από την Αλεξάνδρα Χαΐνη
– Πώς αισθανθήκατε όταν σας ανακοίνωσαν ότι σας απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας;
– Ξέρετε, είπα «είναι τρελοί». Αλλά να τώρα κάθομαι εδώ και τρώω ένα κράκερ και πίνω το τσάι μου, δεν έχει συμβεί ακόμη κάτι το δραματικό. Βρισκόμουν στην κουζίνα και διάβαζα το London Review of Books και ξαφνικά είδα ότι το πάτωμα χρειαζόταν σκούπισμα, οπότε το σκούπισα και μετά άρχισαν όλα αυτά τα τηλεφωνήματα. Έτσι απενεργοποίησα τη συσκευή -πάντα το κάνω όταν χτυπάει και αφήνω τον σύζυγό μου να απαντήσει- αλλά είναι τρελό. Όλοι είναι τρελοί.
– Γιατί το λέτε αυτό; Δεν το περιμένατε;
– Ποιος θα το περίμενε, για το όνομα του Θεού!
– Όταν σας τηλεφώνησαν βρισκόσασταν στο σπίτι σας, και πού είναι αυτό;
– Ζω στο Ρέικιαβικ, κοντά στη θάλασσα, από το παράθυρό μου βλέπω τον Αρκτικό Ωκεανό. Συγνώμη που δεν είμαι πολύ ενθουσιώδης. Είναι απλώς μια κανονική ημέρα εδώ.
-Έχετε σκεφτεί τι σημαίνει για σας το Νόμπελ;
-Όχι. Απλώς συζητάμε τι θα κάνουμε τα χρήματα. Θα τα δώσουμε σε έναν φίλο μας που έχει ανάγκη και πρέπει να αγοράσει ένα σπίτι. Και στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, στους οποίους δίνουμε ούτως ή άλλως αρκετά.
-Και πώς θα γιορτάσετε αυτά τα απρόσμενα νέα;
-Θα πάμε για περπάτημα στο δάσος για να μην χρειάζεται να απαντάμε στο τηλέφωνο! Και μετά το μόνο που θα ακούμε θα είναι η ησυχία.
-Πώς θα περιγράφατε το συγγραφικό σας έργο σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει καλά.
-«Απρόσεκτο». Απρόσεκτο. Έτσι θα το περιέγραφα.
-Και από πού πρέπει να ξεκινήσει κάποιος αν θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο σας;
-Από τη μέση!
*
Είπε κι άλλα η Anne Carson στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπρόσωπο της Ακαδημίας των Νόμπελ Jenny Erpenbeck, οποία της τηλεφώνησε στο σπίτι της στο Ρέικιαβικ -όπου με τον σύζυγό της Robert Currie διαμένει κατά διαστήματα από το 2008-, αμέσως μετά την ανακοίνωση της βράβευσής της. Κάπως αντίστοιχα απάντησε και στην Ισλανδική τηλεόραση: «Πώς αντιδράσατε όταν σας ανακοινώθηκε το βραβείο;» «Λίγο πολύ όπως και με σας. Δεν το περίμενα. Είναι όλοι τρελοί.»
Η νομπελίστρια πλέον Anne Carson δεν πρέπει να είναι από τις πιο εύκολες περιπτώσεις για συνέντευξη. Λακωνική, ακριβής και χωρίς φιοριτούρες, δείχνει να προτιμάει τις συνοπτικές, ακόμη και μονολεκτικές, απαντήσεις. Διάβασα μάλιστα ότι σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ -στη Λουιζιάνα αν δεν κάνω λάθος- κάποιος από το κοινό της έκανε μια μακροσκελή και περίπλοκη ερώτηση για να λάβει την αφοπλιστική απάντησή της: «Όχι.»
Ψάχνοντας ωστόσο τις συνεντεύξεις της στα ξένα μέσα, ξεχώρισα εκείνη που έδωσε το 2024 στην Kate Dwyer και στο Paris Review μέσω Zoom, από το διαμέρισμά της στο Ρέικιαβικ (Throwing Yourself Into the Dark: A Conversation with Anne Carson by Kate Dwyer).
