γράφει η Εριφύλη Μαρωνίτη
Η πρώτη νουβέλα της Πελαγίας Μπότση, συγγραφέας που έως τώρα είχε ασχοληθεί κυρίως με το παιδικό βιβλίο, υπήρξε ένας ευχάριστος, αναγνωστικός αιφνιδιασμός. Καθώς, «Ο Φτωχός Συγγενής» δεν αποτελεί απλώς μια, λίγο πολύ αναμενόμενη για μία συγγραφέα μετάβαση, ένα πέρασμα από μία λογοτεχνική κατηγορία σε μια άλλη. Αλλά ήδη από τις πρώτες σελίδες, η διήγηση αποκαλύπτει μια στροφή 180 μοιρών, από το φως, τη συμφιλίωση, τα χρώματα, το αισιόδοξο παιχνίδι των παραμυθικών διηγήσεων, στα σκοτεινά νερά μιας τραυματισμένης ενηλικίωσης. Λες και η πεζογράφος γύρισε προς τη μεριά του αναγνωστικού κοινού την άλλη όψη του καθρέφτη, δείχνοντας – χωρίς περιστροφές- στην αντανάκλασή του, τη ζοφερή βεβαιότητα ότι ο παράδεισος των ενηλίκων έχει για πάντα χαθεί, μαζί και η ελπίδα ανάκτησης του.
Αναπόφευκτα αναρωτιέται κάποιος, τί έστρεψε την Πελαγία Μπότση στη νέα αφηγηματική φόρμα, στη νουβέλα. Ποιο βίωμα ή ερέθισμα επέδρασε καταλυτικά στην μεταποίηση της αφηγηματικής της φωνής ;
Η μεταστροφή αυτή, μας λέει η συγγραφέας, ήρθε ως λογοτεχνική ενηλικίωση. Δεν ξέρω αν θεωρείται προηγούμενο συγγραφικό βήμα, αλλά, όπως οι περισσότεροι που γράφουν, από παιδί εκφραζόμουν μέσω του γραπτού λόγου, κυρίως μέσω της ποίησης. Τα ποιητικά εγχειρήματα διαδέχτηκε μια εξίσου συμβολική γλώσσα, το παραμύθι, δηλαδή μία γλώσσα επικοινωνίας με τα παιδιά, με τα οποία εργαζόμουν επί χρόνια. Μέσα από το μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής ήρθα σε επαφή με τον ρεαλιστικό λόγο και αναγκάστηκα να περάσω από το «υπαινίσσομαι» στο «λέω». Αυτό με απελευθέρωσε, δίνοντάς μου τον χώρο να αποτυπώνω με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τις θεατρικές εικόνες που έχω στο μυαλό μου.
Εν αρχή βεβαίως είναι η ιστορία. Με δυο λόγια : λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Κώστας – που είναι και ο κεντρικός ήρωας – αναλαμβάνει να ενημερώσει τους – πλέον – άγνωστους συγγενείς για την αποποίηση της περιουσίας και του υπέρογκου χρέους που κρύβει. Έχοντας χάσει κι ο ίδιος τα πάντα, ο Κώστας αναγκάζεται να περάσει στο μόνο διασωθέν ακίνητο της οικογένειας, ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη, ατελείωτες και βασανιστικές ώρες με μια ετερόκλητη ομάδα που καμία οικειότητα δεν του εμπνέουν στο παρόν. Θα διασωθεί;
Ο «φτωχός συγγενής» μοιάζει με ιστορία αρχικά οικεία: μια μικροαστική ή μεσοαστική οικογένεια με τα εσωτερικά δράματα, τα μυστικά, τις αποσιωπήσεις , τα ψέματα, τις προδοσίες. Καθώς όμως η πλοκή εξελίσσεται, το νυστέρι της αφήγησης μπαίνει βαθιά, αριστοτεχνικά και τολμηρά, ξηλώνοντας σταδιακά όλες τις συμβάσεις και τις ψευδαισθήσεις. Αποφεύγοντας το κραυγαλέο, τους μελοδραματισμούς, η Μπότση φωτίζει τις λεπτές αλλά υπαρκτές και βασανιστικές πτυχές ενός δράματος που εστιάζεται στον κεντρικό ήρωα, δίχως όμως να περιορίζεται σε αυτόν. Διαβάζουμε σ’ ένα σύντομο απόσπασμα τον ενδεικτικό εσωτερικό μονόλογο του Κώστα.
