γράφει η Λίλια Τσούβα (*)
«Διαβάζω θα πει ταξιδεύω» έγραφε ο Παλαμάς. «Όποιος τα καταφρονά τα βιβλία καταφρονά τα ταξίδια. Ταξιδευτές και περιηγητές μπορεί να είναι του κάκου και για γέλια. Τα ταξίδια, ποτέ». Η ποίηση του Γιώργου Βέη γεννά τη συγκίνηση και την τέρψη του ταξιδιού. Οι ποιητικοί του μύθοι ξετυλίγονται σαν τόποι λυρισμού και λιτότητας. Ξεστομίζουν αλήθειες και βυθίζουν σε στοχασμούς. Ο ποιητής, ένας εργάτης που φαντάζεται, πλάθει και αφυπνίζει πνευματικές δυνάμεις· «πλάστης πάντα σε μια μέθη κι ένα μυστήριο, υφασμένος και αυτός από την ουσία των ονείρων».
Ως κάτι ελαφρύ, φτερωτό και ιερό περιέγραφε την ποιητική τέχνη ο Πλάτων («Κούφον τι χρήμα και πτηνόν και ιερόν»), αναδεικνύοντας τη συγγένειά της με μια δημιουργική δύναμη που δεν εξαντλείται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας. Και ο ποιητής, αναζητώντας την ακριβέστερη λέξη και την καταλληλότερη μορφή, διαμορφώνει έναν λόγο που στηρίζεται στην οικονομία των εκφραστικών μέσων, στην πυκνότητα της εικόνας και στην αποφυγή της περιττής επεξήγησης.
Η λιτότητα του Γιώργου Βέη δεν εξαντλείται στη συντομία της φόρμας ούτε αποτελεί απλώς μια αισθητική επιλογή. Η ανάγνωση επτά ποιημάτων επιτρέπει να αναδειχθεί η πυκνότητα ως τρόπος προσέγγισης της πραγματικότητας στην ποίησή του, άλλοτε ως αποδοχή της φυσικής τάξης και του πεπρωμένου, άλλοτε ως συνείδηση της φθοράς, ως καταγραφή της ανθρώπινης περιπλάνησης ή ως συμπύκνωση της επιθυμίας.
Τα επτά ποιήματα αντλούνται από έξι συλλογές, δημοσιευμένες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της πορείας του, οι οποίες προσφέρουν την αφορμή για μια περιδιάβαση στις ποικίλες εκφάνσεις της λιτότητάς του. Δεν πρόκειται ασφαλώς για εξαντλητική αποτίμηση του έργου του, αλλά για μια απόπειρα να διερευνηθεί πώς η περιορισμένη έκταση, η πυκνή μεταφορική γλώσσα και η επιλογή της σιωπής μπορούν να μετατρέψουν μια εικόνα σε φορέα ευρύτερου προβληματισμού.
Στο ποίημα «Ίχνη στο χιόνι», ο ποιητής, με την απλή παρουσία ενός ασβού, στοχάζεται γύρω από την ύπαρξη.
ΙΧΝΗ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ
Δεν τρέμει, δεν ονειρεύεται πως είναι τάξη
δεν ξέρει από φαντασμαγορίες
ούτε αποθέωση γνωρίζει
ο ασβός στο χιόνι
είναι το πεπρωμένο.
(Από τη συλλογή «Χρυσαλλίδα στον πάγο», ύψιλον/βιβλία, 1999)
Η διαδοχή των αρνήσεων απομακρύνει σταδιακά το ζώο από τις ανθρώπινες συμβάσεις. Ο ασβός δεν διψά να επιβληθεί στον κόσμο ούτε να προσδώσει στον εαυτό του μια θέση μέσα σε κάποια φαντασμαγορική τάξη. Δεν έχει ανάγκη την αποθέωση, την αναγνώριση ή τον θαυμασμό. Και μόνο η παρουσία του αρκεί. Η ποιητική ένταση κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο. Η καταληκτική διατύπωση, «είναι το πεπρωμένο», χωρίς να αναλύει την εικόνα που προηγήθηκε, την ανασημασιοδοτεί. Το ζώο δεν παρουσιάζεται απλώς ως μέρος της φύσης, αλλά ως ενσάρκωση μιας οντότητας που δεν χρειάζεται να δικαιολογήσει το είναι της.
