Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ Περί κλασικής λογοτεχνίας: η λειτουργία του μύθου (γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης)

Περί κλασικής λογοτεχνίας: η λειτουργία του μύθου (γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης)

0
40
Ángel Mateo Charris (born 1962 in Cartagena, Murcia

γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης

Το ζήτημα είναι πανάρχαιο κι οφείλει να μας απασχολεί για πάντα. Γιατί αφορά σε μια διάσταση, αλλά και λειτουργία της λογοτεχνίας που η νεωτερική κ’ η μετανεωτερική κριτική συνήθως παραβλέπουν: τη δεσπόζουσα της αντικειμενικότητας. Το ρεύμα του ρομαντισμού –που συνεχίζει να διαποτίζει τη λογοτεχνία, όχι ως θεωρία, αλλά ως αναπνοή– ήταν ο χείμαρρος που έσπασε το φράγμα της έκφρασης και πλούτισε τη γλώσσα με τις πιο λεπτές αποχρώσεις του πνεύματος. Οι παραστάσεις του ρομαντικού φαντασιακού αποκάλυψαν την άβυσσο του είναι. Ο ρομαντισμός δεν είναι απλώς ένα ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ένας προσδιορισμός υπαρξιακός: απλούστερα, ένας τρόπος ζωής. Ο χείμαρρος, όμως, αυτός έσπασε με την ορμητικότητά του κι αξίες του κλασικού πνεύματος μεγάλης σημασίας. Στην πραγματικότητα, οι μεγαλύτεροι ρομαντικοί ποιητές δεν ήρθαν σε ρήξη με τον νεοκλασικισμό, αλλά τον ενσωμάτωσαν σοφά στο έργο τους. Ακόμη κι ο Μπάυρον, ένα απ’ τ’ αγριότερα πνεύματα της Δυτικής ποίησης, γίνεται αρκετές φορές στους στίχους του κλασικιστής. Και δε χρειάζεται ν’ αναφερθώ εκτενώς στον Σολωμό και το έργο του, αυτό το μεγαλοφυές σύμπλεγμα ρομαντισμού και κλασικισμού.

Μια απ’ τις ιδέες που συνδέονται –για τους ορθούς ή τους λάθους λόγους, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση– με τον ρομαντισμό είναι το γούστο, η υποκειμενική πρόσληψη κι αξιολόγηση του έργου τέχνης. Αυτή η ιδέα έχει εμποτίσει την κριτική πια, αλλά και τον τρόπο που διαβάζουμε, καταλύοντας κανόνες –ή κι όλους τους κανόνες. Αφαίρεσε απ’ την τέχνη, και δη τη λογοτεχνία, το σκήπτρο της: την ποιητική της, τη θεωρία, τους νόμους που τη διέπουν. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η εικόνα που έχουν οι περισσότεροι ειδικά για την ποίηση: λίγο πολύ έχουν την εντύπωση ότι παράγεται από μια παρορμητική «έμπνευση», σχεδόν τυχαία κ’ ενστικτώδη, λες και πρόκειται για το ξέσπασμα ενός εφηβικού ιμέρου.

Οφείλουμε, συνεπώς, διαρκώς να στοχαζόμαστε το ζήτημα της κλασικής λογοτεχνίας, γιατί σ’ αυτό το πλαίσιο πραγματώνεται η αποκατάσταση της αλήθειας της λογοτεχνίας, αλλά κ’ επειδή η γλώσσα είναι δυναμική, κάτι που δε μας επιτρέπει να επαναπαυόμαστε σε κώδικες κι αξίες που εγκυρώθηκαν στο παρελθόν. Το ερώτημα «τι είναι κλασικό στη λογοτεχνία» έχει διατυπωθεί με πολλούς τρόπους και με την ίδια ποικιλία έχει εξηγηθεί. Απλουστεύοντας λίγο το πρόβλημα, θα μπορούσαμε να το θέσουμε ως εξής: ποιους συγγραφείς πρέπει να διαβάζουμε. Στην εποχή μας δεν έχουμε συνηθίσει σ’ αυτήν την οφειλή, ακριβώς λόγω των ανωτέρω περί γούστου. Δεν μπορούμε να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σ’ έναν ποιητή που μας αρέσει αυτόματα, φυσικά, και σ’ εκείνον που –δε θα πω «θα έπρεπε να μας αρέσει», όπως έγραφε ο Έλιοτ– οφείλουμε να διαβάσουμε γιατί είναι αντικειμενικά σπουδαίος· που, με άλλα λόγια, θα έπρεπε να θησαυρίζουμε απ’ το έργο του, αν δε θέλουμε να παγιδευτούμε στη βαρετή μονομέρεια του γούστου και στο τόσο συρρικνωμένο κοσμοείδωλο που προσφέρει. Το να διαβάζεις κείμενα με τα οποία «συμφωνείς», δεν είναι κίνηση. Όσοι αναγιγνώσκουν αναζητώντας την ταύτιση, θα μπορούσαν κάλλιστα να συζητήσουν με τον εαυτό τους. Ο στόχος της ανάγνωσης λογοτεχνίας, συνεπώς, δε θα έπρεπε να είναι η ταύτιση, αλλά η συγκίνηση. Κι αν θέλουμε να καλλιεργήσουμε πραγματικά την ευαισθησία μας, θ’ ακολουθήσουμε μονοπάτια ξένα. Όχι, όμως, άκριτα. Αλλά προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτό που βλέπουμε, όσο ανοίκειο κι αν φαντάζει στην αρχή.

