Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Δασκαλόπουλος, Λαϊνά, Κοντός – τρεις απουσίες (της Βαρβάρας Ρούσσου)

Δασκαλόπουλος, Λαϊνά, Κοντός – τρεις απουσίες (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
21

της Βαρβάρας Ρούσσου

 

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Σχόλια στον Σεφέρη, Σμίλη 2025

Δώρο ακριβό από το χέρι του ίδιου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, σχεδόν ένα δίμηνο πριν το θάνατό του, η συναγωγή κειμένων του αποτελεί μια σειρά σχόλια σε στιγμές από τη ζωή και σημεία από το έργο του Σεφέρη. Τα ήδη δημοσιευμένα αυτά σύντομα σχετικά μικρά δοκίμια έχουν διευθετηθεί σε τέσσερα μέρη που το καθένα αντιστοιχεί σε μια περίοδο του βίου του ποιητή. Ξεκινώντας από το φοιτητικό Παρίσι και το Λονδίνο μέχρι την μετά Νόμπελ εποχή ο Δασκαλόπουλος επιλέγει είτε μικρά σημεία αυτού του βίου, όπως το πρώτο κείμενο «Καβγάδες Ελλήνων φοιτητών στο Παρίσι (1924), είτε κομβικές στιγμές όπου το προσωπικό συνάπτεται με το κοινωνικό και με επίκεντρο τον Σεφέρη δημιουργείται ένα βαθύ πολιτιστικό σχόλιο όπως η απουσία της πολιτείας και θεσμών από την υποδοχή στην Ελλάδα μετά τη βράβευση με Νόμπελ.

Ο Δασκαλόπουλος, επίμονος και προσεκτικός αφηγείται με τρόπο που ρέει χωρίς να φορτώνει το κείμενο, επιβεβαιώνοντας ότι το έλασσον στοιχείο, ο συσχετισμός πηγών και η διασταύρωση πληροφοριών μπορεί να φωτίσει περισσότερο πτυχές του έργου ενός δημιουργού, των σχέσεών του με ομότεχνους και την αποτίμηση έργων τους. Αυτό μάλιστα δεν αποτελεί φιλολογικό γκόσιπ αλλά αποκαθιστά ένα πεδίο δεσμών και αντιθέσεων που εδράζονται σε συγγενείς ή απέχουσες απόψεις για τη λογοτεχνία, τα ρεύματα τους δημιουργούς και βέβαια το θεσμικό πλαίσιο (κριτική, επιτροπές, ανθολογίες κλπ). Ένα τέτοιο κείμενο είναι το «Όταν δεν λείπουν οι ψιττακοί, Νίκος Γκάτσος και Γιώργος Σεφέρης».

Σε κάθε περίπτωση το τομίδιο αυτό ακόμη μια φορά αναδεικνύει τον Δασκαλόπουλο ψύχραιμο και συνάμα βαθύ μελετητή. Εστιάζω σε δυο σημεία που αποδεικνύουν την προσοχή του Δασκαλόπουλου στα κάθε είδους τεκμήρια και συνάμα αποτελούν ένα είδος πολιτισμικής γέφυρας μεταξύ των εποχών. Το πρώτο στο κείμενο «Πόσο κοστίζει η Ποίηση; (1940)» ο Δασκαλόπουλος σχολιάζει ένα σεφερικό τεκμήριο όπου σημειώνονται τα έξοδα και τα έσοδα από τις ποιητικές συλλογές που τύπωσε ο Σεφέρης από τη Στροφή του 1931 έως και τα Ποιήματα Ι του 1940. Οι σημειώσεις αυτές επιβεβαιώνουν κάτι που γνωρίζουμε: δεν έχεις κέρδος οικονομικό από την ποίηση Ωστόσο έχει ενδιαφέρον για τις σύγχρονες ανάλογες συζητήσεις σχετικά με την έκδοση ποιητικών συλλογών, η παρατήρηση του Δασκαλόπουλου την οποία παραθέτω με μόνο σχόλιο ότι η πρακτική σύγχρονων εκδοτικών οίκων, και όχι μόνο προς τους πρωτοεμφανιζόμενους, αποδεικνύεται αιωνόβια: «Υπενθυμίζω πως στη δεκαετία του 1930 μα και αρκετά χρόνια αργότερα οι πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές όχι μόνο τύπωναν ιδίοις εξόδοις τις συλλογές τους αλλά και τις διακινούσαν οι ίδιοι. Γι’ αυτό και ο Σεφέρης δεν εισπράττει ποσοστά επί των πωλήσεων, αλλά του παρακρατούν τα βιβλιοπωλεία το δικό τους μερίδιο κέρδους.».