Η εσωτερική οικονομία του ποιήματος δεν αρκείται, επομένως, στον περιορισμένο αριθμό των στίχων, αλλά εστιάζεται στην απουσία κάθε περιττής διαμεσολάβησης. Οι αρνήσεις προετοιμάζουν την τελική κατάφαση, ενώ η σιωπή που ακολουθεί τον τελευταίο στίχο αφήνει ανοιχτό το εύρος της σημασίας του.
Μια διαφορετική εκδοχή της σχέσης φύσης και ανθρώπινης εμπειρίας συναντάμε στο ποίημα «Το αλάνθαστο σημάδι». Εδώ η φύση γίνεται αφορμή για την προσδοκία μιας επιστροφής.
ΤΟ ΑΛΑΝΘΑΣΤΟ ΣΗΜΑΔΙ
Μανόλια·
αρκεί
ένα μπουμπούκι της:
θα επιστρέψεις.
(Από τη συλλογή «Λεπτομέρειες κόσμων», ύψιλον/βιβλία, 2006)
Το ποίημα αναπτύσσεται μέσα από μια ελάχιστη εικόνα η οποία, ωστόσο, υπερβαίνει τη ρητή διατύπωση. Η λέξη «Μανόλια», απομονωμένη, εισάγει το φυσικό αντικείμενο, ενώ το «αρκεί» παρεμβάλλεται ως καθοριστικός ενδιάμεσος ανάμεσα στην οπτική αντίληψη και στην προσδοκία. Το μπουμπούκι, μια μορφή ζωής σε εξέλιξη, μια υπόσχεση άνθησης, γίνεται αφετηρία ανθρώπινης βεβαιότητας. Η καταληκτική φράση «θα επιστρέψεις» δεν εκφέρεται ως ευχή ή πιθανότητα, αλλά ως διαβεβαίωση, αφήνοντας την ερμηνεία να κινηθεί ανάμεσα στην επιστροφή ενός αγαπημένου προσώπου ή στην επαναφορά όσων θεωρούσαμε χαμένα.
Η φύση, ωστόσο, δεν αποτελεί πάντοτε πηγή βεβαιότητας. Μπορεί εξίσου να λειτουργήσει ως υπενθύμιση της παροδικότητας και του εφήμερου, όπως και της αδυναμίας του ανθρώπου να διασώσει όσα δημιουργεί, της αδιάκοπης δηλαδή κίνησης προς τη λήθη.
Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΓΡΑΦΟΛΟΓΟΥ ΙΙ
Μόλις το άνοιξες το μονοπάτι
ανάμεσα στ’ ανεμόχορτα
και στα λόγια του χωρισμού
θα το σκεπάσουν γρήγορα όμως
πικραλίδες και αρσενικοβότανα.
(Από τη συλλογή «Μετάξι στον κήπο», ύψιλον/βιβλία, 2010)
Ο τίτλος προετοιμάζει τον αναγνώστη για έναν προβληματισμό γύρω από τη διατήρηση του ανθρώπινου ίχνους. Ο επιγραφολόγος διερευνά σημάδια του παρελθόντος που έχουν επιβιώσει από τη φθορά του χρόνου. Στο ποίημα, όμως, αν και το μονοπάτι μόλις έχει ανοιχτεί, ήδη προδιαγράφεται η εξαφάνισή του. Η χρονική αντίθεση είναι χαρακτηριστική: «Μόλις το άνοιξες», «θα το σκεπάσουν γρήγορα όμως». Η πράξη της δημιουργίας ακολουθείται σχεδόν αμέσως από την πρόβλεψη της απώλειας. Η εξαφάνιση του ίχνους, δεν προκύπτει από βίαιη καταστροφή, αλλά εμφανίζεται ως φυσική, αθόρυβη διαδικασία. Ο τίτλος, έτσι, αποκτά μια δεύτερη αντήχηση, καθώς η αγωνία του επιγραφολόγου μετατρέπεται σε αγωνία απέναντι στην απειλή της λήθης, είτε τα ίχνη είναι χαραγμένα στην πέτρα είτε έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη.
