Περί συν-συγγραφής (του Χρήστου Δανιήλ)

0
499

του Χρήστου Δανιήλ 

Σχόλια για τη (συν-)συγγραφή ενός βιβλίου ή υλικό για ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής

Μία από τις πλέον διαδεδομένες απόψεις που κυκλοφορούν για τη διαδικασία της γραφής είναι πως πρόκειται για μια πολύ μοναχική δουλειά. Ο συγγραφέας, απομονωμένος από το περιβάλλον του, ακόμη κι όταν βρίσκεται με κόσμο, δουλεύει στο μυαλό του και στη συνέχεια στο χαρτί ή στον υπολογιστή του το όραμα που έχει συλλάβει για το βιβλίο του. Οι σκέψεις και οι ιδέες του γι’ αυτό, ακατέργαστες ακόμη, είναι σχεδόν αδύνατον να μοιραστούν σε άλλους, να κοινοποιηθούν, εάν προηγουμένως δεν αρχίσουν να παίρνουν υπόσταση σε αυτό που, συμβατικά, θα ονομάσουμε «χαρτί». Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι φορές που οι συγγραφείς, σύμφωνα με δηλώσεις τους, βρίσκονται προ εκπλήξεως· αλλιώς είχαν σχεδιάσει το κείμενό τους, μα αυτό σαν να αυτονομείται, ακολουθεί άλλες κατευθύνσεις, δείχνει να υλοποιείται, σχεδόν, ερήμην τους. Αυτοί απλώς ακολουθούν, υπηρετούν την έμπνευσή τους. «Οι ήρωές μου καθοδηγούν την πλοκή του βιβλίου μου» (ή κάποια άλλη παρόμοια) είναι μία από τις πλέον διαδεδομένες φράσεις  που μπορεί κανείς να διαβάσει σε συνεντεύξεις λογοτεχνών.

Στα επιστημονικά κείμενα και στις μελέτες ο βαθμός αυτοσχεδιασμού και αυθαιρεσίας είναι πολύ πιο περιορισμένος. Απαιτούν συστηματική έρευνα, σχεδιασμό, δομική οργάνωση, τεκμηρίωση. Όμως και εκεί ο κάθε μελετητής/συγγραφέας, από τη στιγμή που διατυπώνει τις σκέψεις του σε γραπτό λόγο, μπορεί να δώσει το προσωπικό του στίγμα, το δικό του ύφος γραφής. Μπορείς να διαβάσεις το πλέον ενδιαφέρον επιστημονικό ζήτημα με τον πλέον αδιάφορο ή βαρετό τρόπο· και αντιστρόφως. Η αποδοχή και η επιτυχία που συναντούν π.χ. τα έργα των Harari και Mazawer προφανώς και δεν οφείλονται αποκλειστικά στην επιστημονική τους επάρκεια.

Σπάνιες είναι οι φορές που συναντά κανείς δύο ή και τρία ονόματα συγγραφέων στον τίτλο ενός βιβλίου ή ενός άρθρου. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε άρθρα προερχόμενα από τα πεδία των θετικών επιστημών ή της ιατρικής που συνυπογράφονται από πολυμελείς ομάδες. Αυτά συνήθως καταγράφουν τα πορίσματα ερευνητικών προγραμμάτων, οπότε και υπογράφονται από όλα τα μέλη της ομάδας. Εκεί τα περιθώρια προσωπικής παρέμβασης ή δημιουργίας ύφους είναι ελάχιστα εάν όχι ανύπαρκτα. Από την άλλη, στο πεδίο της λογοτεχνίας όταν συναντούμε περισσότερα του ενός ονόματα αυτό συνήθως παραπέμπει στη συγγραφή-σκυταλοδρομία, πχ. Το μυθιστόρημα των τεσσάρων των Τερζάκη, Βενέζη, Μυριβήλη, Καραγάτση ή Το παιχνίδι των τεσσάρων των Μουρσελά, Σκούρτη, Σουρούνη, Τατσόπουλου ή το πολύ πρόσφατο Άρης των Μιχάλη Μαρκόπουλου και Ελένης Κοφτερού. Ακόμη και στα δείγματα ομαδικής αυτόματης γραφής που διαθέτουμε, π.χ. αυτά που παραθέτουν ο Ελύτης και ο Κακναβάτος σε δοκίμιά τους, χρησιμοποιείται μία παύλα (-) για να δηλωθεί η αλλαγή του προσώπου που γράφει. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις βιβλίων που συνυπογράφονται από δύο συγγραφείς χωρίς να δηλώνεται η ακριβής συνεισφορά του καθενός. Αυτές αφορούν είτε θεωρητικούς επιστήμονες με κοινές, λίγο-πολύ, απόψεις (πχ. Τα εμφύλια πάθη των Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη ή το 10+1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό των Κωστή Καρπόζηλου και Δημήτρη Χριστόπουλου, αν και υποθέτω πως σε αυτές τις περιπτώσεις θα υπήρχε ένας σχεδιασμός/καταμερισμός της ύλης) είτε, κυρίως, πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες που έχουν στενή φιλική σχέση μεταξύ τους (π.χ. το Livewire των Ρέννου Οιχαλιώτη και Πέτρου Στεφανέα ή το Έχετε 9 κοινούς φίλους των Νίκου Βουτσινά και Έφης Λαμπρινίδου, όπου υποθέτω πως εκτός από την συνυπογραφή υπάρχει και το στοιχείο της συν-συγγραφής).

