγους και αναλαμβάνοντας να υπερασπιστεί έναν, όπως υπογραμμίζει η ίδια, κλονισμένο πλέον σήμερα θεσμό έναντι άλλων ισχυροτέρων.

Παραθέτω χαρακτηριστικά, ως προς τα παραπάνω, παραθέματα από την «Εισαγωγή» της:

Την ανυποληψία στην οποία περιέπεσε η λογοτεχνική αξιολόγηση στην περίοδο 1974-2010 ο κριτικός την ένιωσε «στο πετσί του». Την εισέπραξε στα λογοτεχνικά συνέδρια, τη διαισθάνθηκε μέσα από τη σιωπή που ακολουθούσε τις αξιολογικές του κρίσεις. Συχνά ένιωσε ένοχος, αποσυνάγωγος, παλιομοδίτης, άσχετος προς τη βεβαιωμένης βαρύτητας γνώση που εξασφαλίζει η επιστημονική θεώρηση και η ανιδιοτελής ουδετερότητα των φιλολογικών σπουδών, αισθάνθηκε σαν τους ξεπερασμένους θεράποντες της ιμπρεσιονιστικής κριτικής, ένιωσε, με λίγα λόγια, πως βρέθηκε σε αναντιστοιχία προς το κυρίαρχο κλίμα, όπως εκφράστηκε από σειρά έγκυρων ονομάτων της πανεπιστημιακής κοινότητας. (σ.31)

Μερικά από τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν η κριτική, όπως η αξιολόγηση, ο λογοτεχνικός Κανόνας και η αισθητική, στην περίοδο που εξετάζουμε υπέστησαν πλήγμα και περιέπεσαν σε ανυποληψία -τουλάχιστον από την πλευρά περίοπτων θεσμών που προσδιόρισαν τον τόνο, που έδωσαν τον ρυθμό, που δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εργαστήκαμε. […] Κάνοντας για πάνω από τριάντα χρόνια πρακτική λογοτεχνική κριτική στις σελίδες του τύπου, προσωπικά κατέφυγα και στα τρία εργαλεία, της αξιολόγησης, του λογοτεχνικού Κανόνα και της αισθητικής. Αν συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως η λογοτεχνικότητα εξακολουθεί να υπάρχει, με όποιον τρόπο και να θεωρήσουμε ότι παράγεται (είτε πως υφίσταται εγγενώς και υπεριστορικώς είτε πως δημιουργείται από το βλέμμα του αναγνώστη, όπως προσδιορίζεται από τον θεσμό του λογοτεχνικού πεδίου, είτε πως παράγεται από τις αναγνωστικές παραγγελίες που αναπτύσσουν τα κειμενικά κενά για να αναφερθώ σε τρεις αντικρουόμενες απόψεις) τότε η πρωτογενής κριτική έχει ανάγκη και από την αξιολόγηση και από τον λογοτεχνικό Κανόνα και από την αισθητική.  (σ.34,35) [Οι υπογραμμίσεις δικές μου]

Θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτό ακριβώς το σημείο (της κρίσιμης αξιολόγησης) αποτελεί και μία από τις σημαντικότερες διαφορές -τουλάχιστον όσον αφορά στο επίπεδο των «προγραμματικών» εισαγωγών των μελετητών- ανάμεσα στη μελέτη της Κοτζιά και στην αντίστοιχη του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου Η κίνηση του εκκρεμούς, Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017 (Πόλις, 2018), μελέτη η οποία αφορά σε ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αλλά και ευρύτερο ως προς το φάσμα των συγγραφέων, στους οποίους αναφέρεται -που είναι σχεδόν διπλάσιοι σε αριθμό. Παραθέτω το αντίστοιχο χωρίο από τη μελέτη του Χατζηβασιλείου, για να διαπιστώσουμε την απόκλιση:

Μιλώντας για την ιστορία της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας είναι αυτονόητο ότι προσπάθησα να ακολουθήσω το τυπικό της γραμματολογίας, αλλά κατά πόσο κατάφερα να ξεφύγω όντως από τις πρώτες αξιολογικές κρίσεις επί των οποίων εδράζεται το ερμηνευτικό και το ιστορικό μου σχήμα; Το ύφος και οι διατυπώσεις μου έχουν σίγουρα μεταβληθεί και τα ένθερμα -για το καλό ή για το κακό- σχόλια της επικαιρικής κριτικής έχουν αποσιωπηθεί επί ποινή ροπάλου. Δεν μένουν, εντούτοις, ως έναν βαθμό εσωτερικευμένα; Δεν υπάρχει περίπτωση να απειλήσουν τη γραμματολογική αφήγηση με μια εισβολή από την πίσω πόρτα; Από την άλλη πάλι πλευρά σκέφτομαι πως η γραμματολογία μου δεν έχει να αντιμετωπίσει ένα ήδη ξεσκαρταρισμένο και ξεκαθαρισμένο υλικό, το οποίο έχουν διατρέξει νωρίτερα άλλες γραμματολογίες. Χρειάζεται να επαναλάβω πως πρόκειται για μια γραμματολογία που καταπιάνεται με το δεύτερο μισό του 20ου και την πρώτη δεκαπενταετία του 21ου αιώνα και με αυτό το δεδομένο είναι σχεδόν απίθανο να αποφύγει την αξιολόγηση, ένα ποσοστό αξιολόγησης δηλαδή αντλημένο από την επικαιρική κριτική. (σ.25) [Οι υπογραμμίσεις δικές μου]

Δομή και άξονες

Επιστρέφοντας στη μελέτη της Κοτζιά και επισκοπώντας τη δομή της διαπιστώνουμε ότι αρθρώνεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας συσπειρώνεται στο Α΄ μέρος, με τίτλο «Ζητήματα Μεθόδου», όπου τίθενται τα σταθμά με τα οποία χωροθετεί το πεδίο της η συγγραφέας, ήτοι την κομβικής σημασίας περιοδολόγηση η οποία διακρίνει δύο μεγάλες ομάδες: τους πεζογράφους της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου (όσους γεννήθηκαν από το 1940 έως το 1965) και αυτούς της όψιμης μεταπολιτευτικής περιόδου (που γεννήθηκαν από το 1966 έως το 1985), με προϋπόθεση να έχουν δημοσιεύσει το πρώτο τους βιβλίο μέχρι το 2010. Ακολουθεί το ζήτημα του «λογοτεχνικού Κανόνα», που εξετάζεται ιστορικά, με αναφερόμενες τις περιόδους της αμφισβήτησης  αλλά και της υπεράσπισής του, για να προχωρήσει σε μία πολύ σημαντική υποενότητα, που είναι αυτή των «ιστορικών τομών». Εδώ, με πολύ πειστικά επιχειρήματα η κριτικός υπερασπίζεται μια -όχι πολύ δημοφιλή τα τελευταία χρόνια- θέση, σύμφωνα με την οποία το 1974 μπορεί να θεωρείται ή/και να είναι μία ιστορική τομή με πολιτικά σημαντική διάσταση αλλά χωρίς άμεση και μονοσήμαντη  επιδραστικότητα στο λογοτεχνικό πεδίο. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

Στο ερώτημα ποια περιοδολογική βαρύτητα διαθέτει για την ιστορία της Λογοτεχνίας η πολιτειακή τομή του 1974 που λόγω της σημασίας της ονοματοδότησε ολόκληρη την τριακονταπενταετία, προκαταβολικά απαντώ πως, κατά τη γνώμη μου, είναι περιορισμένη (άλλο τελικά αν η Ιστορία της Λογοτεχνίας θα αποφασίσει να την επιλέξει ως εξωτερική τομή). […] Στη δεκαετία του 1970 δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις, κυοφορήθηκαν οι τάσεις και εμφανίστηκαν δειλά οι πρώτες αλλαγές, η επικράτησή τους όμως πραγματοποιήθηκε αργότερα, από την επόμενη ηλικιακή ομάδα συγγραφέων […] Η δεκαετία του 80 ή η δεκαετία του 90 όπως προετοιμάστηκαν από τα έργα της δεκαετίας του 70 εμφανίζουν περισσότερες πιθανότητες να θεωρηθούν τομή -όταν το έργο των πεζογράφων της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου είχε πια επαρκώς διαφοροποιηθεί από το παρελθόν […] (σσ.56,57,59)

