Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ Από το σκοτεινό δάσος στη δύναμη της αφήγησης  (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

Από το σκοτεινό δάσος στη δύναμη της αφήγησης  (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

0
19

της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Υπάρχουν ιστορίες που τελειώνουν όταν κλείνει ένα βιβλίο. Υπάρχουν, όμως, κι άλλες με προορισμούς πέρα από τα όριά τους, σαν τα κρυφά μονοπάτια ενός δάσους. Ακόμη κι όταν οι δημιουργοί τους νομίζουν ότι τα έχουν διασχίσει όλα, κάποιο μονοπάτι εξακολουθεί να οδηγεί κάπου. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και εδώ.

Πριν από είκοσι επτά χρόνια, η Τζούλια Ντόναλντσον και ο Άξελ Σέφλερ δημιούργησαν Το Γκρούφαλο, μια φαινομενικά απλή, αλλά υποδειγματικά δομημένη ιστορία. Η επιτυχία της έγκειται, μεταξύ άλλων, στην κυκλική της αρχιτεκτονική. Ένα ποντικάκι, καθώς περπατά στο σκοτεινό δάσος, συναντά τρεις φυσικούς του εχθρούς: πρώτα την αλεπού, ύστερα την κουκουβάγια και στη συνέχεια το φίδι. Ένας-ένας, με τη σειρά, προσπαθούν να το παραπλανήσουν, προσκαλώντας το στη φωλιά τους. Για να τους κρατήσει μακριά του, το ποντικάκι επινοεί ένα φοβερό τέρας, το Γκρούφαλο, και ισχυρίζεται πως έχει ήδη δεχτεί μία πρόσκληση από εκείνο.  Όταν, όμως, ανακαλύπτει πως το επινοημένο τέρας υπάρχει στ’ αλήθεια, απειλώντας μάλιστα τη ζωή του, δεν αφήνει τον πανικό να το παρασύρει.  Επιστρατεύει την ευφυΐα του και πείθει το Γκρούφαλο να το ακολουθήσει στο δάσος. Εκεί συναντά ξανά τους ίδιους θηρευτές του, αυτή τη φορά με την αντίστροφη σειρά. Ένας-ένας, βλέποντας το φοβερό τέρας, τρέπεται σε φυγή. Τρομαγμένο, όμως, φεύγει τρέχοντας και το Γκρούφαλο, νομίζοντας ότι όλοι φοβούνται το μικρό ποντίκι. Η ιστορία ολοκληρώνεται με την ηρεμία να αποκαθίσταται και το ποντικάκι να απολαμβάνει με ασφάλεια το γεύμα του.

Πέντε χρόνια αργότερα, οι δυο δημιουργοί επανέρχονται με Το Μικρό Γκρούφαλο, αφήνοντας το κεντρικό σκηνικό σχεδόν αμετάβλητο, αλλά αντιστρέφοντας τους ρόλους.  Το παιδί Γκρούφαλο έχει ακούσει από τον πατέρα του για το μεγάλο κακό ποντίκι και είναι περίεργο να εξακριβώσει αν υπάρχει στ’ αλήθεια. Ένα χιονισμένο βράδυ αψηφά τον φόβο και επιχειρεί να διασχίσει το δάσος. Ακολουθεί τα ίχνη στο χιόνι, συναντά διαδοχικά τα γνώριμα ζώα της πρώτης ιστορίας κι όσο πλησιάζει στο ποντικάκι, τόσο θεριεύει η εικόνα του μέσα στη φαντασία του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δεύτερη ιστορία επανεξετάζει την πρώτη από την αντίθετη οπτική. Εκείνος που κάποτε κατασκεύαζε ένα φανταστικό τέρας τώρα μετατρέπεται ο ίδιος σε γιγάντιο και απειλητικό δημιούργημα της φαντασίας των άλλων.

Από εκεί και ύστερα  επικρατεί σιωπή.