Το δεύτερο σημείο αφορά περισσότερο στην ουσία του ποιητικού λόγου και δεν θα το σχολιάσω εδώ αν και σχεδόν καθεμιά του λέξη παράγει συζητήσεις. Στο τελευταίο κείμενο «Ο μακρινός Οκτώβριος του 1963» ο Δασκαλόπουλος παραθέτει έναν μικρό απόσπασμα από το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας που απέδωσε το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1963 στον Σεφέρη: «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτισμικό ιδεώδες».

 

Μαρία Λαϊνά, Δεν θα μου χαριστεί η νύχτα. Συνεντεύξεις-Κείμενα,  επιμέλεια: Μάνια Μεζίτη-Νίκος Παναγόπουλος εκδ. Κουκκίδα 2026

Πρόκειται για ένα τόμο που, όπως αναφέρει ο υπότιτλος περιλαμβάνει συνεντεύξεις και κείμενα της Μαρία Λαϊνά. Η σύντομη εισαγωγή της Μάνιας Μεζίτη  και του Νίκου Παναγόπουλου που επιμελήθηκαν τον τόμο, ποιητές και οι δυο, (η Μεζίτη και με κριτικό έργο) πέρα από το ότι δίνει μια γενική εικόνα για τις συνεντεύξεις και τα κείμενα που περιλαμβάνονται, είναι γεμάτη συγκίνηση από την άμεση επαφή με την ποιήτρια. Όπως εξάλλου το δηλώνουν ο τόμος αποτελεί ένα φόρο τιμής στην ποιήτρια. Δικαίως λοιπόν προτάσσουν των λοιπών κειμένων ένα αδημοσίευτο ποίημα της Λαϊνά που βρέθηκε ανάμεσα σε αποκόμματα εφημερίδων και άλλα χαρτιά της χωρίς ημερομηνία. Στην/τον αναγνώστρια/στη παρέχεται η δυνατότητα να ελέγξει συγκεντρωμένες θέσεις της ποιήτριας για την ποίηση και τη ζωή τόσο τη δική της όσο και γενικότερα. Η κλίμακα κατανόησης του έργου της Λαϊνά και μέσα από τα ίδια τα λόγια της, ποικίλλει αλλά πάντως δε μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ο τόμος αποδίδει την ιδιαίτερη προσωπικότητά της και έχει ενδιαφέρον για αναγνώστριες/στες και μελετήτριες/τές του έργου της που βρίσκουν αυτό το σπάνιο υλικό συγκεντρωμένο.

Σημαντικές είναι επίσης οι συνεντεύξεις που έκανε η ποιήτρια με ομότεχνούς της αλλά και κριτικά κείμενα για το έργο ποιητών και συγγραφέων. Αλιεύονται στοιχεία που όχι μόνο αφήνουν να φανούν προτιμήσεις της αλλά και βαθύτερες ποιητικές σχέσεις.

Από όλο το υλικό που συγκεντρώνεται στον τόμο δεν περνούν μόνο στοιχεία της ζωής της ποιήτριας τα οποία καταθέτει και σχολιάζει, απόψεις της για την ποίηση και αυτοσχόλια αλλά και σημεία από το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η σύγχρονη νεοελληνική ποίηση: τα έντυπα, οι κριτικοί, η κοινωνική πραγματικότητα, ακόμη και πολιτιστικοί θεσμοί διακρίνονται σε ερωτήσεις και απαντήσεις.

Συχνά οι απαντήσεις της Λαϊνά στις ερωτήσεις των συνομιλητών της είναι σύντομες και πυκνές παραπέμποντας στον ίδιο τον ποιητικό της λόγο. Εστιάζω σε θέσεις της για το φύλο που εντάσσονται στη γνωστή συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του ‘80 για τη «γυναικεία ποίηση». Η άρνησή της «Και αυτές οι ανοησίες περί γυναικείας ποίησης είναι γελοία πράγματα» εκκινούν από τον περιθωριακό χαρακτήρα που έδινε στην ποίηση των γυναικών το επίθετο και από την αίσθηση ότι υπάρχουν κοινά υφολογικά, τεχνικά χαρακτηριστικά που διέπουν συνολικά την ποίηση που γράφουν γυναίκες δημιουργώντας ένα κοινό έμφυλο ύφος. Η φράση της «δεν έχει σημασία το φύλο, αλλά μερικές φορές είναι προκλητικά αντίθετο» μπορεί να κρίνεται αρνητικά αλλά αξίζει να εξεταστεί στο πλαίσιο εκφοράς της. Εξάλλου, αν ανατρέξουμε σε κριτικές, ιδίως της δεκαετίας του ’80, για συλλογές της Λαϊνά αναγνωρίζουμε πέρα από τη θετική υποδοχή και τα επαινετικά σχόλια την πιεστική συνθήκη που δημιούργησαν ορισμένες κριτικές για θέμα φύλου και σεξουαλικότητας, όσο αυτά τα ζητήματα περνούν στο έργο της.

