του Γιάννη Μουγγολιά
*Από Dexter Gordon και Chick Corea έως Leo Smith, John Tchicai, Peter Brotzman και Han Bennink στα μεγάλα θέατρα του κέντρου της πρωτεύουσας
Ένας Οκτώβριος πλήρης συναυλιακών δράσεων με την τζαζ στα καλύτερά της να μεσουρανεί στην Αθήνα, παιγμένη ζωντανά είτε από ξένους είτε από Έλληνες μουσικούς, ήταν αυτός του 1980.
Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που απόλαυσε συναυλιακά το κοινό πριν από 46 χρόνια, ήταν εξαιρετικά διάσημα ονόματα της τζαζ όπως ο σαξοφωνίστας Dexter Gordon με το κουαρτέτο του, ο πιανίστας Chick Corea με τη σύζυγό του και τραγουδίστρια Gayle Moran, αλλά και αντιπροσωπευτικοί μουσικοί της ελεύθερης αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής όπως το τρίο των Leo Smith (τρομπέτα), Peter Kowald (κοντραμπάσο), Gunter Sommer (ντραμς-κρουστά), o πνευστός John Tchicai, το ντουέτο του Peter Brotzmann (πνευστά) και του Han Bennink (κρουστά-πνευστά) και από ελληνικής πλευράς το κουαρτέτο των Μηνά Αλεξιάδη (πιάνο), Γιώργου Παπαγεωργίου (φλάουτο), Νίκου Πολίτη (κοντραμπάσο) και Χρήστου Γκοτσίνα (ντραμς), ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου και οι Sphinx, δηλαδή το τρίο των Μάρκου Αλεξίου (πιάνο), Γιώργου Φιλιππίδη (κοντραμπάσο) και Γιώργου Τρανταλίδη (ντραμς) το οποίο τον ίδιο μήνα (Οκτώβρη του 1980) ηχογραφούσε στο στούντιο της ΕΡΑ με την προσθήκη του κιθαρίστα Λάκη Ζώη τον δεύτερο σπουδαίο δίσκο του «Επτά Διαστάσεις».

Διαβάζοντας κάποιος όλα αυτά τα κορυφαία ονόματα, θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι εξελισσόταν σε έναν μήνα μια πραγματική κοσμογονία στην τζαζ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι την προηγούμενη χρονιά (1979) είχαν κυκλοφορήσει ο ομώνυμος δίσκος των Sphinx και το «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» των Σάκη Παπαδημητρίου και Φλώρου Φλωρίδη που ουσιαστικά έδιναν το έναυσμα για τη μεγάλη περιπέτεια της ελεύθερης αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής στη χώρα μας από Έλληνες δημιουργούς.
Την καταιγιστική αυτή τζαζ δραστηριότητα με την έλευση μεγάλων διεθνών ονομάτων στην Ελλάδα για συναυλίες διαπίστωσε με χαρακτηριστικό τρόπο ο μουσικός τύπος της εποχής εκείνης.
Στο τεύχος 36 του περιοδικού «Μουσική» που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1980 η διαπίστωση αποτυπώνεται καθαρά: «Για πρώτη φορά υπάρχει τέτοια έντονη κίνηση τζαζ στη χώρα μας. Σχεδόν κάθε εβδομάδα γίνεται μια συναυλία αυτού του είδους που κάθε φορά καλύπτει κάποιο διαφορετικό στυλ. Οι φίλοι της τζαζ έχουν την ευκαιρία να παρακολουθούν αρκετά ενδιαφέροντα κοντσέρτα.

Αλλά ανάλογη αναφορά βρίσκουμε και στο πολύ καλό τριμηνιαίο περιοδικό «τζαζ» (τεύχος 11 Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 1980) που εξέδιδε και στο οποίο έγραφε ο Κώστας Γιαννουλόπουλος. Το συγκεκριμένο τεύχος κυκλοφόρησε με εξώφυλλο μια σύνθεση πάνωσε φωτογραφία του John Tchicai, ενός από τους συμμετέχοντες στην πρώτη διοργάνωση του φεστιβάλ Praxis Jazz από τον Νάσο Κοσμά. Έγραφε ο Γιαννουλόπουλος σε εκείνο το τεύχος: «Αμφιβάλλω αν μπορέσουμε ποτέ να ξαναδούμε σε διάστημα δύο μηνών τόσους πολλούς μουσικούς της τζαζ, όσους είδαμε τους τελευταίους μήνες του 1980. Είναι όμως πρόβλημα ποσότητας; Απλά είναι θέμα πληροφόρησης που βοηθάει στο να σταθμίζονται γενικά οι αξίες των προσφερόμενων πολιτιστικών διαδικασιών, είτε αυτές προέρχονται από κρατικούς (τρόπος του λέγειν δηλαδή) είτε από ιδιωτικούς φορείς. Όσο πιο πολλά βλέπουμε τόσο το καλύτερο».
Ο γίγαντας της τζαζ Dexter Gordon στο Θέατρο Βρετάνια
H συναυλία του Dexter Gordon πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 1980 στο Θέατρο Βρετάνια (Πανεπιστημίου 7, κοντά στο Σύνταγμα, εκεί που βρίσκεται και σήμερα το θέατρο) και στην οποία ο κορυφαίος τζάζμαν ήταν 57 ετών. Άκαιρη μέρα για συναυλία τζαζ θα έλεγε κανείς αφού παραδοσιακά κάθε εβδομάδα αρχίζει κάπως μουδιασμένα, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα. Το 1980 φαίνεται ότι ήταν αλλιώς.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι από τα μέσα Οκτωβρίου άρχιζαν οι παραστάσεις εκείνη τη χρονιά στο Θέατρο Βρετάνια (όπως και στα υπόλοιπα θέατρα). Η πρώτη παράσταση που ανέβηκε ήταν η γαλλική μουσική κωμωδία (μιούζικαλ) με τίτλο «Γιατί δεν Ξανατραγουδάς;» (Pourquoi tu chanterais pas) σε σκηνοθεσία Roger Pappini και χορογραφίες Άγγελου Χατζή με πρωταγωνιστές τους Κώστα Καρρά, Άννα Καλουτά και Στέφανο Στρατηγό, που σημείωσε τεράστια επιτυχία. Στις 6 Οκτωβρίου οι θεατρικές παραστάσεις δεν είχαν αρχίσει οπότε το Θέατρο Βρετάνια δόθηκε με σχετική ευκολία για τις ανάγκες της συναυλίας του Dexter Gordon.
Ποιος ήταν όμως ο Dexter Gordon οι φίλοι της τζαζ το ήξεραν. Τον γνώριζαν ως έναν από τους πρώτους τενόρο σαξοφωνίστες που ασχολήθηκαν με το είδος της bebop. Αντλώντας έμπνευση από τους μεγάλους μουσικούς του παρελθόντος και συνεργαζόμενος με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της τζαζ της εποχής του, κατάφερε να εμπλουτίσει τη μουσική τζαζ με την προσωπική του προσέγγιση και συνέβαλε στη δημιουργία πολλών διάσημων ηχογραφήσεων που πλέον θεωρούνται κλασικές.

