Κυριακή, 1 Νοεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Νοέμβρης 73 :“Πολύς κόσμος δεν έχει μιλήσει για πολλά πράγματα…” (της Δήμητρας...

Νοέμβρης 73 :“Πολύς κόσμος δεν έχει μιλήσει για πολλά πράγματα…” (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
11

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

“Πολύς κόσμος δεν έχει μιλήσει για πολλά πράγματα…”

Είναι η φράση μιας φοιτήτριας στη γλυπτική της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, η οποία συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, που έρχεται να αναδείξει τις σιωπές της ζωντανής προφορικής ιστορίας εκείνων των χρόνων. Είναι αυτές οι βιωμένες μαρτυρίες οι οποίες, έστω και με τη μνήμη του μισού αιώνα μετά, λειτουργούν ως οδοδείκτες και μαζί με τα αρχειακά τεκμήρια αποτελούν την πρώτη ύλη για τον ερευνητή.

Το κεφάλαιο της συμμετοχής της ΑΣΚΤ στα πυρετώδη εκείνα χρόνια ήταν άγνωστο ή ελάχιστα γνωστό μέχρι την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Ευγένιου Ματθιόπουλου, με τίτλο την μπορχεσιανή εμφατική φράση “κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι” και επεξηγηματικό υπότιτλο “Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στα δύσκολα χρόνια 1967-1975” (εκδ. Ποταμός). Η μελέτη φιλοδοξεί να καλύψει το κενό στη σχετική με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα βιβλιογραφία που οφείλεται, κατά τον συγγραφέα, στο γεγονός ότι ο φοιτητικός κόσμος της Σχολής δεν είχε στη συνέχεια πολιτικές φιλοδοξίες, ούτε διεκδίκησε δάφνες.“Το φαινόμενο της γενικευμένης αποσιώπησης των γεγονότων από τους φοιτητές της ΑΣΚΤ” έκανε την έρευνα πιο επιτακτική και απαιτητική, με το τελικό αποτέλεσμα να αποκτά μοναδική αξία.

Συνυφαίνοντας ένα πλήθος προσωπικών αφηγήσεων με ένα τεράστιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, ο Ματθιόπουλος συνθέτει το πορτραίτο της ΑΣΚΤ στα κρίσιμα χρόνια της Δικτατορίας και τον πρώτο χρόνο της Μεταπολίτευσης. Με τη διεισδυτική ματιά του ερευνητή που καταπιάνεται με ένα πολυσύνθετο και ευαίσθητο θέμα, το γνωστικό επίπεδο του καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης (Πανεπιστήμιο Ρεθύμνου) και την βιωμένη ατμόσφαιρα της πρώιμης μεταπολιτευτικής εποχής του φοιτητή δύο χρόνια μετά από το χρονικό όριο της έρευνάς του, ο συγγραφέας συνδέει ο εικαστικό γίγνεσθαι στη χώρα και την καλλιτεχνική εκπαίδευση με τη ζώσα κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της ταραγμένης περιόδου. Μέσα από τη χαρτογράφηση των γεγονότων επιχειρεί να απεικονίσει τη ρήξη μιας σκοτεινής εποχής και τη μετάβαση σε μια νέα.