Η ελληνική γλώσσα δυσκολεύεται ακόμη και να βρει μία λέξη για να δηλώσει αυτή τη διαδικασία: τη διαδικασία της από κοινού συγγραφής ενός κειμένου. Άλλωστε η ίδια η λέξη που χρησιμοποιούμε για τη διαδικασία της γραφής ενός βιβλίου εμπεριέχει εντός της την πρόθεση που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε το μαζί,  την πρόθεση «συν»: συγγραφή. Μαζί με ποιον άραγε συν-γράφει ένας συγγραφέας; Με τον εαυτό του, είναι μια πρώτη απάντηση. Σύμφωνα με τα λεξικά η πρόθεση συν μπορεί, εκτός από την κοινού ενέργεια και την στενή σχέση, να δηλώνει και την συγκέντρωση ή να χρησιμοποιείται επιτατικά. Μάλλον έτσι λειτουργεί και το συν μπροστά από το γράφω. Επιτατικά της έννοια της λέξης που ακολουθεί. Πώς όμως δηλώνεται η από κοινού συγγραφή ενός κειμένου; Με το αμήχανο συν-συγγραφή και τη διπλή επανάληψη της πρόθεσης;

*

Το νέο μου βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Άγρα Το περιοδικό Τετράδιο (1945, 1947), Δρόμοι του μοντερνισμού. Το αρχείο του περιοδικού Τετράδιο και το ανέκδοτο Τετράδιο Τέταρτο, είναι προϊόν μιας τέτοιας συν-συγγραφής (άραγε σε αυτήν την περίπτωση επιτρέπεται η χρήση του κτητικού μου😉 με τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη. Προσωπικά δεν ήταν η πρώτη φορά που ενεπλάκην σε μία τέτοια διαδικασία. Με την ένταξή μου στην Ομάδα Λογοτεχνίας το 2002 και τη συμμετοχή της στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων είχα συνυπογράψει κάποια εκπαιδευτικά κείμενα με τον Γρηγόρη Πασχαλίδη, παλαιό φίλο από τα χρόνια των Ιωαννίνων· εκεί όμως είχαμε μοιράσει τη δουλειά, ο καθένας είχε αναλάβει από ένα τμήμα τους και στη συνέχεια απλώς συστεγαστήκαν οι επιμέρους γραπτές καταθέσεις. Πιο ουσιαστική συν-συγγραφή είχε ένα απολογιστικό άρθρο που συνυπογράφουμε με τις Βενετία Αποστολίδου και Ελένη Χοντολίδου, με τη λήξη του ίδιου Προγράμματος το 2015· εκεί όμως είχαν προηγηθεί 12 χρόνια στενής συνεργασίας με τις συνυπογράφουσες και, χωρίς να δηλωθεί ρητώς, αναπτύξαμε ο καθένας και η καθεμιά διαφορετικά σημεία του άρθρου, τα οποία και συνενώσαμε ενώ τα ομογενοποιήσαμε γλωσσικά και υφολογικά. Επρόκειτο για μια εξαιρετική συνεργασία και εμπειρία, όπου το ομαδικό υπερνικούσε το ατομικό, όπου το (συγγραφικό) εγώ υποτασσόταν στις επιδιώξεις και τις στοχεύσεις της ομάδας.