Μέσα από τους σπουδαίους δίσκους του που άκουγαν, ανακάλυπταν τον μοναδικό του ήχο στο τενόρο σαξόφωνο αφού μέχρι τότε δεν είχαν την ευκαιρία να τον απολαύσουν ζωντανά να παίζει σε κάποια συναυλία επί ελληνικού εδάφους. «Doin’ Allright» (1961), «Dexter Calling . . .» (1961), «Go» (1962), «A Swingin’ Affair» (1962), «Our Man In Paris» (1963), «One Flight Up» (1965), «Gettin’ Around» (1965) από την Blue Note και «The Tower Of Power!» (1969), «The Panther!» (1970), «The Jumpin’ Blues» (1970) από την Prestige είναι μερικά από τα εξαιρετικά άλμπουμ του Dexter Gordon που ξεχώρισαν στη δισκογραφία του και όπου στα στούντιο ο Gordon πραγματικά έκανε ότι ήθελε κάνοντας τη hard bop να αναπνέει με άλλον άνεμο.
Έτσι τότε, τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 1980 ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να τον δουν και να τον ακούσουν και από κοντά. Αξίζει να αναφέρουμε την ανάμνηση του κορυφαίου γραφίστα (σπάνιας αισθητικής οι δουλειές του στη διαφήμιση και τη γραφιστική σε αφίσες, εξώφυλλα βιβλία, περιοδικά, μεταξύ των οποίων σπουδαία μουσικά περιοδικά στο πέρασμα του χρόνου) και λάτρη της τζαζ Δημήτρη Αρβανίτη, ο οποίος είχε βρεθεί στο Θέατρο Βρετάνια σε εκείνη την ιστορική συναυλία, όπως μας τη μετέφερε:
«Ήταν μια μοναδική συναυλία από έναν σπουδαίο τενόρο σαξοφωνίστα και το κουαρτέτο του. Θυμάμαι είχαμε προσέλθει στο Θέατρο Βρετάνια που ήταν κατάμεστο από κόσμο. Είχαμε σταθεί όρθιοι σε όλη τη συναυλία, δεν είχαμε την ανάγκη να καθήσουμε, και απολαύσαμε τον Dexter Gordon. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση πως αυτός ο γίγαντας, ο δίμετρος Dexter Gordon κρατούσε το τενόρο σαξόφωνο, το σήκωνε, το κινούσε μαζί με όλο του το σώμα. Το τενόρο σαξόφωνο συγκριτικά με το μέγεθος του κορμιού του φάνταζε σαν ένα μικρό πνευστό οργανάκι, ένα πίκολο σαξόφωνο».
Εκείνη την περίοδο ο Δημήτρης Αρβανίτης ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στις δισκογραφικές εταιρείες Columbia EMI και Minos, ενώ τότε είχε αναλάβει το εικαστικό κομμάτι (καλλιτεχνικός διευθυντής) και έγραφε και κείμενα για τη μεγάλη αγάπη του, την τζαζ στο πρώτο του μουσικό περιοδικό, το ιστορικό «τζαζ» με εκδότη τον Κώστα Γιαννουλόπουλο και διευθυντή σύνταξης τον Σάκη Παπαδημητρίου.
Για τη συναυλία του Dexter Gordon έχουμε δυο σημαντικές έγκριτες έντυπες πηγές που μας μεταφέρουν στα τεκταινόμενα στην Αθήνα εκείνο το μοναδικό βράδυ.
Γράφει ο Κώστας Γιαννουλόπουλος στο 11ο τεύχος του περιοδικού «τζαζ»: «Δύο τα μεγάλα τενόρα του μπίμποπ, ο Wardell Gray και ο Dexter Gordon. Είδαμε το δεύτερο. Ο Gordon δεν υποτίμησε το ελληνικό κοινό (πράγμα που θα υποτιμούσε βεβαίως και τον ίδιο) και έπαιξε στα ίσα ό,τι θα έπαιζε και στη Νέα Υόρκη, πράγμα αναγκαίο για να εκτιμήσει κάποιος τα στοιχεία εκείνα που τον έκαναν σημαντικό μουσικό δύο δεκαετίες πριν. Για όσους θυμούνται τις ηχογραφήσεις του στις αρχές του ΄60 στη Blue Note ή αργότερα στη Δανία για την Steeplechase, ο Gordon δεν ήταν πολύ μακρυά απ΄ αυτές σε σχέση με τον ήχο που έβγαζε στην Αθήνα. Λίγο πιο μακρυά βρέθηκε παίζοντας το “Body and Soul”. Τι να γίνει, κανένα τενόρο σαξόφωνο δεν άντεξε στο χρόνο, κι ο Gordon άντεξε περισσότερο απ΄ όλους».
Κάποια περισσότερα πράγματα για το ρεπερτόριο της μουσικής μας δίνει ο Μέμνων Κοττάκης στο τεύχος 36 της «Μουσικής»:
«Κλασικά κομμάτια όπως τα “Green Dolphin Street”, “Jumpin΄ Blues”, “Body and Soul”, “As Time Goes By” ήσαν μερικές από τις συνθέσεις που ακούστηκαν. Οι περισσότερες βασισμένες στο χαρακτηριστικό στυλ του Gordon που μένει αναλλοίωτο από τα χρόνια και την εμφάνιση νέων στην τζαζ μουσική».
Όπως βλέπουμε όλα τα προαναφερθέντα κομμάτια αποτελούν εκδοχές του Dexter Gordon σε πασίγνωστα τζαζ στάνταρντς, που στην πλειονότητά τους στην αρχική τους μορφή ήταν τραγούδια και στην πορεία διασκευάστηκαν χωρίς στίχους από πολλούς τζάζμεν.
Το τραγούδι “On Green Dolphin Street” που έγραψε ο Bronisław Kaper με στίχους του Ned Washington για την ομώνυμη ταινία, το οποίο έγινε τεράστια επιτυχία στη τζαζ μουσική από καλλιτέχνες όπως ο Miles Davis και ο Bill Evans, παρουσιάστηκε στη συναυλία της Αθήνας βέβαια χωρίς στίχους. Το “On Green Dolphin Street” είναι ένα από τα πιο διάσημα τζαζ στάνταρ, που έχει ερμηνεύσει και καταγράψει ο θρυλικός τενόρος σαξοφωνίστας Dexter Gordon σε διάφορες εκτελέσεις.
Το «The Jumpin’ Blues» των Jay McShann και Charlie Parker εμπεριέχεται στο ομώνυμο άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Dexter Gordon to 1970 στην Prestige.
Το «Body and Soul» είναι ένα δημοφιλές τραγούδι και κλασικό κομμάτι της τζαζ, το οποίο γράφτηκε το 1930 σε μουσική του Johnny Green και στίχους των Edward Heyman, Robert Sour και Frank Eyton. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως μουσικό θέμα και επένδυση στο ομώνυμο αμερικανικό φιλμ νουάρ του 1947 σε σκηνοθεσία Robert Rosse με τους John Gartfield και Lilli Palmer και θέμα την πυγμαχία. Το κομμάτι το συναντάμε σε στούντιο εκδοχή στο άλμπουμ του Dexter Gordon «Panther» (Prestige, 1970). Στη συναυλία παρουσιάστηκε βέβαια σε ινστρουμένταλ εκδοχή του Dexter Gordon. Δεν υπάρχει κάποιο ηχητικό απόσπασμα ή βίντεο του κομματιού αυτού (όπως και όλης της συναυλίας) από τη ζωντανή εμφάνιση του Dexter Gordon στην Αθήνα. Ωστόσο βλέποντας το βίντεο του «Body and Soul» που αποτυπώνει μια άλλη συναυλιακή στιγμή του Dexter Gordon την ίδια χρονιά (1980) βλέπουμε τον Gordon εμφανώς κουρασμένο να δίνει την εντύπωση ότι είναι μεθυσμένος. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Dexter Gordon σε μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής του μαχόταν με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τα οποία τον είχαν φθείρει και καταπονήσει αισθητά. Στο βίντεο αυτό ο Dexter Gordon απαγγέλλει τους στίχους του τραγουδιού στην αρχή – κάτι που επαναλαμβανόταν στις ζωντανές εμφανίσεις του – αλλά μόλις μπαίνει στο κλίμα της μουσικής, παίζει υπέροχα.
Το «As Time Goes By» είναι ένα τζαζ τραγούδι που γράφτηκε από τον Herman Hupfeld το 1931. Έγινε διάσημο όταν συμπεριλήφθηκε στην ταινία «Καζαμπλάνκα» (1942), ερμηνευμένο από τον Dooley Wilson στον ρόλο του Sam.
Ο Dexter Gordon έπαιξε πολύ καλά σε αυτή τη συναυλία συνδυάζοντας τους καταιγιστικούς ρυθμούς του με τη σπάνια ευλυγισία του να παίζει με ακρίβεια και φαντασία σε αργό ρυθμό ακολουθώντας την παράδοση που χάραξε παίζοντας μπαλάντες ο Coleman Hawkins από το 1939. Οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν ευφυείς αλλά ποτέ υπερβολικά περίπλοκοι και ακραίοι.