Επανέρχομαι στο ερώτημα του παρόντος κειμένου. Κατ’ εμέ, αν επιθυμούμε να γνωρίσουμε την κλασική λογοτεχνία, πρώτα πρέπει να γνωρίσουμε τον άνθρωπο. Η ταυτότητα του ανθρώπου, φυσικά, δεν είναι απάντηση. Όσο βυθίζεσαι στη φύση του ανθρώπου, σ’ αυτήν την απροσμέτρητη άβυσσο, τόσο περισσότερο βουλιάζεις. Άνθρωποι έχουν κυριολεκτικά χάσει το μυαλό τους απ’ αυτό το ταξίδι. Είναι σαν να κοιτάζεις το είδωλό σου στον καθρέφτη κι αυτό σπάει και σπάει και σπάει, γίνεται άπειρα κομμάτια κρυστάλλου που σου παρουσιάζουν μια δική τους αλήθεια. Το βλέμμα αυτό είναι αγωνία. Γι’ αυτό ο μύθος του Οιδίποδα είναι ο κατεξοχήν μύθος.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι υπάρχει μια σταθερά. Ένας προσδιορισμός απ’ τον οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να γλιτώσει. Κι αυτός είναι η ηθική. Ο άνθρωπος είναι ηθικό ον: κάθε αναγωγή σ’ αυτόν έχει ένα ηθικό πρόσημο. Αυτή η σταθερά, όπως και κάθε στάση, είναι ανακουφιστική, μέσα στον κυκλώνα των ερωτημάτων μας. Κι αν πρόκειται πράγματι για σταθερά, τότε δύναται ν’ αποτελέσει ένα ασφαλές κριτήριο και για τη λογοτεχνία. Με άλλα λόγια, υποστηρίζω ότι κλασικοί είναι οι κατεξοχήν ηθικοί συγγραφείς. Εκείνοι, δηλαδή, που περιστράφηκαν γύρω απ’ τον άξονα της ηθικής, που συγκέντρωσαν τον στοχασμό τους σε αυτήν, που θυσιάστηκαν γι’ αυτήν. Γιατί είναι αυτοί που πάλεψαν με τον άνθρωπο, όπως ο Ιακώβ με τον άγγελο.

Οφείλουμε, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί στον ορισμό της ηθικής. Εδώ δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν που είναι προϊόν της ρητορικής της εξουσίας, ένα δολερό εργαλείο καταστολής του ατόμου, που το καθιστά άκριτο και δουλικό. Δεν υφίσταται ελευθερία δίχως νόμο. Ο νόμος, όμως, αυτός πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο ως όχημα προς την ελευθερία. Η τέχνη γεννά αυτήν την ηθική, πολύ περισσότερο απ’ τη φιλοσοφία. Γιατί η κάθαρσή της συντελείται μέσ’ από το κάλλος. Το σύμπλεγμα ηθικής και κάλλους, ένα ουσιαστικά ρομαντικό ιδεώδες, είναι το απόσταγμα του ανθρώπου.