 

Το τοπίο μακριά. Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό. Επιμέλεια-επιλογή υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου, Κέδρος 2025

Ο αφιερωματικός τόμος στον ποιητή Γιάννη Κοντό εκδόθηκε με επιμέλεια της ποιήτριας Μαριγώς Αλεξοπούλου και με τον πρόλογο του ποιητή Αργύρη Παλούκα και επίμετρο της Αλεξοπούλου. Το βιβλίο απαρτίζεται, πέρα από τον πρόλογο και το επίμετρο, από δέκα ενότητες. Η πρώτη περιέχει έξι ποιήματα του Κοντού, τα τρία μάλιστα συνοδεύονται από φωτογραφίες του αντίστοιχου χειρόγραφου. Η επόμενη ενότητα, η εκτενέστερη, περιλαμβάνει εικοσιτέσσερα κείμενα για το πρόσωπο και το έργο του ποιητή. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων είναι ποιητές και ποιήτριες γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν έχουμε να κάνουμε με φιλολογικά μελετήματα που εξετάζουν διεξοδικά το έργο του ποιητή. Φυσικά υπάρχουν και τέτοια κ και μάλιστα ιδιαίτερα εύστοχα όπως αυτά των Γιώργου Μαρκόπουλου, Στάθη Κουτσούνη, Χάρη Ψαρρά, της Μαρίας Ψάχου και άλλων. Όμως οι προσωπικές μαρτυρίες είναι που φορτίζουν συγκινησιακά το βιβλίο. Σημειωτέον, εμπλουτίζεται με πολλές διάσπαρτες φωτογραφίες αλλά και με μια ιδιαίτερη ενότητα όπου περιέχονται φωτογραφίες από όλη τη ζωή του Κοντού. Οι μαρτυρίες δεν ανασυνθέτουν ζωηρά μόνο την προσωπικότητα και στιγμές από τη ζωή του Κοντού αλλά ανασυνθέτουν δίκτυα και αναδεικνύουν τις σχέσεις ομοτέχνων μεταξύ τους. Παράλληλα με τις φωτογραφίες αναβιώνει η ιστορία που γράφουν παρέες που εντέλει συγκροτούν συνομαδώσεις στη βάση κοινών θέσεων στο πλαίσιο της πολυσυζητημένης και πολυδιάστατης γενιάς του ‘70. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η ενότητα «Εικαστικά» με σκίτσα του Δ. Μυταρά. Ακολουθούν τα σχόλια του Κοντού στον τύπο, συνεντεύξεις και κριτικές για το έργο του ενώ το βιβλίο κλείνει με την εργογραφία του. Ο τόμος δίνει σφαιρικά την εικόνα του Κοντού. Ανιχνεύονται οι ποιητικές του απόψεις τόσο από τα κείμενά του στον τύπο και τις συνεντεύξεις αλλά και οι απόψεις της κριτικής για τις συλλογές του. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα χρήσιμος για μια επανεξέταση του έργου του Γιάννη Κοντού. Σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτομαι πάντοτε τις/τους νεότερες/ους μελετήτριες/μελετητές που δύσκολα βρίσκουν πια έργα που είχαν εκδοθεί 40 ή παραπάνω χρόνια πριν ή κριτικές στον τύπο. Συγκεντρωτικές εκδόσεις και συλλογικοί τόμοι σαν αυτόν τους δίνουν και αφορμή και υλικό.

 

 

Προηγούμενο άρθρο7 Αστυνομικά Μυθιστορήματα για το Φθινόπωρο (από τον Πάνο Ιωαννίδη)
Επόμενο άρθροΠαράξενη νίκη ή μια νέα υπόσχεση της Άκρας Δεξιάς; (του Στέφανου Δημητρίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