«Προτιμούσα να νομίζω πώς δεν διάβαζα τα σημάδια σωστά, πως κάτι δεν πήγαινε καλά πια με το μυαλό μου. Πόσο απελπισμένα ήθελα να μην ξέρω»
Υιοθετώντας το μοντέλο του «παντογνώστη αφηγητή», η συγγραφέας όμως ξέρει τί κρύβουν οι υπεκφυγές του ήρωα, και δεν διστάζει να ανασύρει στην επιφάνεια τα «κακώς κείμενα». Μας διευκρινίζει :
Δεν επιχειρώ απλώς να ανασύρω στην επιφάνεια μια περιθωριακή φιγούρα της δεκαετίας του ΄90, αλλά μια οικογενειακή δομή: το απορριφθέν μέλος. Πολλές φορές επιλέγεται ένα μέλος πάνω στο οποίο εκφράζονται όλες οι σκιές της οικογένειας, ζητήματα που δεν αναγνωρίζονται. Τότε η οικογένεια γίνεται φορέας ιεράρχησης και όχι απλώς τόπος φροντίδας. Εκεί που ανήκεις, εκεί εξορίζεσαι.
Στον αγώνα για τη προσωπική, έστω και τραυματισμένη επιβίωση, εύστοχα η συγγραφέας χρησιμοποιεί το μοτίβο της μεταμόρφωσης, όπως άλλωστε δηλώνεται και στην προμετωπίδα του βιβλίου, με ποίημα της Κικής Δημουλά για τη μεταμόρφωση του Δία σε κύκνο προκειμένου – όπως λέει ο μύθος – να κατακτήσει τη Λήδα. Τί βαθύτερο σημαίνει η επιλογή αυτής της θεματικής;
Η ρήξη της ταυτότητας εκφράζεται με τη μεταμόρφωση, όχι με την αλλαγή, εξηγεί η Πελαγία Μπότση. Στους δύο κεντρικούς ήρωες, στον αφηγητή ηθοποιό και στην τρανς Λήδα, επιχειρείται η ρήξη της εικόνας με τη θέση τους στον κόσμο. Στην περίπτωση του ηθοποιού, βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή σχέση με την ταυτότητα, μέσα από το ασφαλές περιβάλλον της σκηνής. Και μάλιστα επιβραβεύεται γι’ αυτό. Κάτι το οποίο δεν ισχύει για το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο της ιστορίας, την τρανς Λήδα, η οποία τιμωρείται για την μεταμόρφωσή της.
Η Λήδα έχει πιο οντολογική σχέση με τη μορφή. Σας πάω στο υπόστρωμα της ιστορίας, όπου υπάρχει η περιγραφή του πατέρα της τη στιγμή που καίγεται το πρόσωπό του εξαιτίας μιας απροσεξίας της ως μικρός Νίκος (το οποίο είναι το νεκρό όνομα της Λήδας). Αυτή η σκηνή αποκτά σχεδόν μυθολογική σημασία για την οικογένεια Παπαδάκη, γιατί συνδέει τη μορφή με την ντροπή. Η Λήδα λοιπόν, δεν θέλει να είναι το άτομο που κατέστρεψε τον πατέρα. Θέλει να εγγράψει το σώμα της πέρα από αυτή τη σκηνή.
Η Λήδα η οποία καταφέρνει κι επιβιώνει μέσα σε ένα περιβάλλον που σκοτώνει ό,τι την καθρεφτίζει. Στην ιστορία, η δεκαετία του ΄90 λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού για τις ταυτότητες φύλου. Δεν την αναγνωρίζει κανείς. Η φωνή της γίνεται αντιληπτή ως φασαρία, που όταν δεν την αγνοούν, τη φιμώνουν.
Εκτός από το μοτίβο της μεταμόρφωσης, έτερος σημαντικός προωθητικός μοχλός της πλοκής, στη νουβέλα της Πελαγίας Μπότση είναι το θέμα της ήττας. Ματαιωμένοι έρωτες και γάμοι που διαλύονται σκληρά (Κώστας), όνειρα (τέχνες) και φιλοδοξίες που χάθηκαν, συναισθήματα που ξεθώριασαν, μια γενιά που πεθαίνει και μαζί της οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. (γιαγιά). Τελικά Πελαγία πώς λειτουργεί η ήττα;
Η ήττα αναδιατάσσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον εαυτό σου. Κατάρρευση ή έναρξη. Στην τέχνη, βέβαια η ήττα μπορεί να γίνει παραγωγική. Κάνεις συμβολική αναπαράσταση της ήττας και μπορείς να έχεις λόγο πάνω στη στιγμή, να παρέμβεις. Όταν σου δίνεται η χάρη του πόνου, μπορείς να γίνεις δημιουργικός.