Στο 11ο τεύχος του περιοδικού «τζαζ» ο Κώστας Γιαννουλόπουλος προχωρά σε μια συγκροτημένη κριτική αποτίμηση της συναυλίας όχι μόνο για τον Dexter Gordon αλλά και για τους μουσικούς που τον συνόδευαν: «Δεν περιμένω από τον Gordon παρά να παραμείνει σε ενέργεια σαν ιστορική πια προσωπικότητα, και αυτό κάνει. Γι΄ αυτόν και μόνο το λόγο ήταν σημαντική η παρουσία του εδώ. Όλοι και εγώ φυσικά εντυπωσιάστηκαν από τον πιανίστα του γκρουπ Kirk Lightsey. Γερό μπητ, μπλούζμαν, in mood και σαν σάιντμαν και σαν σολίστας, και να σκεφτεί κανείς ότι μόνο στο Μανχάταν τέτοιοι πιανίστες υπάρχουν εκατοντάδες. Κάτι τέτοια μου φέρνουν μελαγχολία. Ο μπασίστας Dave Eubanks και ο ντράμερ Eddie Gladen έπαιξαν απλά τον ρόλο τους σαν συνοδοί. Κάποιος όμως θα πρέπει κάποτε να συστήσει στους ντράμερ που έρχονται να παίξουν να αποφεύγουν τα σόλο που συνήθως είναι μικρές ρουτινιάρικες ανοησίες».
Εδώ παρατηρείται μια δυσαρμονία στην ταυτότητα του κοντραμπασίστα (αν ήταν ο Dave Eubanks ή ο Rufus Freid) που συνόδεψε σε εκείνη την ιστορική συναυλία τον Dexter Gordon αφού στο τεύχος 36 του περιοδικού «Μουσική» διαβάζουμε:
«Οι φίλοι της τζαζ έχουν μαζευτεί έξω από το θέατρο Βρετάνια πλάι στις αφίσες που αναγγέλλουν το Dexter Gordon Quartet. Σε λίγη ώρα ο “Πατριάρχης του Village Vanguard” όπως τον έχουν αποκαλέσει οι Αμερικάνοι κριτικοί εμφανίστηκε μπροστά στο αθηναϊκό κοινό μαζί με τους Kirk Lightsey (πιάνο), Rufus Freid (μπάσο) και Eddie Gladen (ντραμς)».
Ωστόσο το υψηλό επίπεδο της συναυλίας και η σπάνια εμπειρία που είχαν όσοι γέμισαν τον χώρο του θεάτρου Βρετάνια Αποτελεί κοινή συνισταμένη για όλους. Διαβάζουμε στο ίδιο περιοδικό:
«Επί δύο ώρες ο Gordon και το τρίο που τον συνόδευε έδωσαν έναν πολύ καλό εαυτό τους σε μια από τις καλύτερες συναυλίες τζαζ μουσικής που δόθηκαν στη χώρα μας. Ο σαξοφωνίστας που κοντεύει τα 60 διατηρεί το χαρακτηριστικό μπομπ στυλ του και τις κοφτές νευρικές δράσεις σε συνδυασμό με τα έξοχα σόλο του. Τα λόγια δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν ούτε στο ελάχιστο το πνεύμα και το αίσθημα της συναυλίας”.
Με αφορμή τις μέτριες εντυπώσεις από κάποιες άλλες συναυλίες, μεταξύ των οποίων και του Alex Foster o Κώστας Γιαννουλόπουλος στο τεύχος 11 του περιοδικού «τζαζ» προχωρά σε σύγκριση των συναυλιακών χώρων (θέατρα και κλαμπ) καταθέτοντας την εμπειρία του για την καλύτερη λειτουργία της τζαζ:
«Η γνώμη μου … είναι η τζαζ να φύγει από τα θέατρα και να γυρίσει στα κλαμπ. Εκεί είναι πιο ανθρώπινες οι σχέσεις μουσικών-ακροατηρίου και το κοινό καταλαβαίνει περισσότερα πράγματα. Στο κάτω της γραφής αυτό ήταν το κλίμα της τζαζ και ιδιαίτερα του μπίμποπ, γιατί πρέπει εμείς να της αλλάξουμε χαρακτήρα;”
Την άποψή αυτή υποστηρίζει και ο ίδιος ο Dexter Gordon που εκείνες τις μέρες με αφορμή τη συναυλία του στην Αθήνα είχε παραχωρήσει στον Μέμνονα Κοττάκη συνέντευξη που συμπεριλήφθηκε στο τεύχος 36 του περιοδικού «Μουσική»:
«… εκτός από συναυλίες που δίνουμε στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση θάβονται. Μόνο τα εξειδικευμένα περιοδικά και οι ιδιωτικοί σταθμοί τις προβάλλουν. Ποτέ αυτή η διαφήμιση που θα θέλαμε, η προβολή μας δεν είναι αρκετή, υπάρχει αδιαφορία. Μόνο στα κλαμπς που παίζουμε δημιουργείται ατμόσφαιρα αυθεντική, γίνονται τζαμ σέσσιονς αλλά εκεί απευθυνόμαστε σ΄ ένα μικρό και συγκεκριμένο κοινό. Στην Αμερική εξακολουθεί να υπάρχει ανιδεότητα γύρω από τη σωστή διανομή της τζαζ από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, ράδιο και TV. Μάλλον όχι δεν είναι αυτό, οι άνθρωποι προβάλλουν το είδος που θα αποφέρει εμπορικά και θα γίνει χιτ, άσχετα από την ποιοτική του αξία. Όλα είναι σχεδιασμένα κι έτσι η τζαζ δεν πήρε ακόμα τη θέση που της αξίζει».