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, οι δύο δημιουργοί έδιναν την εντύπωση ότι η ιστορία είχε ολοκληρωθεί.  Μέχρι την πρόσφατη απροσδόκητη επιστροφή τους στο ίδιο δάσος: η Ντόναλντσον με τις λέξεις της και ο Σέφλερ με τις εικόνες του σμίγουν ξανά δημιουργώντας το τρίτο και –δεδηλωμένα–τελευταίο βιβλίο της συλλογής, τη Γιαγιά Γκρούφαλο.

Αφετηρία της νέας ιστορίας αποτελεί η επικείμενη άφιξη της γιαγιάς. Στο μεταξύ,  το Γκρούφαλο και το παιδί του έχουν αιχμαλωτίσει το ποντίκι και ετοιμάζονται να το προσφέρουν ως εκλεκτό έδεσμα για να γιορτάσουν τον ερχομό της. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το ποντίκι δεν θα διαφύγει επινοώντας ένα τέρας. Θα διαφύγει λέγοντας ιστορίες. Εγκλωβισμένο στο ξύλινο κλουβί του, αρχίζει να αφηγείται σταματώντας κάθε φορά στο πιο συναρπαστικό σημείο της ιστορίας. Οι ακροατές του περιμένουν με αγωνία τη συνέχεια. Ο ύπνος, όμως, προηγείται. Κι όσο εκείνοι παραδίδονται σ’ αυτόν, το ποντίκι ροκανίζει αθόρυβα τα κάγκελα του κλουβιού του.

Η σκέψη τρέχει αναπόφευκτα στη Σεχραζάτ από τις Χίλιες και μια Νύχτες.  Άλλωστε, η ίδια η Τζούλια Ντόναλντσον έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις της την ιστορία της Σεχραζάτ ως βασική πηγή έμπνευσής της. Και εδώ βρίσκεται η ουσιώδης διαφοροποίηση του τρίτου βιβλίου.  Αυτή τη φορά, η ασπίδα του ποντικιού απέναντι σ’ εκείνους που απειλούν τη ζωή του δεν είναι η επινόηση ενός τέρατος, αλλά η επινόηση μιας καλής ιστορίας.

Η μια ιστορία οδηγεί σε μια άλλη, η αφήγηση διακόπτεται την κατάλληλη στιγμή και η συνέχεια μετατίθεται. Οι ακροατές θέλουν να μάθουν τι θα συμβεί και το ποντίκι κερδίζει λίγο ακόμη χρόνο. Η πανάρχαια τέχνη της Σεχραζάτ μεταφέρεται, με χιούμορ και παιδική απλότητα, στο δάσος του Γκρούφαλο. Κι εδώ εντοπίζεται, ίσως, η πλέον ενδιαφέρουσα διάσταση του βιβλίου. Η Ντόναλντσον αξιοποιεί την περιπέτεια του ποντικιού για να δείξει τη δύναμη της αφήγησης, χωρίς ωστόσο να την διατυμπανίζει. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η αφήγηση δεν αποτελεί απλώς μέσο ψυχαγωγίας. Επιστρατεύεται ως τρόπος επιβίωσης για να εξοικονομηθεί χρόνος.

Αξίζει, όμως, να αναφερθεί κανείς, έστω επιγραμματικά, στο περιεχόμενο των ιστοριών του αιχμάλωτου ποντικιού. Γιατί εδώ αναδύονται, σε ανανεωμένη μορφή, στοιχεία από προηγούμενες συνεργασίες της συγγραφέως και του εικονογράφου. Χαρακτήρες από παλαιότερα δημοφιλή βιβλία τους, όπως το «Μια Σκούπα, μα τι Σκούπα», τα «Μαϊμουδομπερδέματα» και «Η Φάλαινα και το Σαλιγκάρι», λειτουργούν ως μικρά διακειμενικά νεύματα προς το ευρύτερο έργο των δύο δημιουργών. Οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν απλώς ένα παιχνίδι αναγνώρισης για τον μυημένο αναγνώστη. Δημιουργούν έναν ευρύτερο χώρο, όπου διαφορετικές ιστορίες συναντιούνται και επικοινωνούν μεταξύ τους.