Η ΑΣΚΤ, τότε στο νεοκλασικό κτίριο της βόρειας πτέρυγας του Πολυτεχνείου, ένα “κλειστό περιβάλλον”, ίσως λόγω της ιδιομορφίας των σπουδών, δεν είχε παίξει “κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στη διάρκεια της Δικτατορίας μέχρι που, εκ της χωροθεσίας της, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των φοιτητικών κινητοποιήσεων και των διαδοχικών γεγονότων από τον Ιανουάριο μέχρι τον Νοέμβριο του 1973”, μας προετοιμάζει από την πρώτη παράγραφο ο συγγραφέας για να σκιαγραφήσει στη συνέχεια το τοπίο εντός και εκτός των εργαστηρίων της. Με τους καθηγητές της – αναφέρονται όλα τα δημοφιλή ονόματα, από τους Νικολάου, Πρεβελάκη και Μόραλη μέχρι τους Παππά, Γραμματόπουλο, Μαυροϊδη και Μυλωνά –, καλυμμένους πίσω από τη φήμη και την “απόλυτη αυθεντία” τους ή ακόμη και τις σχέσεις, άμεσες ή έμμεσες, με πρόσωπα του καθεστώτος, να έχουν επιλέξει μια στάση ουδετερότητας και σιωπής, στη καλύτερη περίπτωση μια “διφορούμενη αποχή-ενοχή”. Δεν αντέδρασαν ούτε στη δυναμική που προκάλεσε η δημόσια παρέμβαση του Σεφέρη το 1969. Πολλοί τότε διανοούμενοι και καλλιτέχνες έλαβαν μια ανώνυμη επιστολή με το ερώτημα: “Ο Γιώργος Σεφέρης έκαμε το χρέος του, καταδικάζοντας δημόσια τη δικτατορία, και σου άνοιξε το δρόμο. Εσύ τι θα κάνεις;” “Υποθέτω”, σχολιάζει ο συγγραφέας, “ότι τέτοιες επιστολές θα έλαβαν και οι καθηγητές της ΑΣΚΤ”.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει μια συνειρμική σύνδεση της στάσης του καθηγητών της Σχολής απέναντι στο σκοταδισμό της Δικτατορίας με το καλλιτεχνικό-αισθητικό πρόγραμμα σπουδών και το διδακτικό επίπεδο, στεγανοποιημένα καθώς ήταν “όχι μόνο από ιδεολογικές και κοινωνικο-πολιτικές ριζοσπαστικές τάσεις, αλλά και από τις σύγχρονες πρωτοποριακές αναζητήσεις” που κυριαρχούσαν στα μητροπολιτικά καλλιτεχνικά κέντρα. Οι αυριανοί καλλιτέχνες, αποκομμένοι από τα νέα ρεύματα, παρέμεναν προσκολλημένοι σε έναν ακαδημαϊσμό, στα αρχαιοελληνικά και αναγεννησιακά πρότυπα, σε μια “αποϊδεολογικοποιημένη φορμαλιστική διδασκαλία” ή, κατά άλλους, έναν “προοδευτικό συντηρητισμό”. Είναι το ίδιο πλαίσιο που παλαιότερα είχε απορρίψει ή απωθήσει τους Κουνέλλη, Τάκι, Χρύσα, Αργυράκη μεταξύ άλλων, και το οποίο άρχισε να αλλάζει μόνο μετά το 1975, με την είσοδο νέων καθηγητών (Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Δημήτρης Μυταράς, Χρόνης Μπότσογλου, Νίκος Κεσσανλής κ.ά.).

Η τομή με το παρελθόν, το άνοιγμα σε μια περισσότερο πλουραλιστική αισθητική και σύγχρονες αναζητήσεις, η αμφισβήτηση του μοντέλου Δασκάλου-αυθεντία, θα καθυστερήσουν μερικά χρόνια με βαρύ τίμημα. Η αφύπνιση για το φοιτητικό κίνημα συνολικά έρχεται το 1972, παρά το ασφυκτικό κλίμα τρομοκρατίας μέσα κι έξω από τα πανεπιστήμια, όταν μια καινούργια “γενιά” διαμορφώνεται, ευαισθητοποιημένη κοινωνικά, συνειδητοποιημένη πολιτικά και ζυμωμένη ιδεολογικά. Η οποία οργανώνεται, άλλοτε αυθόρμητα κι άλλοτε με κομματικά κριτήρια, σε φοιτητικούς συλλόγους και σε έναν σκληρό αγώνα που θα κορυφωθεί στις καταλήψεις της Νομικής, στην ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου και στα τραγικά επακόλουθα της άγριας καταστολής.