Οι απόψεις αυτές υποστηρίζονται από την ανάπτυξη του Β΄ Μέρους, που κεντράρει στον δεύτερο άξονα του βιβλίου, με ποικίλα παραδείγματα, και οι οποίες αποτελούν μια θαρραλέα τοποθέτηση κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα, που αρέσκεται να υιοθετεί με μηχανιστικό τρόπο το 1974 ως χρονιά/τομή, εξομοιώνοντας το κοινωνικοπολιτικό με το λογοτεχνικό πεδίο, ωσάν η σύνθετη συγγραφική διεργασία να είναι δυνατόν να αναδιαμορφωθεί αίφνης και στιγμιαία. Αποτελεί αίνιγμα για εμένα προσωπικά, γιατί αυτή η τεκμηριωμένη και σαφής τοποθέτηση αναθεωρείται -χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα- στην αμέσως επόμενη υποενότητα με τίτλο «Ανασκευή». Στο Α΄ Μέρος πάντα, ακολουθούν υποενότητες με ζητήματα γραμματολογικά, όπως η διαφορά του Κανόνα και της Παράδοσης, οι βασικές κατευθύνσεις των Θεωριών Λογοτεχνίας καθώς και ζητήματα εννοιολόγησης της λογοτεχνικότητας και των «ευπωλήτων», όπως και θέματα εκδοτικών ποσοτικών στοιχείων και  κοινωνιολογικών προσδιορισμών.

Το Β’ Μέρος της «Ερμηνευτικής Κριτικής», μετά από το εισαγωγικό του τμήμα όπου προσδιορίζονται θέματα ταξινομίας, χωρίζεται σε επτά μεγάλα κεφάλαια, τα οποία ορίζονται και ονομάζονται από πεζογραφικές κατηγορίες: «Η ρεαλιστικών στοχεύσεων πρώιμη μεταπολιτευτική μυθοπλασία» όπου με ποικίλα ερμηνευτικά εργαλεία προσεγγίζονται συγγραφείς και έργα που χαρτογράφησαν με όρους ρεαλιστικού αποτυπώματος την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. Οι υποενότητες του κεφαλαίου (π.χ. «Οι δημόσιες παθογένειες», «Η Αριστερά», «Ελληνικότητα και Ευρώπη», «Ο ιδιωτικός βίος», «Γυναικεία χειραφέτηση» κ.α.) είναι αποκαλυπτικές για την μεγάλη εποπτεία του χώρου αλλά και για την προσπάθεια καταγραφής όλων των πλευρών ενός τόσο ευρέος φάσματος πεζογραφικών έργων. Το κεφάλαιο κλείνει με «Συμπεράσματα» και έναν κατάλογο των συγγραφέων, στα έργα των οποίων έχει γίνει αναφορά σε όλες τις προηγούμενες σελίδες του. Με έναν ομόλογο τρόπο αναπτύσσονται τα υπόλοιπα έξι κεφάλαια για την «παρωδιακή», «ιστορική», «αστυνομική», «φανταστική» μυθοπλασία, τη «ρεαλιστικών στοχεύσεων όψιμη μεταπολιτευτική μυθοπλασία» και τέλος για τη «μυθοπλασία των μεσοπολεμικών και μεταπολεμικών πεζογράφων στη μεταπολιτευτική περίοδο». Ακολουθεί ένα σύντομο μέρος που ονομάζεται «Παρέκβαση» και μιλά «Για τη μεταφυσική της φόρμας», όπου καταλογογραφείται πληθώρα στοιχείων και αναφορών σχετικών με τη φόρμα, το ύφος και τις αφηγηματικές εκδοχές συγγραφέων της περιόδου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο έναν αφηγηματολογικό χάρτη της πεζογραφίας, όπου μπορεί κανείς να ιχνηλατήσει την φυσιογνωμία, τις υφολογικές επιλογές και να διαγνώσει με πολλά παραδείγματα τις γέφυρες που οδήγησαν στην πεζογραφική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών. Η κοχλιωτή αυτή δομή δημιουργεί μία μικρή δυσκολία αναγωγών στον ίδιο συγγραφέα ή σε επί μέρους έργα του, τα οποία πρέπει ο αναγνώστης να τα τοποθετήσει σε μια νοητή γραμμή, για να διαπιστώσει τα εξελικτικά του στάδια ή τις τομές του.