Ως συμπληρωματικά, αλλά διόλου τυχαία επιλεγμένα στοιχεία στη νουβέλα, είναι οι γεωγραφικοί τόποι – πραγματολογικοί και αφηγηματικοί. Δύο αντίθετοι πόλοι, ο ένας, αστικός – η Κυψέλη – και μάλλον έως πρόσφατα ταυτισμένος με την αστική παρακμή. Ο άλλος της ελληνικής περιφέρειας, με φορτίο ιστορίας και σύμβολο μιας μάλλον πλέον στρεβλωμένης αρρενωπότητας, αυτονομίας, σκληρότητας κι εντέλει βίας – η Κρήτη. Μιλάει, ή μάλλον μονολογεί και πάλι ο Κώστας.
«Ήμουν πάντα λίγος. Ο φτωχός συγγενής. Το ίδιο κι εκείνη, η παλιά μου κρητική γενιά, που με τραβούσε πίσω, μέσα από τον θάνατο του μπαμπά»
Στην περίπτωση μάλιστα της Κρήτης, η διαφορετικότητα εντείνεται με την εισαγωγή μιας ντόπιας, αν και ακατανόητης δίχως το γλωσσάρι, λαλιάς. Η Πελαγία Μπότση μας διευκρινίζει.
Η Κρήτη εκφράζει μια ζωντανή αντίσταση στην ομοιομορφία κι εδώ το κρητικό ιδίωμα συμβάλλει, σε σημεία, στη διαμόρφωση μιας ευδιάκριτης ατμόσφαιρας. Παράλληλα, τα καλιαρντά αποτελούν μια δεύτερη γλωσσική ιδιαιτερότητα στη νουβέλα. Και τα δύο γλωσσικά επίπεδα αναδεικνύουν μια αυθεντικότητα που σήμερα, όπως τόσες ιδιαιτερότητες, υποχωρεί μπροστά στη λαίλαπα της ομοιομορφίας.
Αναζητώντας βιωματικά ή αυτοβιογραφικά στοιχεία στη νουβέλα, «Ο Φτωχός Συγγενής», δεν μπορούμε παρά να σταματήσουμε στη συγκινητική ανάσυρση μιας παλιάς ιστορίας, ατομικής και συλλογικής ιστορίας, που φέρνει στον αναγνώστη μια φωτογραφία με τρεις αδελφές στην ακμή της νιότης τους. Διαβάζουμε :
Οι τρεις αδελφές χαμογελαστές, με τα τουφέκια τους, και χαραγμένα στα κεφάλια με μπλε στυλό: Ελένη ετών 15, Γαρυφαλλιά ετών 21, Πελαγία ετών και κενό. Η Πελαγία ήταν ακόμη εκεί, πίσω από την ξηλωμένη κουνουπιέρα.
Και προσθέτει η συγγραφέας: Έτσι όπως είναι πρόχειρα γραμμένα, με μπλε μπικ στυλό, τα ονόματα και οι ηλικίες θανάτου των τριών κοριτσιών, με ανοιχτή την ηλικία θανάτου της Πελαγίας, έτσι νωπές είναι και οι μνήμες του εμφυλίου που δεν έχουν μετατραπεί πλήρως σε ιστορία. Η Πελαγία ενσαρκώνει κάτι που σπάνια κατακτούν οι κοινωνίες. Την αποχή από την κλιμάκωση της βίας. Όσο κι αν την πιέζει ο γιος της να αποκαλύψει ποιος της είχε βγάλει το μάτι μετά τον εμφύλιο, εκείνη δεν ενδίδει, δεν απαντάει. Ξέρει και δεν μιλάει. Και δεν το κάνει από παθητικότητα. Αντιθέτως. Είναι μια ενεργή και δύσκολη μορφή δράσης. Επιλέγει την ειρήνη.
Ίσως μια ανάλογη άποψη να παρακινεί και την Πελαγία Μπότση να βάλει τέλεια στον Φτωχό Συγγενή, με ένα τέλος ταραχώδες κι ανοικτό. Ποιος ξέρει πότε και πού θα αποφασίσει να αποκαλύψει μια άλλη πλευρά του καθρέφτη που φώτισε αυτήν τη σκληρή αλλά βαθιά ανθρώπινη ιστορία μετάβασης;
Πελαγία Μπότση, Ο φτωχός συγγενής, Ενύπνιο
![]()






