Έχοντας παρουσιάσει για πρώτη φορά μια πολύ ενδιαφέρουσα ακτινογραφία του φοιτητικού δυναμικού της ΑΣΚΤ, με στοιχεία κοινωνικής προέλευσης, έμφυλης κατανομής, οικονομικών-ταξικών ανισοτήτων, σε έναν διάλογο πάντα με τη φύση των καλλιτεχνικών σπουδών και τα χαρακτηριστικά της εγχώριας εικαστικής σκηνής, ο συγγραφέας καταγράφει βήμα βήμα τις διαδικασίες που συντελούνται στην ιδεολογική μετεξέλιξη και στην αγωνιστική συστράτευση των φοιτητών της ΑΣΚΤ τα χρόνια μεταξύ 1972-1975.

Οι μαρτυρίες είναι δεκάδες, τις οποίες ο Ματθιόπουλος διαχειρίζεται με μαεστρία και αίσθημα ευθύνης συμπεριλαμβάνοντας σε μια ενιαία εικόνα όσα γνωρίζαμε αλλά και πολλές άγνωστες πτυχές. Σε αυτές τις τελευταίες εντάσσεται ότι ο φοιτητικός σύλλογος της ΑΣΚΤ πρωτοστάτησε στην ιστορική δια βοής απόφαση της κατάληψης του Πολυτεχνείου και συμμετείχε σ΄αυτήν πολύ πιο μαζικά από άλλες Σχολές. Δικά του μέλη είχαν την πρωτοβουλία για το στήσιμο του ραδιοφωνικού πομπού και του περίφημου ιατρείου της κατάληψης. Όχι μικρότερης σημασίας ήταν η συμμετοχή των καλοτεχνιτών στην προπαγάνδα με συνθήματα και πανό. Με σχολαστικότητα που δεν κουράζει, αντιθέτως κεντρίζει το ενδιαφέρον και ανεβάζει την ένταση, καταγράφονται αποφάσεις και δράσεις, με ονόματα και μαρτυρίες. Οι φοιτητές της Σχολής “ήταν στην πρωτοπορία … ήταν πιο ευαίσθητοι κοινωνικά και για αυτόν τον λόγο συμμετείχαν ενεργά σε όλες τις κινητοποιήσεις”, διαβάζουμε.

Μέσα στη δίνη των εξελίξεων, η “μακρά διάρκεια του συμβιβασμού” των καθηγητών της Σχολής σε κάποιες περιπτώσεις ραγίζει, όπως συμβαίνει με τον συντηρητικό Παντελή Πρεβελάκη ο οποίος κάνει την “έκπληξη”, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα “πολιτικό” (άραγε εννοούσε “ενάντια στη Χούντα”;), ενώ σε συναντήσεις του με φοιτητές, όπως ομολογεί ο Στέφανος Δασκαλάκης, επαινεί τις κινητοποιήσεις τους. Ωστόσο, παρά “το αναθαρρημένο πολιτικά ευρύτερο περιβάλλον” και τη συμπαράσταση από το εξωτερικό, ο Σύλλογος Καθηγητών αρκείται με διπλωματικές διατυπώσεις στην υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου και στην “πατρικήν αγάπην προς τους σπουδαστάς”, την οποία όμως δεν επέδειξε στις ημέρες της κατάληψης και τη νύχτα του μακελειού, όταν “οι σφαίρες πέρναγαν πάνω από τα κεφάλια, αλλά ήταν σαν μην γινόταν τίποτα”, όπως λέει μια φοιτήτρια, ούτε έκανε κάποια δημόσια δήλωση. Χρόνια αργότερα, ο γλύπτης Θόδωρος Παπαγιάννης ήταν ο μόνος που παραδέχτηκε ότι είχε “ενοχές”. Επίσης, ενώ αρκετοί εικαστικοί, κατά τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, εμπνεύστηκαν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, η απουσία αναγνωρισμένων καλλιτεχνών στη διάρκεια της κατάληψης, εκτός του Αλέξη Ακριθάκη, ήταν εκκωφαντική, σε αντίθεση με γνωστά ονόματα του θεάτρου, του κινηματογράφου και της μουσικής.