Ακολουθεί το Γ’ Μέρος με τον άξονα της «Αξιολογικής Κριτικής» όπου η μελετήτρια χτίζει τον προσωπικό Λογοτεχνικό της Κανόνα με 180 πεζογράφους, στους οποίους αναφέρεται με σύντομα εργοβιογραφικά σημειώματα και κρίσεις για το έργο τους. Το Μέρος αυτό του βιβλίου δέχτηκε αμφισβητήσεις και ήγειρε ενστάσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε είδους «Κανόνα». Θεωρώ ότι είναι μία ενσυνείδητη επιλογή με την οποία η συγγραφέας αναλαμβάνει θαρρετά το ρίσκο του λάθους και της υποκειμενικότητας. Εξάλλου, στο τμήμα αυτό του βιβλίου, που έχει τη μορφή ενός μικρού οδηγού/λεξικού, ο μελετητής, ο φοιτητής, ο μαθητής μπορεί να αναζητήσει και να αντλήσει ευσύνοπτες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για συγγραφείς και βιβλία.

Για την «θυελλώδη σχέση» ξανά

Επιλογίζοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως αποτέλεσε πολύ δυσάρεστη έκπληξη το γεγονός ότι στη Βραχεία Λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2021 στην κατηγορία Δοκιμίου-Κριτικής δεν συμπεριελήφθη η μελέτη κριτικής της Ελισάβετ Κοτζιά -η οποία θα αποτελέσει αναμφισβήτητα ένα από τα βιβλία αναφοράς της περιόδου, ασχέτως των επί μέρους διαφορετικών εκτιμήσεων ή επιλογών που θα μπορούσε κάποιος να κάνει. Το γεγονός δε, ότι δεν θεωρήθηκε ούτε ένα βιβλίο Κριτικής άξιο να συμπεριληφθεί στη λίστα αυτή, όπου κυριάρχησαν οι ιστοριογραφικές και φιλολογικές μελέτες, εκ των οποίων αντλήθηκε και το Βραβείο, αποτελεί όχι μόνο απογοητευτική αλλά μάλλον σκανδαλώδη επιλογή. Ακόμη σκανδαλωδέστερο είναι το γεγονός ότι, ενώ ο νομοθέτης επέλεξε να ορίσει με τέτοιον τρόπο τη συγκρότηση των Κριτικών Επιτροπών, ώστε να υπάρχει αντιπροσώπευση από διαφορετικούς χώρους και να εξασφαλίζεται έτσι μια «δικαιότερη» ισορροπία, προβλέποντας να αποτελούνται: από τρία μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, τρεις συγγραφείς και τρεις κριτικούς, στην παρούσα επιτροπή η αναλογία αυτή έχει με έναν πλάγιο τρόπο κλονιστεί. Κάποιοι που μετέχουν στην Επιτροπή με την ιδιότητα του «κριτικού» (διαθέτοντας ολιγάριθμη κριτικογραφία) έχουν ως «δεύτερη» ή/και λανθάνουσα ιδιότητα αυτή του μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας, διαταράσσοντας έτσι την νομοθετημένη ισορροπία, ξεκάθαρα υπέρ της «ακαδημαϊκής» οπτικής, η οποία έχει την απόλυτη πλειοψηφία. Μήπως εκεί βρίσκεται, άραγε, και το κλειδί της αρνητικής στάσης της Επιτροπής έναντι ενός βιβλίου με έντονο κριτικό βάρος; Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι αυτοί που μετέχουν στην επιτροπή ως «κριτικοί» δέχτηκαν να μην υπάρχει ούτε ένα βιβλίο κριτικής στη φτωχότερη λίστα των Βραβείων της οικείας κατηγορίας (μόνο 6 βιβλία έναντι 8 και 9 βιβλίων σε Λίστες άλλων κατηγοριών); Τόσο φτωχή και ανάξια συμπερίληψης η κριτική άποψη, ώστε να είναι άξια να προκριθεί η φιλολογική Εισαγωγή ενός τόμου Απάντων, αλλά όχι ένα βιβλίο που αποτυπώνει με μεθοδολογία και τεκμηρίωση, παρόλες τις κάποιες δομικές του αρρυθμίες, το κριτικό συμπύκνωμα μιας ολόκληρης εποχής; Πόσο τυχαίο είναι ότι οι τέσσερεις από τους μετέχοντες στη Βραχεία Λίστα προέρχονται από τον χώρο της Ιστορίας και ότι τέσσερεις τουλάχιστον διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο; Ή μήπως οι μελέτες που προκρίθηκαν είναι αψεγάδιαστες και αν τύχουν αναλυτικής κριτικής προσέγγισης δεν θα εγερθούν επί μέρους ενστάσεις;