Όταν την αμέσως επόμενη χρονιά, το 2016, συζητούσαμε με τον εκδότη της Άγρας Σταύρο Πετσόπουλο την προοπτική έκδοσης ενός βιβλίου για το περιοδικό Τετράδιο, το αρχείο του οποίου βρίσκεται στα ΑΣΚΙ, ήταν εξαρχής σαφές πως αυτό θα γινόταν με τη συνεργασία του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη· ο Καραμανωλάκης είχε επιμεληθεί το αρχείο Ξύδη στα ΑΣΚΙ (το οποίο και εμπεριέχει το αρχείο του περιοδικού) και είχε δημοσιεύσει το 2002 ένα πολύ περιεκτικό άρθρο γι’ αυτό. Ειλικρινά δεν ξέρω ποιοι ήταν ακριβώς οι λόγοι που με ώθησαν σε αυτό, ίσως η έλλειψη που ένιωθα από τη λήξη των εργασιών της Ομάδας Λογοτεχνίας, ίσως το γεγονός πως μόλις είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με αρχειακό υλικό που διέθετε δύο εισαγωγές από τους επιμελητές του, καθώς δεν είχαν συμφωνήσει στη συγγραφή μία κοινής, ίσως επειδή επηρεάστηκα από το συνεργατικό πνεύμα που διέκρινε την ομάδα έκδοσης του Τετραδίου· πάντως η αλήθεια είναι πως την πρόταση που απηύθυνα στον Καραμανωλάκη, τον οποίο γνώριζα μόνο εξ ακοής, δεν την πολυσκέφτηκα: αντί να μοιράσουμε τη δουλειά και τα πεδία, ιστορικός άλλωστε ο ένας, φιλόλογος ο άλλος, δύσκολα θα κατηγορούσε ο ένας τον άλλον για εισπήδηση, να επιχειρήσουμε να γράψουμε ένα κείμενο παρουσίασης του αρχειακού υλικού από κοινού. Κυριολεκτικά όμως. Ένα συλλογικό κείμενο που θα το συνυπογράφουμε και οι δύο. Ειλικρινά δεν ξέρω ποιοι ήταν ακριβώς οι λόγοι που τον ώθησαν σε αυτό, ούτε και τον έχω ρωτήσει ποτέ, πάντως ο άγνωστός μου τότε Βαγγέλης Καραμανωλάκης, παραδόξως, δέχθηκε την πρόταση.

Στην εύλογη ερώτηση του Καραμανωλάκη «και πώς θα το κάνουμε αυτό;» δεν είχα ξεκάθαρη απάντηση. Τα δεδομένα που είχαμε ήταν το αρχείο του περιοδικού, το άρθρο του 2002 και η διάθεση να δοκιμάσουμε κάτι καινούριο. Ήταν σαφές πως θα θέταμε ως αφετηριακή μας βάση το παλαιότερό του κείμενο και για το λόγο αυτό του ζήτησα την άδεια να έχω το ελεύθερο να παρέμβω στο κείμενό του με όποιον τρόπο ήθελα και στη συνέχεια θα κινούμασταν αναλόγως, βλέποντας και κάνοντας. Το έκτασης περίπου 6.500 λέξεων αρχικό κείμενο που είχα στη διάθεσή μου το δούλεψα με μεγάλη ελευθερία. Άλλαξα τη δομή του ώστε να γίνει, κατά τη γνώμη μου, πιο λειτουργική και βοηθητική στην ανάγνωση, αλλά και να μπορεί να δεχθεί μεταγενέστερες προσθήκες και παρεμβάσεις, έκανα αλλαγές σε επίπεδο γλώσσας και ύφους. Άλλαξα διατυπώσεις και εκφράσεις, ενώ προχώρησα σε μικρές προσθήκες, και επέστρεψα ένα κείμενο 10.000 λέξεων προκειμένου να έχουμε μια επικαιροποιημένη βάση αναφοράς.