Η πιο πρόσφατη δισκογραφική του δουλειά εξαιρετικής ποιότητας που αξίζει να μνημονευτεί και είχε προηγηθεί της συναυλίας της Αθήνας, ήταν το άλμπουμ «Sophisticated Giant» (Columbia, 1977) το οποίο ηχογραφήθηκε το 1977 από ένα συγκρότημα έντεκα μουσικών που ερμήνευαν κομμάτια σε ενορχηστρώσεις του τρομπονίστα Slide Hampton. Μεταξύ των συνθέσεων δουλειές του ίδιου του Gordon, του Hampton και των Woody Shaw, Antonio Carlos Jobim, David Raksin. Το άλμπουμ είχε σηματοδοτήσει την επιστροφή του Dexter Gordon στις ΗΠΑ μετά από την μακρόχρονη παραμονή του στην Ευρώπη.
Τη χρονιά της συναυλίας (1980) ο Dexter Gordon ανακηρύχθηκε Μουσικός της Χρονιάς από το έγκριτο περιοδικό «DownBeat». Ο συγκεκριμένος διαγωνισμός αποτελεί μια από τις πιο καταξιωμένες διαδικασίες ανάδειξης καλλιτεχνών στον κλάδο μέσα από ψηφοφορία συντακτών και αναγνωστών και στο παρελθόν είχε τιμήσει ογκόλιθους της τζαζ όπως τους Louis Armstrong, Duke Ellington και Miles Davis. Την ίδια τιμητική αναγνώριση είχε λάβει ο Dexter Gordon και πριν δύο χρόνια, το 1978. Παράλληλα το 1980 εντάχθηκε στο Jazz Hall of Fame, ενώ έλαβε τιμητική διάκριση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ με την καθιέρωση της «Ημέρας Dexter Gordon» στην Ουάσιγκτον (D.C.) και με βραβείο συνολικής προσφοράς από το National Endowment for the Arts. Εκτός από την αναμφίβολη δεξιοτεχνία του στη μουσική, ήταν και μια σπουδαία φυσιογνωμία με σημαντική πολιτιστική επιρροή, που συνέβαλε στον καθορισμό και την ανάδειξη της τζαζ μουσικής.
Όλες αυτές οι τιμητικές διακρίσεις που απέσπασε το 1980 έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανανέωση και αναζωογόνηση της καριέρας του που για κάποια χρόνια πριν, όπως ήταν φυσικό, παρουσίασε σημεία καμπής. Πριν λίγα χρόνια άλλωστε, το 1976 είχε συντελεστεί η ιστορική του επιστροφή στις ΗΠΑ από την Ευρώπη με το άλμπουμ «Homecoming». Παράλληλα το 1980 ανέκαμπτε με σημαντικές ηχογραφήσεις και ζωντανές εμφανίσεις όπως με σειρά συναυλιών στο Keystone Korner (Live 1980) στο Σαν Φρανσίσκο και τη συμμετοχή του σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Αυτή η περίοδος μεγάλης αναγνώρισης προετοίμασε το έδαφος για την επόμενη φάση της καριέρας του στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο δραματικό μιούζικαλ «Round Midnight» (1986) του Bertrand Tavernier.
Οι πιο αξιοσημείωτες ευρωπαϊκές ζωντανές εμφανίσεις του το 1980 που αποθεώθηκαν από το κοινό, ήταν στο Umbria Jazz Festival (Περούτζια, Ιταλία), ηχογραφημένη στις 26 Μαρτίου 1980, η οποία περιελάμβανε εντυπωσιακές, δυναμικές εκτελέσεις των κομματιών «Strollin’» του Miles Davis, «On Green Dolphin Street» και «It’s You or No One» των Jule Styne και Sammy Cahn, στο Lucerna Hall (Πράγα, Τσεχία) όπου αναδεικνύεται ο στιβαρός ήχος του Dexter Gordon και της αμερικάνικης τζαζ πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στο Ronnie Scott’s στο Λονδίνο με σειρά εμφανίσεων του κουαρτέτου στον διάσημο χώρο τον Ιούνιο του 1980, μια ανοιξιάτικη συναυλία στη Βιέννη της Αυστρίας και μια καλοκαιρινή εμφάνιση στη Λιουμπλιάνα της τότε Γιουγκοσλαβίας. Στο πλαίσιο αυτό των συναυλιών στην Ευρώπη ήταν ενταγμένη και η εμφάνιση του κουαρτέτου του στο Θέατρο Βρετάνια στην Αθήνα.
Παράλληλα το 1980 ήταν η χρονιά της κυκλοφορίας του άλμπουμ του «Landslide» (1980) με εξαιρετικές ηχογραφήσεις με κουαρτέτο και κουιντέτο για την Columbia Records.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η καριέρα του Dexter Gordon είχε επιβραδυνθεί λόγω προβλημάτων υγείας και όλη αυτή η καλλιτεχνική δραστηριότητα σηματοδοτούσε μια νέα εκκίνηση.
Μετά από μια δεκαετία, το 1990 ο Dexter Gordon έφυγε από τη ζωή στα 67 του στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια.
Ο Chick Corea στον «Ορφέα» και στο τζαζ κλαμπ του Μπαράκου
Ένα άλλο τεράστιο όνομα της τζαζ εμφανιζόταν στις 21 και 22 Οκτωβρίου 1980, ημέρες Τρίτη και Τετάρτη σε ένα άλλο κεντρικό θέατρο της Αθήνας, τον θέατρο «Ορφέας». Πρόκειται για τον συνθέτη και πιανίστα Chick Corea ο οποίος στο παρελθόν είχε ξαναεμφανιστεί στην Αθήνα, ωστόσο η συναυλία του το 1980 όπου εμφανίστηκε μαζί με τη σύζυγό του και τραγουδίστρια Gayle Moran, στέφθηκε από μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία αλλά και από τεράστια ανταπόκριση του κόσμου που γέμισε το θέατρο.
Το Θέατρο Ορφέας της οδού Σταδίου που δραστηριοποιήθηκε και σαν έναν από τους ωραιότερους κινηματογράφους στην Αθήνα (αργότερα θέατρο Χατζηχρήστου) με λαμπρή προϊστορία, συνέχισε τη διαδρομή του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως ένας ζωντανός χώρος θεάτρου και ψυχαγωγίας, φιλοξενώντας κυρίως ελληνικό θέατρο, επιθεωρήσεις, μουσικές παραστάσεις, συναυλίες και μουσικά αφιερώματα. Ειδικά στο τέλος του λειτούργησε κυρίως ως θέατρο. Ο «Ορφέας» έκλεισε το 1988, οκτώ χρόνια μετά τη συναυλία του Chick Corea. Τότε (1988) ο ιστορικός κινηματογράφος με την πολυτέλεια και την ομορφιά του αλλά και με το ισχυρό δέσιμο που είχαν μαζί του οι Αθηναίοι, κρίθηκε κατεδαφιστέος και στον χώρο αυτό δημιουργήθηκε η Στοά του Βιβλίου. Στο παλιό του υπόγειο λειτουργούσε (και εξακολουθεί να λειτουργεί) το θέατρο Τέχνης.

Στο κλίμα της συναυλίας του Chick Corea στον «Ορφέα» μας μεταφέρει ο Γιώργος Κυριαζίδης στο τεύχος 36 του περιοδικού «Μουσική»:
«Όλοι περιμέναμε τον Chick Corea σοβαρό, βεντέτο, απρόσιτο, να κάτσει στο πιάνο – της αρεσκείας του – να παίξει τις συνθέσεις του, να εισπράξει το νόμιμο χειροκρότημα, άντε να κάνει κι ένα ανκόρ και να φύγει. Και θάμασταν κι ευχαριστημένοι. Βέβαια! Ο Corea ήρθε κι έπαιξε για μας! Και θα γράφουμε μετά οι δημοσιογράφοι, άλλος το κοντό του, άλλος το μακρύ του για το «τουσέ» του, το «φίλινγκ» του, την «τεχνική» του, για ισορροπίες ηχητικών όγκων κι άλλα τέτοια…”
… Στις 21 του Οκτώβρη στο σινεμά του Ορφέα 1500 άτομα – κι άλλα τόσα την επόμενη – πάθαμε την πλάκα μας. Ο Corea, αυτός ο μικρόσωμος κι ευκίνητος Μεξικανοαμερικάνος μας έδειξε τι πα να πει καλλιτέχνης, τι είναι επαφή με το κοινό, ποια είναι η αίσθηση του χιούμορ, πως “σοβαρός” καλλιτέχνης δεν είναι εκείνος με τα συνωφριωμένα φρύδια και το άκαμπτο ύφος, αλλά εκείνος που μπορεί να ζωντανεύει αισθήματα ακόμα και πέρα από τα όποια όρια της τέχνης και της τεχνικής του. O Corea δεν έπαιζε πιάνο. Έπαιζε με το πιάνο, έπαιζε με μας, έπαιζε με τον εαυτό του και με την Gayle Moran. Μας έδωσε να καταλάβουμε ότι η καλή μουσική δεν είναι για τους “δυσκοίλιους” και τους “καθαρολόγους” αλλά είναι μια γλώσσα επικοινωνίας πλατιά και πέρα από τα συρματοπλέγματα που υψώσανε μερικοί – έστω κι άθελά τους …
… Πιστεύω πως ο Corea θα μας πήγαινε εκεί που μας πήγε έστω και χωρίς πιάνο! Ούτε τη γλώσσα γνώριζε, ούτε τη νοοτροπία μας. Κι όμως κατάφερε να δώσει ρυθμό – σε μας τους άρρυθμους – για να τον συνοδέψουμε σε ένα κομμάτι του. Γιατί ο Chick Corea ξέρει ν΄ αγαπάει τον κόσμο. Την αγάπη που παίρνει από το κοινό του μπορεί μέσα από τη μουσική του να τη διοχετεύει πίσω στους ανθρώπους. Κι αυτό το πράγμα του αρέσει …».
Όπως μας πληροφορεί το περιοδικό για τις εμφανίσεις του στην Αθήνα ο Chick Corea ήρθε μαζί με τη μάνα του, τον πατέρα του – και πρώτο του δάσκαλο – τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δηλαδή τους ανθρώπους που αγαπάει και τους θέλει δίπλα του.
Αξίζει να τονιστεί ότι όπως ο ίδιος ο Corea είχε αποκαλύψει τότε, στις συναυλίες της Αθήνας θα έπαιζε ουσιαστικά σόλο πιάνο (με τη φωνή της γυναίκας του Gayle Moran θα συνομιλούσε). Σόλο πιάνο είχε να παίξει δέκα χρόνια και το γεγονός αυτό που θα ξαναγινόταν μετά από μια δεκαετία στην Αθήνα ήταν για αυτόν «κάτι το εξαιρετικό και περίεργο» αφού πριν συνήθως έπαιζε με ορχήστρα.
H Gayle Moran συμμετείχε στα φωνητικά ως μέλος των Mahavishnu Orchestra. Chick Corea και Gayle Moran ένωσαν δυνάμεις στο άλμπουμ των Return To Forever «Musicmagic» που κυκλοφόρησε το 1977 από την CBS, καθώς και στη συλλογή τεσσάρων δίσκων «RTF Live», η οποία αποτύπωνε την ενέργεια και τον ενθουσιασμό του πλήρους σχήματος των Return To Forever κατά τη διάρκεια της περιοδείας του.