Αφορμή, η έκδοση του Wrong Norma, μιας συλλογής 25 ποιητικών πεζών που είχαν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως το New Yorker και το Paris Review. Στα κείμενα μιλά για πολλά και διαφορετικά ζητήματα που την απασχολούν: για τον Joseph Conrad, το Γκουαντάναμο, τον Flaubert, το χιόνι, τη φτώχια, τον πατέρα της, το Σαββατόβραδο, τον Σωκράτη, τα σονέτα, την αστυνομική έρευνα, τα πόδια του Ιησού, τις συναντήσεις με εραστές, τη λέξη «ιδέα» κλπ. Φαινομενικά ωστόσο δεν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ όλων αυτών των θεμάτων. «Γι’ αυτό και τα αποκάλεσα “wrong” – λάθος», λέει η ίδια. «Είναι μια συλλογή από ασύνδετα κομμάτια, όχι ένα ενιαίο σύνολο με μια διακριτή γραμμή ή θέματα ή έναν τρόπο που πρέπει να το διαβάσεις.»
Εδώ σταχυολογώ κάποια από τα λόγια της Carson που βρήκα ενδιαφέροντα, καθώς φωτίζουν, πιστεύω, το σύνολο του έργο της, και ταυτόχρονα μας παρακινούν να το (ξανα)διαβάσουμε.
Η απενεργοποίηση του «λάθους»
Όταν με ρωτούν ποιες είναι οι διαφορές των Καναδών από τους Αμερικανούς, απαντώ ότι οι Καναδοί έχουν ένα χαρακτηριστικό: είναι ευγενικοί αλλά κάνουν λάθος. Πάντα, ευγενικοί αλλά κάνουν λάθος. Γι’ αυτό και έβαλα το wrong–λάθος στον τίτλο του Wrong Norma. Επιπλέον, αυτό που νιώθεις συχνά στην ακαδημαϊκή ζωή είναι ότι κάνεις λάθος ή είσαι στα πρόθυρα του να κάνεις λάθος και πρέπει να ανησυχείς γι’ αυτό, επειδή όλα είναι τόσο επικριτικά και ιεραρχικά. Η απόκτηση μονιμότητας εξαρτάται από το αν το XYZ «δεν κάνει λάθος» κάθε φορά που μιλάς. Είναι λοιπόν μια νοοτροπία που με ενδιέφερε να απενεργοποιήσω.
Είναι αυτό που λέει η Simone Weil σε ένα δοκίμιό της για την αντίφαση, επειδή οι άνθρωποι βρίσκουν την αντίφαση στα φιλοσοφικά κείμενα τόσο περίπλοκη, και εκείνη ειδικεύεται στην αντίφαση. Λέει ότι είναι ένα χρήσιμο νοητικό γεγονός, επειδή χαλαρώνει το μυαλό. Και μόλις χαλαρώσεις, μπορείς να συνεχίσεις να σκέφτεσαι άλλα πράγματα ή ευρύτερα πράγματα ή τα πράγματα πίσω από το σημείο που βρίσκεσαι. Είναι απλώς ξαφνικά ένα διαφορετικό τοπίο. Και αυτή η χαλάρωση, νομίζω, είναι που επιτρέπει το να κάνεις λάθος.
Θα μπορούσα να μιλήσω για το λάθος αύριο και να πω κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα άτομο είναι ένα πρίσμα, και οι έννοιες απλώς αναβοσβήνουν από το ένα σημείο στο άλλο, μέρα με τη μέρα.
Η μετάφραση του εαυτού
Δεν νομίζω ότι μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί κάποιος άλλος όταν μιλάει, ειλικρινά. Είναι κάτι περισσότερο από μετάφραση, είναι σα να ρίχνεις τον εαυτό σου στο σκοτάδι. Η γλώσσα είναι τόσο πολύ προσωπική, ιδιωτική. Περίεργη. Υποθέτω ότι θα μπορούσες να τη σκεφτείς ως μετάφραση, που παραπέμπει σε κάποιου τύπου ευφημιστική μεταφορά. Είναι πιθανώς πολύ πιο απελπιστική από αυτό. Αλλά η προσπάθεια του να μιλάς ως άνθρωπος είναι η προσπάθεια να ξεπεράσεις αυτή την απελπισία με κάθε πρότασή σου.