Η αλήθεια είναι ότι αυτήν την νέα θέαση των προαναφερομένων μού την αποκάλυψε -με τον μαγικό τρόπο που αίφνης μάς κάνουν ορατό κάτι που από καιρό βρισκόταν προ των οφθαλμών μας- το πρόσφατο και πολύ σημαντικό βιβλίο της Βενετίας Αποστολίδου Η Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο (Πόλις, 2022) που αναδεικνύει και φέρνει ξανά στο προσκήνιο, με εντυπωσιακό και αναμφισβήτητο τρόπο, μια παλαιόθεν διαμάχη. Παραθέτω σχετικά:

Η σχέση που παρουσιάζεται ως η πιο θυελλώδης στην πορεία της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας [των νεοελληνιστών επιστημόνων δηλαδή που διαμορφώνονται εντός των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων] είναι εκείνη με την εξωπανεπιστημιακή κριτική της λογοτεχνίας· την ονομάζω θυελλώδη (ένα παράδειγμα είδαμε στην αρχή τούτης της εισαγωγής με τον Πάνο Θασίτη) διότι από τη μια η κριτική δραστηριότητα υποψηφίων καθηγητών της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας θεωρήθηκε πολλάκις μειονέκτημα για την εκλογή τους, ενώ από την άλλη τα εκλεκτορικά σώματα ζητούσαν από τον «μέλλοντα να διδάξη εν τω Πανεπιστημίω νεοελληνικήν λογοτεχνία και κειμενοδιφικές ικανότητες και ερμηνευτική και κριτική δύναμη». (σ.24) [Αναφορά στο άρθρο του Πάνου Θασίτη στο Αντί (1983) όπου μιλούσε για την «άλωση» της λογοτεχνικής κριτικής από τους φιλολόγους πανεπιστημιακούς καθηγητές και τα «δεινά» που προκλήθηκαν από τη μετατόπιση της κριτικής «εξουσίας» στο λογοτεχνικό πεδίο (Πόσο μάλλον σήμερα, θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει, που η μετατόπιση γίνεται ακόμη λοξότερα, προς τον άξονα των Ιστοριογραφικών Σπουδών). Καθώς και στην αντιστρόφως ανάλογη αναφορά του Νάσου Βαγενά το 1985 πάλι στο Αντί, όπου υποστήριζε πως η ανάπτυξη της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας θα σημάνει ένα «ευδοκιμότερο» μέλλον για τη νεοελληνική κριτική συνολικά.(σ. 17)]

Αυτήν τη διαμάχη για άλλη μια φορά, η Ελισάβετ Κοτζιά «ένιωσε ως κριτικός», για να χρησιμοποιήσω ξανά τη δική της φράση, «στο πετσί της». Νομίζω ότι πλήρωσε με την εξαίρεση του βιβλίου της από τις Βραχείες Λίστες των ακαδημαϊκοκεντρικών επιτροπών την παρρησία να υπερασπιστεί το κριτικό της θεώρημα, σε μια εποχή που οικοδομείται ξανά ένα νέο «ερμηνευτικό» κατεστημένο, το οποίο, πρεσβεύοντας μια στρεβλή συμπερίληψη «πολιτισμικού τύπου», οδηγεί στην υποβάθμιση, την ισοπέδωση και τον εξοβελισμό του κριτικού λόγου, στο όνομα πάντα μιας θεωρητικολάγνας και επιστημονικομανούς (ή επιστημονικοφανούς;) ρητορείας.

 

Ελισάβετ Κοτζιά Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά Πόλις, 2020)

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΠερί συν-συγγραφής (του Χρήστου Δανιήλ)
Επόμενο άρθροΈντομα… μπλιάχ;   (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