Αλλά και οι υπόλοιπες κριτικές σε διάφορα μέσα εστίασαν στην τεχνική αρτιότητα και την ενέργεια του καλλιτέχνη, που εντυπωσίασε στον «Ορφέα».
Την παραμονή των συναυλιών του στον Ορφέα, δηλαδή τη Δευτέρα 20 Οκτωβρίου τα μεσάνυχτα ο Chick Corea με την οικογένειά του επισκέφτηκε το θρυλικό τζαζ κλαμπ του Μπαράκου στην Πλάκα, που τότε κυριαρχούσε στον χώρο της τζαζ στην Αθήνα έχοντας καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξή της. Εκεί συνάντησε τον δικό μας πιανίστα-οργανίστα και συνθέτη Μηνά Αλεξιάδη που έπαιζε Fender Rhodes. Στον Chick Corea άρεσε αυτό που άκουγε και ανέβηκε στη σκηνή κάθισε στη θέση του ντράμερ και για ένα τέταρτο περίπου συνόδεψε τον Μηνά Αλεξιάδη παίζοντας πολύ καλή ντραμς και ενθουσιάζοντας τους θαμώνες του κλαμπ που καταχάρηκαν με τους αυτοσχεδιασμούς του απρόβλεπτου αυτού ντουέτου. Ωστόσο η πρωτοβουλία αυτή του Chick Corea δεν ήταν κάτι αδικαιολόγητο για τον ίδιο αφού έπαιζε ντραμς από τη μικρή ηλικία, των 8 ετών, 4 χρόνια μετά από τότε που ήρθε σε επαφή με το πιάνο. Στη συνέχεια Chick Corea στο πιάνο και Μηνάς Αλεξιάδης στα Fender Rhodes αυτοσχεδίασαν μαζί περίπου για ένα τέταρτο χαρίζοντας πλούσιες ιδέες και πολύ καλή μουσική στους τζαζόφιλους του «Μπαράκου».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το άρθρο του Μηνά Αλεξιάδη με τίτλο «Με τον Chick Corea στο τζαζ κλαμπ» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού «τζαζ». Σταχυολογούμε κάποια αποσπάσματα σχετικά με τις εμφανίσεις στον Ορφέα αλλά και από όσα συζήτησαν Corea και Αλεξιάδης εκείνη τη μοναδική βραδιά που συναντήθηκαν στου “Μπαράκου”:
«Για τις δυο συναυλίες του Chick Corea (και της Gayle Moran) στις 21 και 22 του Οκτώβρη νομίζω ότι δεν χωράει κριτική. Όσοι ήσαν στην συναυλία είδαν και άκουσαν τι συνέβη. Ο Corea μας απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ότι μόνο τυχαίο δεν είναι το όνομα που έχει δημιουργήσει. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο …
… Οι τελευταίες συναυλίες που έδωσε πριν έρθει στην Αθήνα ήσαν στη Σικελία (Παλέρμο, Μεσσήνη), όπου το κοινό παρουσιάστηκε αδιάφορο και θορυβώδες. Έτσι χρειάστηκε ειδικό παίξιμο επί μισή ώρα μέχρι να τους “στρώσει”. Απεναντίας το ελληνικό κοινό, όπως έδειξαν οι δυο συναυλίες, παρουσιάστηκε πρόθυμο όχι μόνο για να παρακολουθήσει αλλά και να άδει μεσογειακές μελωδίες κατά άψογον ομολογουμένως τρόπο. Στην Ευρώπη ο Corea βρέθηκε για συναυλίες αλλά και για τουρισμό, κυρίως για να δείξει την Ευρώπη στα παιδιά του και στους γονείς του, οι οποίοι γιόρταζαν 50 χρόνια έγγαμου βίου, και δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ έξω απ΄ τις Η.Π.Α…
… “Ενδιαφέρομαι”, λέει ο Corea “να γνωρίζω ανθρώπους σ΄ όλο τον κόσμο, γιατί νομίζω πως η μουσική είναι το ουσιαστικότερο μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων. Ο σύγχρονος μουσικός πρέπει να εκτιμά την αφρικανική, τις ασιατικές, γενικά να είναι δεκτικός, αλλά και να προσπαθεί να διαμορφώσει έναν προσωπικό δημιουργικό δρόμο” . Μυστικά, είπε, στον αυτοσχεδιασμό δεν υπάρχουν. “Ένας τρόπος για να προχωρήσει κανείς είναι να ξεχάσει και ν΄ αφήσει κατά μέρος κάθε είδους προκατάληψη που μπορεί να επιδράσει ανασταλτικά”. Π.χ. τον τόπο της καταγωγής του, το χρώμα (θεωρεί μύθο τη γνώμη ότι μόνο οι μαύροι μπορούν να παίξουν τζαζ), τη σωματική κατασκευή, την παιδεία του καθενός κ.λ.π. Η μουσική λέει, βρίσκεται έξω από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά γιατί η μουσική αποτείνεται στην ψυχή».

Η αυθόρμητη συνάντηση και σύμπραξη του Chick Corea με τον Μηνά Αλεξιάδη στο θρυλικό τζαζ κλαμπ του Μπαράκου είναι ένα ελάχιστο δείγμα των πολλών απρόοπτων και συναρπαστικών που λάμβαναν χώρα εκείνη την εποχή στον ιστορικό χώρο που είχε στήσει ο λάτρης της τζαζ Γιώργος Μπαράκος στην πλατεία Ραγκαβά στην Πλάκα και ο οποίος, εκτός από συναυλιακό χώρο και μπαρ, είχε εξελιχθεί και σε ανοικτό σχολείο της τζαζ με καταλυτικό ρόλο στην πορεία του είδους στη χώρα μας. Ταυτόχρονα μαρτυρά και την εξαιρετική ευελιξία του Chick Corea να συμμετέχει σε γόνιμες διεργασίες και συνεργασίες με μουσικούς άλλων εθνοτήτων που ούτε καν γνώριζε αλλά αξιοποιώντας την βαθιά αίσθηση και αντίληψη περί ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που είχε και πρωτίστως την επιθυμία του για συμπράξεις, κατόρθωσε να δώσει στο τζαμάρισμα ειδικό βάρος. Και βεβαίως το όνομά του ήταν αυτό που έμεινε από το πέρασμα του από το τζαζ κλαμπ του Μπαράκου. Chick Corea ήταν αυτός!
Αυτοσχεδιασμοί και free jazz στον Οκτώβριο του 1ου φεστιβάλ Praxis Jazz»
Την ίδια βραδιά που ο Chick Corea επισκεπτόταν το τζαζ κλαμπ του Μπαράκου (Δευτέρα 20 Οκτωβρίου) εγκαινιαζόταν το σπουδαίο φεστιβάλ Praxis Jazz που έμελλε τα επόμενα χρόνια να θεσμοθετηθεί και να αποτελέσει πυλώνα συναυλιακών δρωμένων φέρνοντας στη χώρα μας κορυφαίες μορφές της τζαζ και της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής αλλά και να δώσει βήμα και σε εκλεκτούς Έλληνες δημιουργούς του χώρου. Το φεστιβάλ του οποίου ψυχή ήταν ο Κώστας Γιαννουλόπουλος, ήταν διοργάνωση του περιοδικού «τζαζ» (το 1ο φεστιβάλ Praxis Jazz πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του Γερμανικού Ινστιτούτου Αθηνών στο θέατρο Αλάμπρα) και στην πρώτη μέρα του τη Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 1980 προσκεκλημένοι ήταν το τρίο του Αμερικανού τρομπετίστα και συνθέτη Leo Smith (έτερα μέλη του τρίο ο Γερμανός κοντραμπασίστας Peter Kowald και ο Γερμανός ντράμερ και κρουστός Gunter Sommer), ο Δανός με καταγωγή από το Κογκό πνευστός John Tchicai (σαξόφωνο, κρουστά κλπ) που εμφανίστηκε σόλο, ενώ τη βραδιά άνοιξαν οι Sphinx (Μάρκος Αλεξίου-πιάνο, Γιώργος Φιλιππίδης-κοντραμπάσο και Γιώργος Τρανταλλίδης-ντραμς). Στο τεύχος 36 του περιοδικού «Μουσική» διαβάζουμε ότι τη βραδιά «άνοιξε ο πιανίστας Μάρκος Αλεξίου που ήταν αρκετά σφιγμένος». Ο Μάρκος Αλεξίου την επόμενη μέρα θα έφευγε για τη Γαλλία όπου θα έμενε για πολύ καιρό.

