Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Θανάσης Χατζόπουλος, Όλα του χρόνου τα σχήματα (της Έφης Κατσουρού)

Θανάσης Χατζόπουλος, Όλα του χρόνου τα σχήματα (της Έφης Κατσουρού)

0
11
Νοσταλγία , του Αντρέι Ταρκόφσκι

της Έφης Κατσουρού

            Ο χρόνος, ως δύναμη αδιάπτωτη και εναλλασσόμενη, άλλοτε με την ένταση της εκλάμψεως και άλλοτε με τη διάχυση της διάρκειας, με το ανεπανάληπτο της στιγμής και την περιοδικότητα του έτους, με την ιστορικότητα και την μυθολογία του, την καταγωγή και τη μνήμη του, οργανώνει το χώρο, το δοχείο αυτό μέσα στο οποίο κοχλάζει η ζωή. Ακριβώς εκεί μέσα σε αυτό το δοχείο κοχλάζει και η ποίηση. Και ο Χατζόπουλος, στο δέκατο ένατο ποιητικό του βιβλίο, με τίτλο Ο χρόνος ο επιούσιος, βυθίζεται μέσα στο χώρο αυτό και αναζητεί την οργανωτική του τάξη, ανασύρει το χρόνο από το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον και τον αποδίδει σε στίχους. Τόσο λυρικός, όσο και στοχαστικός, θερμά εξομολογητικός αλλά και από απόσταση ψύχους, όταν χρειάζεται, παραδίδει κάτι περισσότερο από μία ποιητική συλλογή που μιλά για το χρόνο, οικοδομεί μια ποιητική πραγματεία για την έννοια του χρόνου, ως οργανωτική τάξη της ίδιας της ύπαρξης. Ο άνθρωπος υπάρχει μέσα στον χρόνο, έξω από αυτόν δεν είναι και ανάστροφα ο χρόνος υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Μαζί πορεύονται κι ο ένας μετράει την απαντοχή του όλου. Σχεδόν υλικός, χειροπιαστός, ο χρόνος ο επιούσιος αποκτά υπόσταση οντολογική:

 

Τον τρώμε σαν ψωμί, τον μασουλάμε

Υγραίνοντάς τον

Από τα σάλια του νηπίου στου γέροντα τη σιελόρροια

 

Τον λιώνουμε μαζί με την κόρα του

Κάθε φορά γίνεται ψίχα και ζυμάρι εξαρχής

Ιδρώτας λαμπαδιάζει, η ψυχή πνίγεται στα νερά του

 

Για μια Ανάσταση       

(ποίημα «Ο επιούσιος»)

 

Χωρίζοντας την σύνθεση σε εννέα ενότητες ο ποιητής ορίζει ποιότητες και σχήματα χρόνου. Εκκινώντας από τον χρόνο μέσα στον κύκλο του έτους, στις τέσσερις πρώτες ενότητες που ταυτίζονται με τις εποχές και ακολουθούν τον μετασχηματισμό του καιρού και των διαθέσεων [Χειμέρια νάρκη, Εαρινή ευημερία, Θερινό κάμα, Φθινοπωρινή ζώνη] παρακολουθεί τη νομοτέλεια με την οποία ο χρόνος υποβάλλει την ύπαρξη. Το φως και η σκιά, η παρουσία και η απουσία, η θερμοκρασία, εξωτερική και εσωτερική, ως αισθητές (ορατές-ακουστικές-απτικές) μεταποιήσεις του χρόνου εδώ διαμορφώνουν τον χώρο κίνησης του ποιητικού υποκειμένου. Από τους κρυστάλλους αιωνιότητας τους λαξεμένους για την τήξη και τη φθορά, τις «χιονονιφάδες» της χειμέριας νάρκης, περνά στη φωνή που κρατήθηκες / όπως από ένα μάτσο ανεμώνες μοβ / που έσφιγγες από παιδί στο χέρι, στην εαρινή ευημερία, κι έπειτα στο «μεσημέρι του Αυγούστου», οπότε, θεριεύει το φως κάθετο (και) Τα φύλλα σκιάζουν τις ρίζες τους / Σχεδιάζοντας την επικράτεια του δέντρου μέσα στο θερινό κάμα που σβήνει στη φθινοπωρινή ζώνη και τόσο φως αποδίδουν τα φύλλα / Όσο θησαύρισαν από τις θερινές διαδρομές . Μέσα εκεί, στον κύκλο και την επανάληψη της εποχής, δεν παραλείπει ο Χατζόπουλος το εορτολόγιο του έτους, μια εθιμοτυπία που λειτουργεί (ακόμη) ως πυκνωτή μνήμης αχειροποίητης, ως τελετουργικό που αναπαράγει την ύπαρξη και την αποδίδει ως κάτι μεγαλύτερο, στην αφθαρσία της πίστης της. Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, ο Δεκαπενταύγουστος, το μικρό καλοκαιράκι του Άη Δημήτρη, είναι όλα παρόντα με τη σημειολογία τους να υφαίνει ένα μαγικό νήμα σύνδεσης αισθημάτων, εμπειριών και γενεών, να εγείρει μια μνήμη ιδιωτική που εμπλέκεται με την κοινόκτητη και συσπειρώνει τον άνθρωπο γύρω από τον πυρήνα της κοινωνίας. Μέσα στον απόηχο της γιορτής, όσο και αν οι εποχές αλλάζουν και ο καθημερινός βίος αποσυνδέεται από το θρησκευτικό τελετουργικό για τον Χατζόπουλο, ακόμη, οργανώνει το χώρο αφήνοντας κάποτε την μελαγχολία να διαχέεται ως απόρροια αυτού του χάσματος. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Δεκαπεντάυγουστος»:

 

Η μνήμη ανάγλυφη όπως τα σαμιαμίδια, μόνοι των τοίχων

Ένοικοι μαζί με τα έντομα στα μονοπάτια που οδηγούσαν

Και χώνεψε η βλάστηση, άναρχη εν αρχή και εν τέλει

 

Οι μυρωδιές μόνο από την πρωινή αχλή

Και τις λιπόθυμες πνοές του Αυγούστου σταθερά

Οι μόνοι άποικοι συν οι χαμένες μουσικές από τις ομιλίες

 

Τώρα μόνο φυλλώματα όπου πληκτρολογούν

Κελαηδισμοί από όσους βρήκαν εκεί το καταφύγιο

Της ασυλίας σ’ ένα ελάχιστο αγέρι που ελίσσεται

 

Όλοι χαμένοι· κι οι εορτάζοντες κι οι καλεσμένοι

Πλήθος αλλότριο μέσα στην κάψα του καιρού

Και στην αψάδα ενός πλησίστιου φεγγαριού

[…]

Όλοι χαμένοι κι η γιορτή που κάποτε ετοιμαζόταν

Κι ενίοτε μεθεόρτια βάραινε στο πέρασμά της

Σαν άλλο οχηματαγωγό που αφήνει κύματα αέρα

 

Λόγια που είχαν πλέξει στεφάνια στον αέρα με ευχές

Από την εσπεράντο της μουσικής στη μυστική γλώσσα

Της ποίησης μέχρι την ποίηση της μητρικής μέσω ψαλμών

[…]

 

Στη συνέχεια, ο ποιητής υπερβαίνει τη χρονικότητα ως μέσο οργάνωσης της εμπειρίας, το χρόνο ως «μονάδα μέτρησης» του βίου, και αρχίζει να τον διαβάζει ως έννοια οργάνωσης της ιστορίας (ιδιωτικής και συλλογικής). Αναγνωρίζει διαστάσεις του χρόνου όπως ο ερωτικός  χρόνος [Κλήματι κλίμαξ] και ο χρόνος της μνήμης [Αιών παις έστι παίζων], οι ιστορικοί [Ιστορικοί χρόνοι] και οι μυθικοί [Μυθικά χρόνια] χρόνοι και ο καιρός [Ο καιρός, από μέρα σε μέρα], ως κρυστάλλωση μιας κοσμογονίας, του χρόνου μέσα και έξω από τον άνθρωπο αλλά και πέρα από αυτόν, του χρόνου που προηγείται και έπεται της ύπαρξης. Ο χρόνος πια σε αυτές τις ενότητες γίνεται ανάγλυφος, σπηλαιώδης, δημιουργεί κοιλότητες μέσα στις οποίες καλείται να κατοικήσει ο αναγνώστης, να στεγάσει τα δικά του αισθήματα και μνήμες. Ο ποιητής με έναν έμφυτο λυρισμό, από τη μακροσκελή εξομολόγηση της ενότητας Κλιματι κλίμαξ, όπου το μέτρο και ο ρυθμός του στίχου του καταφέρνουν να συντονίσουν ανεπιτήδευτα τον αναγνώστη με το αίσθημά του μέχρι την κατοπτρική λειτουργία της εικονοποιίας του στις επόμενες ενότητες, όπως στο ποίημα «Να σου πω για την Ελλάδα» επιτυγχάνει τον συγχρονισμό με το εδώ και τώρα της γραφής. Στο βάθος αυτών των «σπηλαίων» οι εικόνες του σαν τοιχογραφίες με πινελιές αδρές δημιουργούν το παρόν της κατοίκησης και την εντοπιότητα των αισθημάτων, πλάθοντας, τελικά έναν διαχρονικό χωροχρόνο κατοίκησης:

 

Γέλια παιδιών, παιχνίδια, φωνές

Πλήρης η αυλή

Με απόηχους μέλλοντος

 

Γέλια, χαρές παιδικές

Ηχώ του μέλλοντος

Αχός του παρελθόντος

 

Συντονισμένα συνηχούν εδώ στο παρόν

[«Διαχρονικό»]

              

Θανάσης Χατζόπουλος, Ο χρόνος ο επιούσιος, Πόλις, 2026 

 

Προηγούμενο άρθροΜικρός οδηγός: 22 βιβλία για να καταλάβουμε την Αμερική σήμερα (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