ΧΑΜΗΛΑ ΑΣΗΚΩΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Χαμηλά ασήκωτα σύννεφα
οι συμπαγείς ψυχές του κόσμου
(Από τη συλλογή «Παράφραση της νύχτας», ύψιλον/βιβλία, 1989)
Στο ποίημα αυτό, δύο στίχοι μεταμορφώνουν ένα μετεωρολογικό φαινόμενο σε υπαρξιακή εικόνα. Τα σύννεφα είναι χαμηλά, αλλά συγχρόνως ασήκωτα. Το πρώτο επίθετο προσδιορίζει τη θέση στον χώρο, το δεύτερο μεταφέρει την αίσθηση στο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, προσδίδοντας σε αυτή σωματική βαρύτητα. Η μεταφορά, «οι συμπαγείς ψυχές του κόσμου», ολοκληρώνει τη μετατόπιση: το σύννεφο γίνεται ψυχή και η ψυχή αποκτά υλική πυκνότητα. Με δωρική λιτότητα και χωρίς να καταλήγει σε σαφή ερμηνευτική βεβαιότητα, ο ποιητής δημιουργεί μια εικόνα ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις.
Στο ποίημα «Γραφείο αποδήμων», η λακωνικότητα δεν εκφράζεται μέσω της συντομίας της φόρμας αλλά μέσω της εσωτερικής πυκνότητας των μεταφορών που συμπυκνώνουν την εμπειρία της μετανάστευσης.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΠΟΔΗΜΩΝ
Έστω γι’ αυτό λοιπόν,
για ένα απόγευμα από χαλκό
και λίγη χρυσόσκονη
κολυμπήσαμε ως εδώ
στις επαρχίες του «θέλω»,
στις ακτές του Νότου,
στις βιομηχανίες και στα μεταλλεία του Βορρά,
χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού πάνε τα τέσσερα
ωρομίσθιοι, μονόγλωσσοι
ήρωες της παρανόησης,
αλλά προικισμένοι ναυπηγοί του τυχαίου.
(Από τη συλλογή «Βλέπω», ύψιλον/βιβλία, 2013)
Η ανθρώπινη περιπλάνηση «στις επαρχίες του “θέλω”» και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής «στις ακτές του Νότου, / στις βιομηχανίες και στα μεταλλεία του Βορρά» αποδίδονται με αναπαραστάσεις που μετατρέπουν τη μετανάστευση σε οδό προς την εκπλήρωση της βούλησης αλλά και προς την επισφάλεια. Η εικόνα «ένα απόγευμα από χαλκό / και λίγη χρυσόσκονη» συνδυάζει την υλική υπόσταση του χαλκού, το βάρος του, με τη λάμψη της χρυσόσκονης, μια ένταση ανάμεσα στην απτή πραγματικότητα και στην ονειρική προσδοκία. Η χρυσόσκονη, η οποία δεν είναι χρυσός, αλλά τα απειροελάχιστα σωματίδια που δημιουργούν την εντύπωση της λάμψης του (τέλειο αντίβαρο του χαλκού λόγω της ανάλαφρης, πτητικής και εφήμερης ιδιότητάς της), θα μπορούσε να υπαινίσσεται την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής, χωρίς ωστόσο να εγγυάται την εκπλήρωσή της.
Το «κολυμπήσαμε ως εδώ» παραπέμπει σε μια προσπάθεια υπέρβασης των εμποδίων, ενώ οι «ακτές του Νότου», οι «βιομηχανίες και τα μεταλλεία του Βορρά» σκιαγραφούν έναν ευρύτερο γεωγραφικό και κοινωνικό χάρτη, η μετακίνηση προς τον οποίο συνδέεται με την αναζήτηση εργασίας και επιβίωσης. Οι χαρακτηρισμοί «ωρομίσθιοι, μονόγλωσσοι» αναδεικνύουν την αβεβαιότητα και την αδυναμία κατανόησης του νέου κόσμου. Ο χαρακτηρισμός «ήρωες» προσδίδει μια διάσταση αξιοπρέπειας στους ανθρώπους αυτούς, ενώ η «παρανόηση» υπογραμμίζει την ευάλωτη θέση τους μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν γνωρίζουν.