Το αρχικό ήταν και το πιο δύσκολο στάδιο της συνεργασίας μας καθώς δεν πληρούνταν κανέναν από τους παραπάνω όρους για τη δημιουργία συνεργατικής γραφής. Δύο εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, προερχόμενοι από διαφορετικά επιστημονικά πεδία και με διαφορετικό background και status, που ζούσαν σε διαφορετικές πόλεις, και οι οποίοι επιπλέον είχαν κι άλλες προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές υποχρεώσεις και προτεραιότητες. Έπρεπε να γίνει σειρά συζητήσεων για να διαπιστωθεί πως τελικά υπήρχε μία σχετικά κοινή οπτική, ένας σχετικά κοινός τρόπος θέσης και ερμηνείας των πραγμάτων, έπρεπε να συγχρονιστούν οι διαθέσιμοι χρόνοι, έπρεπε να αρθούν παρεξηγήσεις και παρερμηνείες, αναπόφευκτες στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πόσο μάλλον μεταξύ αυτών που μόλις γνωρίζονταν, έπρεπε εν τέλει να περάσουμε από τον πληθυντικό της ευγένειας της πρώτης συνάντησης στον ενικό της άνεσης και του πειράγματος. Όχι πως δεν υπήρχαν προστριβές και εντάσεις, σε σημείο μάλιστα που κάποια στιγμή το όλο εγχείρημα να απειληθεί με ματαίωση, αλλά στο τέλος, κι έπειτα από αμοιβαίες υποχωρήσεις, υπομονή στο χρόνο και τις ευαισθησίες του άλλου, και, κυρίως, αλληλοσεβασμό, κερδήθηκε η απαραίτητη για την περίσταση εμπιστοσύνη. Το εγώ υποχώρησε στην προοπτική της συλλογικής προσπάθειας, άλλωστε ο καθένας μας είχε ήδη διαγράψει μία πορεία στον χώρο του, δεν είχαμε να αποδείξουμε τίποτα, ούτε ο ένας στον άλλο ούτε και σε οποιοδήποτε τρίτο. Αναλάβαμε μια πρωτοβουλία με δική μας επιλογή, στο χέρι μας ήταν να την φέρουμε εις πέρας.

Έπειτα από όλα αυτά που κράτησαν σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο, το έδαφος είχε πλέον λειανθεί. Μέσω mail το αρχείο με το κείμενό μας πηγαινοερχόταν διαρκώς από τον έναν στον άλλον. Κάθε φορά και πιο μεγάλο σε έκταση, κάθε φορά εμπλουτισμένο με νέα στοιχεία, νέες κατευθύνσεις ή αναθεωρήσεις παλαιότερων γραφών. Στην αρχή σημειώναμε είτε σε σχόλιο είτε με άλλο χρώμα τις αλλαγές, προσθήκες, αφαιρέσεις που επιφέραμε στο κείμενο ώστε να είναι άμεσα εντοπίσιμες. Στο τέλος ούτε καν αυτό. Παρεμβαίναμε ο καθένας στο κείμενο, σε όποιο σημείο κρίναμε σκόπιμο χωρίς να εξετάζουμε ποιος ήταν ο αρχικός συγγραφέας του. Αλλάζαμε σύνταξη, αλλάζαμε δομή, αλλάζαμε σχόλια και παρατηρήσεις. Εάν στην επιστροφή του αρχείου αυτά παρέμεναν, σήμαινε πως γινόταν αποδεκτά από τον άλλο. Ο καθένας μας διατηρούσε το δικαίωμα του veto αλλά δεν θυμάμαι να το χρησιμοποιήσαμε. Για κάποια λίγα επίμαχα σημεία, ιδεολογικής φύσης ή αιχμηρής κριτικής προς απόψεις και πρόσωπα, έπειτα από πολύωρες τηλεφωνικές συνομιλίες βρισκόταν κοινός τόπος χωρίς όμως να αισθάνεται κανένας μας πως το τελικό κείμενο αλλοίωνε τα πιστεύω του.

Ξαναδιαβάζοντας, έπειτα από καιρό, το κείμενο που παραδώσαμε στην Άγρα για έκδοση, με αφορμή τη διαδικασία διόρθωσής του, διαπιστώνω έκπληκτος πως πλέον δεν θυμάμαι εάν εκείνη ή η άλλη έκφραση ή διατύπωση ανήκει στον έναν ή στον άλλον, εάν το συγκεκριμένο σχόλιο ή παρατήρηση είναι δική μου ή του Βαγγέλη. Ναι, θα μπορούσε να είναι είτε του ενός είτε του άλλου, άλλωστε το συνυπογράφουμε.

(Σημείωση: Για να είμαι, βέβαια, απολύτως ειλικρινής, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας με την επιμελήτρια, κάθε φορά που εκείνη εντόπιζε κάποια αστοχία είτε σε επίπεδο περιεχομένου είτε σε γλωσσικό επίπεδο, και καθώς ο Βαγγέλης βρισκόταν σε ταξίδι αναψυχής αφήνοντας σε εμένα τη δουλειά, εγώ απέδιδα την κάθε αστοχία στον Βαγγέλη!)

 

 

Προηγούμενο άρθροΕντός κι ενάντια στον Κανόνα ,Καταφύγια και θηρευτές — Ποιήματα και επιστολές της Emily Dickinson (του Αλέκου Λούντζη)
Επόμενο άρθροΑξιολόγηση και λογοτεχνικός κανόνας: η κριτική παρρησία της Ελισάβετ Κοτζιά (της Άννα Αφεντουλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