Το Θέατρο Αλάμπρα που φιλοξένησε τις συναυλίες του 1ου Praxis Jazz το 1980 βρισκόταν στην οδό Στουρνάρη 52 και Πατησίων, εκεί που σήμερα υπάρχει ανακαινισμένο το Alhambra Art Theatre. Eκείνη την περίοδο ως θιασάρχης είχε αναλάβει ο Θύμιος Καρακατσάνης που συνδέθηκε με τις ιστορικές παραστάσεις του Θεάτρου Αλάμπρα. Ήδη από την προηγούμενη χρονιά (1979) ο Καρακατσάνης είχε εγκαταστήσει τη θεατρική του ομάδα «Νέα Ελληνική Σκηνή» και άρχισε να παίζεται η μεγάλη θεατρική του επιτυχία «Φον Δημητράκης». Τη θεατρική σεζόν 1980-1981, ο θίασος «Νέα Ελληνική Σκηνή») παρουσίασε τη γνωστή σατιρική κωμωδία των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου «Ένας ήρως με παντούφλες» σε σκηνοθεσία του Θύμιου Καρακατσάνη, ο οποίος ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στρατηγού Δεκαβάλλα. Η συγκεκριμένη παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 4 Οκτωβρίου 1980 και βέβαια οι παραστάσεις γίνονταν τον Οκτώβριο και για όλη τη σεζόν. Τις Δευτέρες όμως δεν παίζονταν θεατρικές παραστάσεις κι έτσι το Θέατρο Αλάμπρα παραχωρήθηκε για τις συναυλίες του φεστιβάλ Praxis Jazz τις δυο τελευταίες Δευτέρες του Οκτωβρίου αλλά και την πρώτη Δευτέρα του Νοεμβρίου (3/11/1980) όπου φιλοξενήθηκε η τρίτη συναυλία του φεστιβάλ με το τρίο των Sam Rivers, Dave Holland και Steve Ellington.
Μουσικές ρήξεις από τους Leo Smith, Peter Kowald και Gunter Sommer
Σχετικά με την εμφάνιση του τρίο του Leo Smith που πρωτοεμφανίστηκε σαν σχήμα τον Απρίλη του 1979 στο Free Jazz Workshop του Βούπερταλ και που ήδη τον Νοέμβριο του 1979 είχε δώσει συναυλίες σε Αθήνα (τζαζ κλαμπ του Μπαράκου) και Θεσσαλονίκη, η «Μουσική» προχωρά σε αρνητική κρίση σημειώνοντας ότι το τρίο που έκλεισε την πρώτη μέρα του 1ου Praxis Jazz εμφανίστηκε στη χειρότερη εμφάνισή του στην Ελλάδα. «Εξάλλου η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ή πάει ή δεν πάει. Έπαιξαν μόνο ένα τέταρτο …», αναφέρει η σχετική ανταπόκριση.

Από την πλευρά του ο Κώστας Γιαννουλόπουλος εκφράζει τη δική του άποψη σχετικά με την εμφάνιση του τρίο στο τεύχος 11 του περιοδικού «τζαζ» αναφέροντας: «Τα πράγματα φαίνεται να ωρίμασαν αρκετά για το τρίο Smith-Kowald-Sommer. Φαίνεται ότι ίσως ήρθε ο καιρός να ανασχηματιστούν σαν γκρουπ και τούτο γιατί από τη μια ενώ συνεχίζουν να αποδίδουν ψηλής κλάσεως μουσική από την άλλη υπάρχει η αμεσότητα της τυποποίησης που φέρνει το γλύστριμα σε επαναλαμβανόμενα ομοιόμορφα κλισέ. Δεν είναι μόνο η εμφάνισή τους στην Αθήνα που μου έβαλε αυτές τις σκέψεις αλλά και τρεις σχετικά πρόσφατοι δίσκοι τους … Το “touch of the earth” με τους τρεις μαζί ίσως να σημαδέψει το τέλος μιας δημιουργικής συνεργασίας τριων μεγάλων μουσικών». Πραγματικά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η νηφάλια και ψύχραιμη χωρίς υπερβολές και εγκωμιαστικά λόγια αποτίμηση του συναυλιακού γεγονότος του τρίο του Leo Smith από τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, ο οποίος σημειωτέον ήταν ο διοργανωτής της συναυλίας και μάλιστα εκείνη την εποχή που κανείς θα περίμενε μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Αναμφίβολα η δουλειά των ανθρώπων του Praxis Jazz αποδεικνύεται κι από αυτή τη στάση ότι ήταν απόλυτα ουσιαστική κι όχι για το θεαθείναι και τις εντυπώσεις.
Μάλιστα ο Κώστας Γιαννουλόπουλος προσεγγίζοντας τη φύση της συγκεκριμένης συναυλίας που εκείνη την εποχή αποτέλεσε μέγιστο γεγονός στον χώρο της αβανγκάρντ και της πειραματικής μουσικής με σαφή χαρακτηριστικά αλλά και σίγουρα έντονο το στοιχείο της πρόκλησης, στο τεύχος 9 του περιοδικού «τζαζ» ξεδίπλωνε την κοινωνική διάσταση που λάβαιναν τέτοιου είδους δράσεις:
«Η παρουσία στον χώρο τους του τρίο Λήο Σμιθ-Πέτερ Κόβαλντ-Γκούντερ Ζόμμερ, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί σαν μια ακόμη μουσική προσφορά που τοποθετείται στα πλαίσια της κοινωνίας θεάματος και που επακόλουθα υποβιβάζεται στον βαθμό της διασκέδασης (entertainment). Αν οι μουσικοί έπαιξαν σε θέατρο και όχι σε έναν οποιοδήποτε άλλο ελεύθερο χώρο, αυτό οφείλεται στο ότι η αυστηρά «δυτικοευρωπαϊκά» δομημένη κοινωνία μας αδυνατεί να κατανοήσει τη μουσική σαν κοινωνικό συμβάν και να την υποβαθμίζει σε εμπορευματική διαδικασία.
Παρά τον τρόπο παρουσίασης όμως το μουσικό συμβάν τελέστηκε και το μέγεθος της προσφοράς του χαρακτηρίζεται σαν πολιτιστική ρήξη… με τον όρο πολιτιστική ρήξη εννοώ το διαμορφωμένο εκείνο πεδίο που οι πολιτιστικοί κώδικες οι αναφερόμενοι στην τέχνη δεν προέρχονται (άρα και δεν δικαιολογούνται) από την κυρίαρχη ιδεολογία. Σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία, στις “μάζες” αρέσουν τα εύκολα, αυτά που μπορούν να καταναλωθούν μέσα από την ευτέλεια των απλούστερων μέσων και της χρησιμοποίησής τους. Η τζαζ για τους κριτικούς, δεν ήταν παρά μια μουσική που χρησίμευε μόνο και μόνο γιατί ήταν απλή, κατανοητή και, κυρίως, χορευτική (διάβαζε χρήσιμη). Κατ΄ αντίθεση, η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική εφ΄ όσον είναι μια μουσική “ακατάληπτη” δεν έχει καμμιά σχέση με τις “μάζες”, δεν τις βολεύει δηλαδή γιατί δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Αυτή είναι η θέση της κυρίαρχης ιδεολογίας, που δεν επιτρέπει, καθόλου την κοινωνική μετατόπιση της μουσικής παρά μόνο την τοποθέτησή της σε συγκεκριμένα μορφολογικά πεδία που λειτουργούν για την εξουσιαστική δόμηση των σχέσεων παραγωγής. Φτάνω στο κύριο σημείο λέγοντας ότι η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική μας προτείνει κυρίως μια πρακτική στρατευμένης τέχνης που η αστική κουλτούρα, η ιδεαλιστική αισθητική και η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθούν κατά κανόνα να απωθήσουν».
Μιλώντας λοιπόν για αυτοσχεδιαζόμενη μουσική, δεν έχω να κάνω με τη δόμηση κάποιου ψυχαγωγικού τεχνήματος, αλλά με το λειτουργικό κάποιου παιχνιδιού στο οποίο απαιτείται η συμμετοχή του ακροατή και η δραστηριοποίησή του …
… Χρειάστηκε αυτή η συναυλία για να αποκτήσει το ακροατήριο συνείδηση του συστήματος καταπίεσης / άμυνας, και να αυτομορφώσει τον λόγο / περιεχόμενο της εξέγερσης. Η συσσωρευμένη ένταση που μεταδινόταν από τα κανάλια της “μουσικότητας” των Σμιθ-Κόβαλντ-Ζόμμερ, μετατρεπόταν σε κραυγή αποδοχής από ένα ακροατήριο που βρισκόταν (μη έχοντας ανάγκη την προβολή της ιστορίας του) μπροστά στην πλοκή μιας λαϊκής τέχνης, στην πλήρη της έννοια, επικοινωνώντας με αρχέγονα πεδία μνήμης, εκεί που η Ευρωπαϊκή – Μεσογειακή ράτσα συναντούσε τους Νουμίδες εμπόρους και μάγους».