Η καταληκτική μεταφορά, «ναυπηγοί του τυχαίου», συμπυκνώνει την αντίφαση: οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονται ως δημιουργοί της διαδρομής τους, αλλά και ως έρμαια των απρόβλεπτων συνθηκών. Μέσα από μια αλληλουχία πυκνών εικόνων και χωρίς να καταφεύγει σε εκτενή περιγραφή ή ρητή κοινωνική καταγγελία το ποίημα μετακινείται από την προσωπική επιθυμία στη συλλογική εμπειρία της μετανάστευσης. Η ανθρώπινη αγωνία και επισφάλεια, η ελπίδα και η τυχαιότητα της διαδρομής αναδύονται από τις ίδιες τις λέξεις.
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ
Υπάρχει νεφρίτης κι εδώ,
πολύς και πρώτης ποιότητος,
σ’ αυτό το δωμάτιο των ερώτων
στους Αμπελόκηπους
-και δεν το ξέρεις-
είναι τα μάτια σου
καθώς με ψάχνουν,
με ρωτούν για την Ασία.
(Από τη συλλογή «Λεπτομέρειες κόσμων», ύψιλον/βιβλία, 2006)
Στο ποίημα, ένας οικείος αστικός χώρος συνδέεται με μια μακρινή γεωγραφία και έναν πολύτιμο λίθο. Οι Αμπελόκηποι, το δωμάτιο και τα μάτια του αγαπημένου προσώπου συγκροτούν το άμεσο περιβάλλον της ερωτικής εμπειρίας. Η αναφορά, ωστόσο, στον νεφρίτη και στην Ασία διευρύνει αιφνιδίως αυτό το περιβάλλον. Το πολύτιμο πλέον δεν βρίσκεται σε κάποιον μακρινό τόπο, αλλά «κι εδώ», μέσα στο δωμάτιο, στο βλέμμα που αναζητά και ρωτά. Με τη λέξη «εδώ», το μακρινό και το οικείο συγκεράζονται. Η παρενθετική φράση, «και δεν το ξέρεις», δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα στην ποιητική φωνή και στο έτερο πρόσωπο, καθώς η πρώτη αναγνωρίζει μια αξία την οποία το δεύτερο αγνοεί. Τα μάτια, μεταφορικά δεμένα με τον νεφρίτη, αποκτούν την αξία πολύτιμου λίθου. Το ρήμα «ρωτούν» προσδίδει στο βλέμμα ενέργεια, ενώ η αναφορά στην Ασία μεταφέρει τη γοητεία ενός μακρινού γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου στο οικείο περιβάλλον της ερωτικής εμπειρίας. Αποφεύγοντας την εκτεταμένη εξομολόγηση, ο ποιητής αξιοποιεί την πυκνότητα της έκφρασης και επιτρέπει σε έναν καθημερινό χώρο να λάβει απροσδόκητο βάθος.
Αν, ωστόσο, στις «Ανταποκρίσεις» η επιθυμία εκφράζεται μέσα από τη μεταφορική διεύρυνση του οικείου χώρου, στο ποίημα «Τα μάτια σου» ο λόγος περιορίζεται σε μια επίμονη επανάληψη.
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
- Άσε τα μάτια μου μέσα στα μάτια σου.
Άσε τα μάτια μου μέσα στα μάτια σου.
Έτσι· και ας ξυπνήσω.
(Από τη συλλογή «Ο δράκος του μεσημεριού», ύψιλον/βιβλία, 1983)
Η επανάληψη του ίδιου στίχου στο ποίημα παρατείνει τη στιγμή και εντείνει την επιθυμία, σαν να υπάρχει η αγωνία να διατηρηθεί μια κατάσταση που απειλείται από τη διακοπή. Ο τελευταίος στίχος, «Έτσι· και ας ξυπνήσω», μεταβάλλει διακριτικά τον τόνο. Η παύση μετά το «Έτσι» υποδηλώνει αποδοχή, ενώ το ξύπνημα εισάγει την ευθραυστότητα της επιθυμητής κατάστασης, η οποία ενδέχεται να είναι ένα όνειρο ή μια τόσο εφήμερη στιγμή εγγύτητας, ώστε η απώλειά της να μοιάζει αναπόφευκτη. Η ποιητική φωνή, ωστόσο, επιλέγει να βιώσει αυτή την εγγύτητα, ακόμη και αν δεν είναι δυνατό να διαρκέσει.