Το δάσος του Γκρούφαλο δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό τόπο δράσης. Γίνεται μέρος ενός μεγαλύτερου αφηγηματικού κόσμου, όπου μια ιστορία οδηγεί σε μια άλλη και η επόμενη παραπέμπει σε μια προηγούμενη. Σ’ αυτό το σημείο  εντοπίζεται και η μετα-μυθοπλαστική διάσταση του βιβλίου: η ίδια η αφήγηση μετατρέπεται σε αντικείμενο της ιστορίας, καθώς το ποντίκι αφηγείται ιστορίες για να σωθεί.

Μπορεί, όμως, η Γιαγιά Γκρούφαλο να σταθεί ισότιμα πλάι στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας;  Βεβαίως μπορεί, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το Γκρούφαλο διαθέτει την ακρίβεια ενός άψογα κατασκευασμένου μηχανισμού. Σχεδόν τίποτε δεν περισσεύει. Κάθε λέξη, κάθε επανάληψη, κάθε επιστροφή στο δάσος υπηρετεί την αναπόδραστη πορεία προς το τέλος. Η ιστορία ολοκληρώνεται ακριβώς στο σημείο όπου πρέπει να ολοκληρωθεί.

Αλλά η γιαγιά, με το γκρίζο τρίχωμα, την τσάντα, το τετράδιό της και το μολύβι, η γιαγιά που επιμένει να τρέφεται με χόρτα και λαχανικά μόνο, εισάγει κάτι περισσότερο από έναν τελευταίο γύρο στο γνώριμο δάσος πριν πέσει η αυλαία. Είναι μια μορφή ταυτόχρονα παιγνιώδης και συγκινητική, ιδίως για όσους γνώρισαν το Γκρούφαλο στην παιδική τους ηλικία και επιστρέφουν τώρα σ’ αυτό, ως γονείς ή ως ενήλικες αναγνώστες.

Οι εικόνες του Σέφλερ εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδες μέρος της γοητείας του σύμπαντος των Γκρούφαλο, αλλά και του ευρύτερου έργου των δύο δημιουργών. Εικόνες νέες αλλά και γνώριμες, πυκνές σε λεπτομέρειες, προσκαλούν τον αναγνώστη να σταθεί, να παρατηρήσει, να αναγνωρίσει και να θυμηθεί. Πρωτίστως, όμως, γοητεύει το κείμενο της Ντόναλντσον με τη σπιρτάδα, το χιούμορ και τον οικείο ρυθμό του, έναν ρυθμό που σχεδόν επιβάλλει να αποδοθεί δυνατά. Στο παιδικό βιβλίο, άλλωστε, ο ρυθμός δεν αποτελεί απλώς μορφολογικό στοιχείο. Είναι ο δίαυλος μετάβασης της ιστορίας από το χαρτί στη φωνή και από τη φωνή στην απόλαυση και στη μνήμη.

Συμπερασματικά, ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη συμβολή της Γιαγιάς Γκρούφαλο: ένας αποχαιρετισμός στα πλάσματα που κράτησαν συντροφιά σε δυο γενιές και μια τελευταία, βαθιά υπόκλιση στη δύναμη της αφήγησης. Γιατί, εντέλει, το μεγαλύτερο όπλο του ποντικιού, πέρα από την εξυπνάδα και την επινοητικότητά του, ήταν η ικανότητά του να αφηγείται ιστορίες.

 

INFO

Τζούλια Ντόναλντσον & Άξελ Σέφλερ

Η Γιαγιά Γκρούφαλο

Μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς

Πατάκης 2026.

 

 

 

 

Τζούλια Ντόναλντσον & Άξελ Σέφλερ

Το Γκρούφαλο και άλλες ιστορίες

Μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς

Πατάκης 2000-2020.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΈρωτας (και βία) πίσω από τα κάγκελα (του Θανάση Μήνα)
Επόμενο άρθροΗ μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