Και καταλήγει ο Κώστας Γιαννουλόπουλος κρατώντας αυτό που έμεινε από τη συγκεκριμένη συναυλία:
«Εκείνη τη μέρα εκπολιτιστήκαμε μέσα από την άρνηση του πολιτισμού μας. Ρήξη σημαίνει αντίθεση, σπάσιμο, αντιπαράθεση., μάχη. Σε αυτή την περίπτωση δεν βλέπω παρά κριτικούς ηττημένους». Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η εμπειρία των θεατών-ακροατών από το τρίο του Leo Smith δεν ήταν από τις αναμενόμενες μέσα στα συμβατικά όρια.
Ιδιαίτερης αξίας τέλος ήταν δυο χρόνια μετά την εμφάνιση του τρίο στο 1ο Praxis Jazz η κυκλοφορία του εξαιρετικού βιβλίου του Leo Smith «Σημειώσεις για τη Φύση της Μουσικής» σε μετάφραση των Νίκου Σαββάτη και Κώστα Θεοφιλόπουλου από το περιοδικό «τζαζ» και τις εκδόσεις Νεφέλη. Ένας σπάνιος οδηγός για την αυτοσχεδιαστική μουσική, απαραίτητος για κάθε σοβαρή μουσική βιβλιοθήκη.
Ο John Tchicai ολομόναχος στην κορυφαία στιγμή της βραδιάς
Αναμφίβολα η ζωντανή εμφάνιση του John Tchicai ήταν αυτή που έκλεψε τις εντυπώσεις σε αυτή την παρθενική βραδιά της πρώτης χρονιάς του φεστιβάλ. Μια εμφάνιση που σύμφωνα με τη «Μουσική», ήταν αυτή «που άλλαξε όλο το κλίμα με την αίσθηση του χιούμορ του». Ο Tchicai που είχε παίξει με τον John Coltrane στο θρυλικό άλμπουμ του «Ascension», ίσως τον πιο κοντινό στη free jazz που ηχογράφησε ο γίγαντας της τζαζ, τον Albert Ayler, το New York Art Quartet, τους New York Contemporary Five που ίδρυσε μαζί με τον Archie Shepp, την Jazz Composers Guild (έργο των Bill Dixon και Cecil Taylor), σύμφωνα με το περιοδικό «τζαζ» ήταν «ένας ήρεμος γίγας γύρω στα δύο μέτρα με άτσαλο βηματισμό και εύκολο χαμόγελο».

Στη συναυλία στο Θέατρο Αλάμπρα αποδείχτηκε η τρομερή ικανότητά του να δημιουργήσει μια απίστευτη χημεία ανάμεσα στον ίδιο και στο ακροατήριο. Η αμεσότητα και η επικοινωνιακή δύναμη αυτής της συναυλίας περιγράφεται με τον καλύτερο τρόπο από τον Κώστα Γιαννουλόπουλο στο τεύχος 11 του περιοδικού «τζαζ»:
«Αυτή η επικοινωνία – αποδοχή του John Tchicai με/από το ακροατήριο επισυνέβη γιατί το κοινό είχε αντίληψη την ώρα του συμβάντος ότι πράγματι μεταξύ του σολίστα/αυτοσχεδιαστή και του ήχου που βγαίνει υπάρχει μια ενιαία πραγμάτωση, μια ιδέα που ολοκληρώνεται. Δηλαδή υπάρχει ένα πλήρες συναίσθημα που διαχέεται και που το κοινό (υπάρχοντας και αντιδρώντας) το ανεβάζει από ψυχική κατάσταση σε αξία». Εκείνη την σπουδαία βραδιά ο John Tchicai κατάφερε να κρατήσει καθηλωμένο το κοινό ενώ βρισκόταν ολομόναχος παίζοντας το άλτο σαξόφωνό του και χρησιμοποιώντας τη φωνή του στη σκηνή. Δεν ήταν και λίγο. Οι θεατές-ακροατές της συναυλίας είχαν την ευκαιρία μιας ανεπανάληπτης εμπειρίας, βαθιά πνευματικής και τελετουργικής, μιας σπάνιας μυσταγωγίας που ακροβατούσε περίτεχνα μεταξύ απόλυτου ελεύθερου αυτοσχεδιασμού (free jazz) και των αφρικάνικων παραδόσεων στις οποίες ο Tchicai είχε γαλουχηθεί.
Κατά τη διάρκεια της συναυλίας ο Tchicai έπαιξε με έναν παιγνιώδη και χαλαρό τρόπο και ήταν πρόθυμος να επικοινωνήσει και να αλληλεπιδράσει με το κοινό του. Κάποιες στιγμές αυτοσχεδίαζε πάνω σε επαναλαμβανόμενα riffs, σαν μουσικός μεγάλης ορχήστρας (big band) που εκτελεί ρόλο σε τμήμα πνευστών ή κάποιο μέλος ενός φανταστικού κουαρτέτου σαξοφώνων. Άλλες στιγμές εκτονωνόταν καταιγιστικά μέσα στις αυτοσχεδιαστικές εκρήξεις του, ενώ δεν ήταν λίγες φορές που η μουσική που παρουσίασε εκείνη τη βραδιά ακολουθούσε εσωτερικές διαδρομές σπάνιας ενέργειας και μελωδικής υφής.
Σε μια χαρακτηριστική στιγμή της συναυλίας που ο John Tchicai ξεδίπλωνε με ρυθμικό τρόπο τη μουσική του, ανέπτυξε μια υψηλής αμεσότητας και έναν επικοινωνιακό διάλογο με το κοινό καλώντας τους θεατές να συμμετάσχουν ενεργά. Συγκεκριμένα παίζοντας το κομμάτι «Frobenius Stomp» σε κάποιο σημείο απευθύνεται εκτός μικροφώνου στο ακροατήριο και στη συνέχεια λέγοντας στους ακροατές στα ελληνικά «Επαναλάβετε μετά από μένα» καθοδηγεί ένα ρυθμικό κρεσέντο.
Από τις καλύτερες στιγμές της βραδιάς ήταν και όταν ο John Tchicai έπαιξε το «Saluting Praxis».

Η μνημειώδης αυτή συναυλία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 1980 από τη δισκογραφική εταιρεία Praxis η οποία συνδεόταν αναπόσπαστα με το φεστιβάλ. Ήταν ο πρώτος δίσκος για τον κατάλογο της εταιρείας που κυρίως εξέδιδε συναυλίες οι οποίες γίνονταν στο φεστιβάλ. Τίτλος του δίσκου «John Tchicai Live In Athens». Στον σπουδαίο αυτό δίσκο βινυλίου που είναι ιδιαίτερα σπάνιος σήμερα, ακούγονται με το άλτο σαξόφωνο και τη φωνή του John Tchicai τα κομμάτια «Saluting Praxis», «Freeing Up The Second», και «Song Of The Islands» στην πρώτη πλευρά, και «That One For Whom?», «Frobenius Stomp» και «Elephants Never Forget» στη δεύτερη πλευρά.
Δυο μέρες πριν, στις 18 Οκτωβρίου 1980 στο στούντιο «Πλούταρχος» της Κηφισιάς ο John Tchicai συνέπραξε με τον Γερμανό πιανίστα, οργανίστα και κρουστό Hartmut Geerken και η ηχογράφηση αυτής της συνεργασίας έφερε ως καρπό έναν ακόμα ιστορικό δίσκο της ελληνικής δισκογραφικής εταιρείας Praxis, το «Continent» (1981) που καταγράφει εξαιρετικά μια ακόμη σπουδαία φανέρωση της free jazz και του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού στη χώρα μας.

Τα κομμάτια που ακούγονται στον δίσκο έχουν τους τίτλους: «Marching Cara Cara», «I Saw A Continent», «To The President Of The Heavenly Empire», «The Indians Of The Continent», «The Dignity In The Belly», «Juanschukai Is Baader», «Maja Thurup», «Oktana A.E.» και «Towards The Force World Age». Μια απρόβλεπτη, εκρηκτική συνάντηση όπου πιάνο, σαξόφωνο, κρουστά και φωνητικά τέθηκαν στην υπηρεσία των αναζητήσεων των δύο μουσικών που παρουσίασαν αβανγκάρντ εμποτισμένη με γενναίες δόσεις χιούμορ, δράματος και ελευθερίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνες τις μέρες της παραμονής του στην Αθήνα ο John Tchicai έδωσε κι ένα έκτακτο κοντσέρτο σε μια από τις διαδηλώσεις ενάντια στο ΝΑΤΟ.
Η δεύτερη βραδιά του 1ου Praxis Jazz
Μια εβδομάδα αργότερα, τη Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 1980 (παραμονή της επετείου του ΟΧΙ) και πάλι στο Θέατρο Αλάμπρα πραγματοποιήθηκε η δεύτερη βραδιά του φεστιβάλ Praxis Jazz. Υπήρξαν δυο ελληνικές συμμετοχές ενώ η βραδιά έκλεισε με ένα εξαιρετικό free jazz ντουέτο δυο Βορειοευρωπαίων δημιουργικών μουσικών.