Η επανάληψη, η παύση και η σύντομη κατακλείδα αρκούν για να αποδώσουν τη συνύπαρξη της επιθυμίας και της επίγνωσης του εφήμερου. Η λιτότητα εκφράζει εδώ την προσπάθεια να παραταθεί μια στιγμή πριν από την αναπόφευκτη παύση της.
Η ανάγνωση των επτά ποιημάτων αναδεικνύει διαφορετικές λειτουργίες της λιτότητας στην ποίηση του Γιώργου Βέη. Στο «Ίχνη στο χιόνι», οι αρνήσεις των ανθρωπίνων συμβάσεων οδηγούν στην καταφατική διατύπωση του πεπρωμένου. Στο «Αλάνθαστο σημάδι», μια ελάχιστη φυσική εικόνα μετατρέπεται σε υπόσχεση επιστροφής. Στην «Αγωνία του επιγραφολόγου», το ανθρώπινο ίχνος απειλείται από τη λήθη, ενώ στα «Χαμηλά ασήκωτα σύννεφα» η συμπύκνωση της εικόνας δημιουργεί ένα τοπίο υπαρξιακού βάρους.
Στο «Γραφείο αποδήμων», η λιτότητα στηρίζεται στην πυκνή διατύπωση των μεταφορών και στην ικανότητά τους να αποδίδουν την επισφάλεια της ανθρώπινης περιπλάνησης. Στις «Ανταποκρίσεις», η ερωτική εμπειρία διευρύνει τον οικείο κόσμο, ενώ στα «Μάτια σου» η επανάληψη μιας φράσης επιχειρεί να διατηρήσει τη στιγμή της εγγύτητας.
Η λιτότητα, επομένως, δεν αποτελεί έναν ενιαίο μορφολογικό κανόνα. Άλλοτε εκδηλώνεται ως αφαίρεση, άλλοτε ως μεταφορική πυκνότητα και άλλοτε ως επανάληψη ή αποσιώπηση όσων δεν χρειάζεται να ειπωθούν. Κοινό στοιχείο των ποιημάτων παραμένει η εμπιστοσύνη στη δύναμη της λέξης να υπερβαίνει την κυριολεκτική της σημασία και να ενεργοποιεί πολλαπλά επίπεδα νοήματος.
Η ουσία αυτής της ποιητικής στάσης βρίσκεται τελικά στη σχέση ανάμεσα σε όσα διατυπώνονται και σε όσα παραμένουν ανείπωτα. Ο ποιητικός λόγος δεν εξαντλεί την εμπειρία σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία ούτε καθοδηγεί τον αναγνώστη προς ένα μοναδικό συμπέρασμα. Μια εικόνα, μια λέξη ή μια ελάχιστη φράση αρκούν για να παραχωρήσουν χώρο στη μνήμη, στη φαντασία και στην προσωπική ανταπόκριση.
Στα ποιήματα του Γιώργου Βέη, η λιτότητα γίνεται τρόπος συνάντησης του ορατού με το αθέατο, της φυσικής εικόνας με την υπαρξιακή εμπειρία, της ανθρώπινης ευαλωτότητας με την επιθυμία. Η δύναμή της εντοπίζεται ακριβώς στην οικονομία του λόγου: στις ελάχιστες λέξεις που δεν εξαντλούν το νόημα, αλλά αφήνουν την εικόνα να συνεχίζει να λειτουργεί μέσα στον αναγνώστη, προσκαλώντας τον σε μια προσωπική και διαρκώς ανανεούμενη αναμέτρηση μαζί της.
(*) Με αφορμή επτά ποιήματα από έξι συλλογές






