Όσο για τη μετάφραση καθαυτή, τη βλέπω ως ένα χαντάκι, ένα χαντάκι ανάμεσα σε δύο δρόμους ή χώρες. Πάντα με ενδιέφερε η ψυχική κατάσταση στην οποία φτάνει ο μεταφραστής, όταν έχει δύο γλώσσες ταυτόχρονα στην οθόνη του εγκεφάλου του. Γλώσσες που λένε κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο και οι οποίες συνεχίζουν να αιωρούνται εκεί. Μερικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν αυτό το χαντάκι μέσα στη δική τους γλώσσα – η Emily Dickinson είναι ένα εξέχον παράδειγμα. Δεν μεταφράζει από κάποια άλλη γλώσσα. Μεταφράζει τον εαυτό της. Γράφει συγκεκριμένους στίχους και λέξεις και μετά τα διαγράφει και βάζει μια άλλη λέξη, ή γράφει μια τρίτη λέξη στο περιθώριο, ή αναποδογυρίζει το χαρτί και φτιάχνει μια νέα εκδοχή ολόκληρου του κειμένου. Και όλα αυτά ενυπάρχουν στο ίδιο ποίημα. Είναι απλώς μια πολύ περίεργη ψυχική κατάσταση, να τα έχεις όλα αυτά να αιωρούνται και να τα παραθέτεις, να συνθέτουν το ποίημα στο σύνολό του – στην ακατάστατη, άλυτη ολότητά του.
Στη μετάφραση, αυτό προκύπτει με διαφορετικό τρόπο, επειδή έχεις ένα κείμενο, το οποίο ενδεχομένως να έχει ορισμένα προφανή λάθη. Και μετά έχεις παραλλαγές αναγνώσεων στο κάτω μέρος της σελίδας, οι οποίες συνιστούν ιδέες που είχαν διάφοροι μελετητές όλα αυτά τα χρόνια για να διευκολύνουν την ανάγνωση όπου φαίνεται λάθος. Οπότε έχεις πάλι αυτές τις πιθανότητες να αιωρούνται στο μυαλό σου για το ίδιο πράγμα, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Και είναι όλες εκεί μαζί και συνθέτουν το ποίημα. Ποτέ δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό. Είναι ένα όμορφο γεγονός να έχεις το ποίημα στα ελληνικά με διάφορες αναγνώσεις στα αγγλικά από κάτω, και να έχεις όλα αυτά να αιωρούνται ως πιθανότητες σε σχέση με αυτό που πραγματικά εννοούσε ο ποιητής.
Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να μεταδώσω την ομορφιά αυτής της διαδικασίας, σε μια σελίδα, σε ένα βιβλίο, ή σε κάτι που ονομάζεται «μετάφραση του x». Δεν υπάρχει μορφολογικός τρόπος για αυτό. Μπορείς να το κάνεις με τον υπολογιστή ενσωματώνοντας συνδέσμους, κάποιο πλευρικό κείμενο και τα συναφή. Αλλά ουσιαστικά κανείς δεν θέλει να μπει στον κόπο να διαβάσει όλους αυτούς τους συνδέσμους, και η αίσθηση δεν είναι η ίδια. Ως μελετητής, όταν κοιτάς την ίδια τη σελίδα με τη γλώσσα και τις παραλλαγές της, και όλα αυτά αιωρούνται στο μυαλό σου, είναι απλώς μια εξαιρετική εμπειρία. Που δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με ακρίβεια στις λεπτομέρειές της.
Το «συμβόλαιο» με το φως
Σκέφτομαι τη δημιουργική διαδικασία ως κάτι που εμφανίζεται στο μυαλό και ξαφνικά γίνεται ενδιαφέρον. Είναι σα να ακολουθείς κάτι, μια αλεπού που τρέχει στην αυλή σου και αποφασίζεις να την ακολουθήσεις για να δεις που ζει. Είναι σα να ακολουθείς ένα μονοπάτι.