Πρώτο εμφανίστηκε το κουαρτέτο του Μηνά Αλεξιάδη αποτελούμενο από τους Μηνά Αλεξιάδη (πιάνο), Γιώργο Παπαγεωργίου (φλάουτο), Νίκο Πολίτη (μπάσο) και Χρήστο Γκοτσίνα (ντραμς). Όπως γράφτηκε στο τεύχος 11 του περιοδικού «τζαζ», Αλεξιάδης, Γκοτσίνας, Παπαγεωργίου έπαιξαν «σαν τρίο, ντουέτα και σαν σολίστες. Και οι τρεις τους πιθανότατα θα έχουν μεγάλη προσφορά στην ανάπτυξη της δημιουργικής μουσικής στη χώρα μας».

Στη συνέχεια εμφανίστηκε σόλο πιάνο ο κορυφαίος Έλληνας αυτοσχεδιαστής Σάκης Παπαδημητρίου. «Η σόλο εμφάνισή του σχεδόν συνέπεσε με την κυκλοφορία του δίσκου του «Πιανοεπαφές» (Αυτοσχεδιασμός 3). Και στις δυο περιπτώσεις η μουσική του Παπαδημητρίου άγγιξε τα όρια της δυνατής ανάπτυξής του σαν αυτοσχεδιαστή, και το στίγμα του καθορισμού του είναι ποιοτικά ψηλό, όσο και αν η διαδικασία στον τομέα του υλικού και της παραγωγής της μουσικής του βρίσκονται μπροστά απ΄ τον καιρό μας», αναφέρθηκε στο τεύχος 11 του «τζαζ». Ο δίσκος «Πιανοεπαφές» που αναφέρεται στο «τζαζ» και που προσφέρει μια αποκαλυπτική εμπειρία στον ακροατή, ηχογραφήθηκε ζωντανά στο στούντιο «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου στη Θεσσαλονίκη, στις 22 Μαρτίου 1980, κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς αυτοσχεδιασμών στο πιάνο, παρουσία 70 ατόμων και αποπνέει ιδανικά τον ιδιοσυγκρασιακό τόνο που είχαν οι σόλο εμφανίσεις του αυτοσχεδιαστή τζαζ πιανίστα Σάκη Παπαδημητρίου. Εκτός άλλωστε από το Θέατρο Αλάμπρα τότε ο κορυφαίος πιανίστας μαζί με τον σαξοφωνίστα Φλώρο Φλωρίδη είχε εμφανιστεί και στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο «Άδωνις» της Ρούλας Πατεράκη αλλά και στο μπαρ «Δον Κιχώτης», χώρους που είχαν φιλοξενηθεί αρκετοί και από τους άλλους μουσικούς που είχαν εμφανιστεί στο Θέατρο Αλάμπρα. Τους περισσότερους μουσικούς που είχαν εμφανιστεί στο Θέατρο «Άδωνις» και στον «Δον Κιχώτη» είχε φωτογραφίσει ο Άρις Γεωργίου και αρκετές από αυτές τις φωτογραφίες μπορείτε να τις αναζητήσετε στο βιβλίο του «Hic et nunc hip ‘n’ funk / Jazz» (εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2023).
Το ανατρεπτικό ντουέτο των Peter Brotzmann και Han Bennink
Τελευταίο εμφανίστηκε το ντουέτο του Γερμανού Peter Brotzmann (σαξόφωνο) και του Ολλανδού Han Bennink (ντραμς, κρουστά, τρομπόνι, σοπράνο σαξόφωνο και άλλα πνευστά).
Xαρακτηριστική η αποτίμηση της συναυλίας αυτής στο «τζαζ» από τον Κώστα Γιαννουλόπουλο που εστιάζει στην προσπάθεια να σπάσει το φυσικό, αλλά κυρίως ψυχολογικό εμπόδιο της θεατρικής σκηνής, γιατί ο μουσικός εξαρτάται από τη σχέση του με το κοινό.

«Ο Han Bennink κατήργησε το εμπόδιο κάνοντας όλο το θέατρο σκηνή κυκλοφορώντας μέσα κι έξω, αλλά αυτός ο τρόπος δεν λύνει αυτόματα το πρόβλημα της άμεσης επικοινωνίας με το κοινό. Ο Bennink βρισκόταν σε κίνηση και εμείς σε ακινησία. Ο Bennink δεν είναι αισθητικό φαινόμενο, είναι κίνηση άρα ανατροπή, εμείς πώς αντιδράσαμε; Όλα αυτά σαν παράδειγμα στο μεγάλο θέμα του πώς επικοινωνούμε δημιουργικά.
Ο Bennink ανάγοντας τη μουσική του εμφάνιση σε multimedia συμβάν δημιούργησε ένα ηχητικό / οπτικό περιβάλλον αλλάζοντας τις σχέσεις μουσικού-ακροατή μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο. Το κοινό (και αυτή είναι η πρόθεσή του) δεν πρέπει να στατικοποιείται αλλά να συμμετέχει σαν τον “ανθρώπινο παράγοντα” σε μια νέα σχέση με το περιβάλλον. Αναρωτιέμαι αν θάπρεπε να αντιμετωπίσουμε τέτοια συμβάντα από ιδεολογική (και όχι από συγκεκριμένη) άποψη περιβαλοντολογικά.
Ο Brotzman φαίνεται ότι μόνο με τον Bennink πλέον μπορεί να εμφανίζεται και να είναι ευχαριστημένος για ό,τι κάνει. «Δεν θέλω πια ούτε δίσκο στην FMP ούτε να παίζω. Όλοι περιμένουν να κάνω δίσκο για να πουλήσουν. Βαρέθηκα και κουράστηκα να παίζω την ίδια μουσική δεκαπέντε χρόνια.
Όταν ο Brotzman έκανε το “Machine Gun” (το 1968 για την FMP) ο συμβολισμός του δίσκου ήταν πιο ισχυρός από τον μουσικό τρόπο έκφρασης. Αλλά αυτή είναι και η ουσία των ευρωπαίων αυτοσχεδιαστών. Το ΄68 ο Brotzman λειτούργησε σαν κοινωνικά στρατευμένος καλλιτέχνης / δημιουργός. Στα 1980 ακόμη πιστεύουμε στην αλλαγή, αλλά τότε πρέπει να αλλάξουμε τα μέσα. Παίζοντας τα ίδια πράγματα σε ένα κόσμο που έχει αλλάξει κατά δεκαπέντε χρόνια δεν παρέχουμε στους εαυτούς μας ούτε τη δυνατότητα πλέον του προβληματισμού».

Αναμφισβήτητα η δεύτερη συναυλιακή βραδιά του φεστιβάλ Praxis Jazz μέσα στον Οκτώβριο ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Μπόλικη τόλμη και πρωτοποριακό πνεύμα στις επιλογές των σχημάτων αλλά και μια τάση η μουσική να φλερτάρει με τους πιο απαιτητικούς όρους με το σύγχρονο.
Σχεδόν μισός αιώνας μας χωρίζει από εκείνον τον Οκτώβρη όπου τα μυαλά και οι ορίζοντες των μουσικών ήταν ανοικτοί, η κριτική δεν αλλοιωνόταν επηρεασμένη από τον στόχο όσων ωφελούνταν από τις συναυλίες, η κοινωνική διάσταση και ο γόνιμος προβληματισμός κυριαρχούσαν.
*H κεντρική φωτογραφία του κειμένου είναι του Γιώργου Ζαφείρη και όπως όλες οι φωτογραφίες των μουσικών κατά τις εμφανίσεις τους στα διάφορα συναυλιακά γεγονότα (εκτός από όπου υπάρχουν οι πηγές στις λεζάντες) είναι αντλημένες από τα περιοδικά «τζαζ» (τεύχη 9 και 11) και «Μουσική» (τεύχος 36).






