Δύο μικρά σπουδαστικά έργα στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη με την υπογραφή του Γιάννη Καϊλη, που πλήρωσε λίγους μήνες μετά με αίμα τον αγώνα του κι έμεινε ο θάνατός του ως δήθεν “ανεξιχνίαστος”, θυμίζουν εκείνα τα παιδιά που δεν φοβήθηκαν “να στυλώσουν τα πόδια”, κατά την έκφραση του τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη. Εκείνα τα παιδιά “έφεραν την ισχυρή εμπειρία της πολιτικοποίησης, καθώς και της ιδεολογικής απεξάρτησης από την καθηγητική κηδεμονία, εμφορούνταν από αυτοεκτίμηση και καταξίωση, είχαν αυτοπεποίθηση και το συμβολικό κεφάλαιο της ηθικής υπεροχής”, καταλήγει ο συγγραφέας. Αυτά τα εφόδια ήταν που οδήγησαν τους φοιτητές της Σχολής σε περαιτέρω διεκδικήσεις από την πρώτη χρονιά της Μεταπολίτευσης, εξελίξεις που αναπτύσσονται στα τελευταία κεφάλαια.

Η μετωπική σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, με δυναμικές κινητοποιήσεις που θόλωναν την καθηγητική εξουσία, αυτή που ενοχλήθηκε όταν δεν ζητήθηκε η γνώμη της για το μνημείο του Μέμου Μακρή στο Πολυτεχνείο, που έθεσαν θεσμικά ζητήματα προγράμματος και δομής των σπουδών, που έκαναν την περίπτωση την ΑΣΚΤ μοναδική. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το αντιδικτατορικό κίνημα – με εξαίρεση την ΑΣΟΕΕ – σε καμιά άλλη Σχολή δεν είχε θέσει και κερδίσει τέτοια αιτήματα. Η μαζική αποχή του 1975 δρομολόγησε μια σταδιακή αλλαγή στη φυσιογνωμία της Σχολής, στο εκπαιδευτικό και διοικητικό μοντέλο της που βέβαια κράτησε χρόνια, καθώς ο αισθητικός εκσυγχρονισμός μιας σχολής Καλών Τεχνών οφείλει να είναι διαρκής.

Πλησιάζοντας προς τη 53η επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αυτή η εμπεριστατωμένη ογκώδης μελέτη του Ευγένιου Ματθιόπουλου δεν καλύπτει μόνο ένα ουσιαστικό κενό στην ιστοριογραφία του αντιδικτατορικού κινήματος, αλλά λειτουργεί αναστοχαστικά, γύρω από το πώς οι συλλογικοί αγώνες διαμορφώνουν ιστορικές υποκειμενικότητες σε μια προπτική προόδου για το μέλλον. Παράλληλα, η αφηγηματική ροή, ο δεξιοτεχνικός διαλεκτικός συσχετισμός του μερικού με το γενικό, η σαφήνεια και η εκεί που πρέπει γλαφυρότητα, η ένταξη της φωνής αυτών που τότε έδρασαν και μίλησαν για πρώτη φορά, η τόλμη της ονομαστικής παρουσίασης πράξεων και γεγονότων, η αποφυγή του καταγγελτικού λόγου και η επιλογή της ιστορικής ανάλυσης, μερικές από τις αρετές τού “κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι” που το αναδεικνύουν σε ένα πειστικό, χρήσιμο και συναρπαστικό ανάγνωσμα.

 

“κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι. Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στα δύσκολα χρόνια 1967-1975”, Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, εκδ. “Ποταμός”, σελ. 487

Προηγούμενο άρθροΣυγγραφή: η τέχνη των μοναχικών εραστών#3 Τα λουτρά (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