Μερικές φορές, αυτό για το οποίο καταλήγω να γράφω είναι απλώς για το πώς είναι το φως. Και φαίνεται ότι υπάρχει ήδη κάποιο είδος συμβολαίου ανάμεσα σε μένα και το φως – σε ένα σημειωματάριο, το οποίο κανείς δεν πρόκειται να διαβάσει, όπου γράφω πώς είναι το φως σήμερα, ώστε να βρω τις ακριβείς λέξεις. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το συμβόλαιο. Αλλά φαίνεται να βρίσκεται στη βάση όλων των γραπτών μου.
Μετά το φως, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη μητέρα μου ή για το τι τρώω για δείπνο ή για τη θεωρία της μετάφρασης του Proust. Αλλά το σημαντικό έχει τελειώσει. Το φως ήταν το σημαντικό. Παραμένει μυστήριο για μένα γιατί συμβαίνει αυτό ή από πού προήλθε αυτό το συμβόλαιο.
Η ανάγκη για παράλληλες δεξιότητες
Για αρκετό διάστημα, η Carson και ο εικαστικός καλλιτέχνης σύζυγός της Robert Currie, παρέδιδαν μαζί ένα μάθημα στο New York University με τίτλο «The Egocircus.» Ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι όπου οι φοιτητές και οι φοιτήτριες καλούνταν να δημιουργήσουν με βάση μια σειρά από πρωτότυπες ασκήσεις. Εδώ, η Carson περιγράφει κάποιες από αυτές:
«Κάψε κάτι, χρησιμοποίησε τη στάχτη», ήταν μια από τις ασκήσεις. «Βελτίωσε ένα ξενοδοχείο», μια άλλη. Μερικές φορές τους δίναμε μόνο τρεις λέξεις όπως «ιστιοπλοΐα, βούτυρο, θάνατος». Και μετά έφτιαχναν πράγματα. Δεν ήταν ότι απαγορεύαμε εντελώς τη γραφή -συνήθως όλοι/ες κατέληγαν στη γραφή- αλλά τους ενθαρρύναμε να χρησιμοποιήσουν άλλες δεξιότητες. Πάντα ανακάλυπταν πράγματα που μπορούσαν να κάνουν, τα οποία δεν ήξεραν ότι μπορούσαν.
Και η ίδια άλλωστε έχει κάποιες παράλληλες δραστηριότητες που τη βοηθούν στη συγγραφή:
Σχεδιάζω και ζωγραφίζω. Κολυμπάω επίσης και μου αρέσει να τακτοποιώ. Το κολύμπι ειδικά, με εμποδίζει να είμαι σκυθρωπή και γκρινιάρα. Μερικές φορές σκέφτομαι μέσα στην πισίνα. Συνήθως είναι κακή ιδέα. Οι ιδέες που έχεις στην πισίνα είναι σαν εκείνες που έχεις σε ένα όνειρο, όταν σου έρχεται αυτή η φράση που απαντά σε όλες τις ερωτήσεις σου για την πραγματικότητα και σηκώνεσαι νυσταγμένη και την γράφεις, και το πρωί μοιάζει σαν να λες «ας αγοράσουμε μπανάνες» ή κάτι εντελώς άσχετο. Επιπλέον, μου αρέσει το νερό. Μερικοί άνθρωποι απλώς έχουν ανάγκη να βρίσκονται κοντά στο νερό.
Ο δισταγμός και οι λέξεις
Τα τελευταία χρόνια που δίδασκα, δίδασκα αρχαία ελληνικά και ταυτόχρονα έγραφα. Η μέθοδός μου για τα αρχαία ελληνικά όταν ήμουν στο σχολείο ήταν να κοιτάζω το αρχαίο κείμενο, να εντοπίζω τις άγνωστες λέξεις και να τις αναζητώ στο λεξικό. Και στη συνέχεια να βρίσκω τι σημαίνουν και να το γράφω. Η αναζήτηση λέξεων σε ένα λεξικό είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Και είναι κάτι σαν διάλειμμα, σαν ονειροπόληση, κάτι σαν μια σκέψη που έχει ανασταλεί, επειδή δεν είναι μη σκέψη, επειδή έχεις μια ερώτηση για μια λέξη και την απαντάς καθώς ψάχνεις για τον σωστό ορισμό, αλλά δεν έχεις φτάσει ακόμα στη ίδια τη σκέψη.
Είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου και μια διαφορετική αντίληψη από οποιαδήποτε είχες σε άλλη φάση της ημέρας. Είναι πολύτιμο, επειδή στη διάρκεια αυτού του διαλείμματος, συμβαίνουν πράγματα στη σκέψη σου και στο συναίσθημά σου για τις λέξεις. Αυτό το αποκαλώ δισταγμό. Στις μέρες μας, οι άνθρωποι έχουν ολόκληρο το κείμενο στον υπολογιστή τους, συναντάνε μια λέξη που δεν γνωρίζουν, πατούν ένα κουμπί και αμέσως η λέξη τους παρέχεται από οποιοδήποτε λεξικό έχει φορτωθεί στον υπολογιστή τους. Συνήθως ο υπολογιστής επιλέγει την έννοια της λέξης που σχετίζεται με το απόσπασμα, οπότε δεν σου προσφέρει ούτε την ιστορία της λέξης ούτε όμως και την ευκαιρία να περιηγηθείς ανάμεσα στις πιθανές άλλες ερμηνείες της.
Αυτό το διάλειμμα που χάνεται κάνει τεράστια διαφορά στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις γλώσσες. Ξεκουράζει τον εγκέφαλο στη διαδικασία της σκέψης, επειδή δεν σκέφτεσαι πλήρως ακόμη. Είναι μια απουσία παρουσίας κατά κάποιο τρόπο, αλλά δεν είναι το σύννεφο της άγνοιας για το οποίο μιλούν οι μυστικιστές όταν λένε ότι ο Θεός δεν είναι τίποτα και ότι δεν πρέπει να πείτε τίποτα για τον Θεό, επειδή το να λέτε κάτι για τον Θεό κάνει τον Θεό συγκεκριμένο και περιορισμένο. Δεν είναι αυτό – είναι στο δρόμο προς τη γνώση, εκεί που η σκέψη έχει ανασταλεί με κάποιου είδους εμπιστοσύνη όμως. Λυπάμαι που έχει χαθεί όλο αυτό.
Ο τρόπος να σταματήσεις το χρόνο
Αναζητούμε τρόπους να σταματήσουμε τον χρόνο. Αυτό συμβαίνει μόνο σε στιγμές απόλυτης προσοχής, τις οποίες επιδιώκουμε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Υποθέτω ότι αυτό μπορεί να συμβεί όταν παρακολουθείς μια ταινία στο Netflix, ή όταν βρίσκεσαι στη μέση της σύνθεσης του καλύτερου ποιήματός σου. Οποιοδήποτε από αυτά μπορεί να σου προσφέρει ένα focus στο οποίο μπορείς να εισέλθεις, να εξαφανιστείς.
Το μόνο που με ενδιαφέρει στην ενασχόλησή μου με τον χρόνο είναι να βρω τρόπους να τον σταματήσω. Γιατί όταν δεν σταματάει, βαριέσαι. Τον παρακολουθείς να περνάει χωρίς να συμβαίνει κάτι αρκετό για να τον γεμίσει. Για να σε απομακρύνει από τη δυστυχία. Δεν μπορώ να βρω ισορροπία ανάμεσα στην πλήξη και όποιο άλλο πράγμα σημαίνει η …αθανασία, υποθέτω.
Το να ξεχνάς τον χρόνο. Το να είσαι εκτός χρόνου, να βρίσκεσαι σε μια άλλη κατάσταση, είναι απολύτως διασκεδαστικό. Τόσο διασκεδαστικό που ξεχνάς να ανησυχείς για τον χρόνο.
Info: Τρία βιβλία της Anne Carson κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, τα Η ομορφιά του συζύγου, σε μετάφραση Ευτυχίας Παναγιώτου και Δημήτρη Αθηνάκη, Λίγα λόγια και Αυτοβιογραφία του κόκκινου, σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού και ένα από τις εκδόσεις Δώμα, το Έρως ο γλυκόπικρος, δοκίμιο για το ερωτικό παράδοξο στην κλασική παράδοση, σε μετάφραση Ανδρονίκης Μελετλίδου. Περισσότερα στα Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης.






