Οι λογοτέχνες που έφτασαν σ’ αυτό το ύψος είναι ελάχιστοι και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Αλλά αν θέλουμε να κρίνουμε συνετά, πρέπει να έχουμε το βλέμμα μας στραμμένο στην κορυφή. Γιατί έτσι, ακόμη κι αν σφάλουμε, δε θα πέσουμε πολύ. Οφείλουμε, λοιπόν, να παραμερίσουμε όλα τα κοσμήματα και τα φορέματα της τέχνης, κάθε της γήτεμα, και να γνωρίσουμε την αλήθεια της. Διαβάστε τα σονέτα του Σαίξπηρ: δε σε γοητεύουν εκεί τα ρητορικά στολίδια, αλλά το νόημα. Και το νόημα είναι πνεύμα. Η τόσο δοξασμένη γλώσσα του Παπαδιαμάντη δεν είναι η ουσία του έργου του, αλλά η ευαισθησία του. Και το νόημα και η ευαισθησία, όμως, κατ’ εμέ γίνονται κάστρα απόρθητα μπροστά στον χρόνο όταν στοχεύουν στην ηθική. Οι τραγωδίες των κλασικών μας συγκινούν ακόμη γιατί δημιουργούν έναν μύθο. Κι ο μύθος έχει πάντα ένα επιμύθιο: μύθος κ’ ηθική είναι ένα σύμπλεγμα άρρηκτο.

Κι όταν ο μύθος δεν είναι φανερός με την πρώτη ματιά, θ’ αποκαλυφθεί, αν γνωρίσουμε το επιμύθιό του: ας μιλήσουμε για τη μυθολογία του Μπωντλαίρ, του Ντοστογιέφσκι, του Σολωμού, του Καβάφη, του Προυστ και τόσων άλλων. Όχι, δεν πρόκειται απλώς για φαντασιακό: η υψηλή τέχνη δεν αρκείται σ’ αυτό, αλλά πλάθει μύθους. Εδώ, λοιπόν, θα ήθελα να κάνω μια διάκριση: υπάρχουν λογοτέχνες που χρησιμοποίησαν μύθους δίχως να καταφέρουν να πλάσουν μια μυθολογία, αλλά απλώς πλούσια κι ωραία σχήματα της φαντασίας· κι αυτοί που υποδηλώνοντας τον μύθο, υφαίνοντας με τις λέξεις τους κεντίδια ενός επιμυθίου κρυφού, πέτυχαν αυτό που δεν κατάφεραν οι πρώτοι με την ευθεία αναφορά στον μύθο. Θα φέρω δύο παραδείγματα. Ο Ρίτσος στην Τέταρτη διάσταση φέρει πλούσιο μυθολογικό υλικό, γύρω απ’ το οποίο περιστρέφεται. Ωστόσο, κατ’ εμέ δεν καταφέρνει να δημιουργήσει μυθολογία, αλλά φαντασία, γιατί τα σχήματα που χρησιμοποιεί δε συνθέτουν ένα επιμύθιο, μια ηθική θεώρηση του ανθρώπου. Στην περίπτωση του Ρίτσου ο μύθος πιστεύω ότι μένει στο επίπεδο της φαντασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το έργο του στερείται κάλλους και δραματικότητας. Στον αντίποδα βρίσκεται ο Μπωντλαίρ. Ο ίδιος έγραφε πως τα Άνθη του κακού είναι ένα βιβλίο «άχρηστο κι απολύτως αθώο». Στην πραγματικότητα, όμως, το έργο του προσφέρει στον αναγνώστη ένα επιμύθιο με τον τρόπο των κλασικών: η δραματοποίηση δε φτάνει απλώς στο επίπεδο της ευαισθησίας. Υψώνεται πάνω απ’ αυτήν και παιδαγωγεί. Παρά το γεγονός ότι ο Μπωντλαίρ δε χρησιμοποιεί τους γνωστούς μύθους ως άξονες στο έργο του, δημιουργεί τελικά μια μυθολογία, που πετυχαίνει ό,τι κ’ οι τραγωδίες του Σαίξπηρ, του κατεξοχήν μαθητή των κλασικών. Η διαφορά, η διάκριση που έκανα, έγκειται στην παιδαγωγική λειτουργία της λογοτεχνίας. Οι Έλληνες κλασικοί δε δραματοποίησαν φαντασίες. Η Αντιγόνη μάς συγκινεί ακόμη γιατί εκεί η ηθική κ’ η ομορφιά ενώνονται με έναν τρόπο εντελώς ζωτικό, εξευγενίζοντας η μία την άλλη. Η ευγένεια της ψυχής είναι το σύμπλεγμα ηθικής και κάλλους. Και η ευγένεια είναι ιερότητα. Όχι με θρησκευτικούς όρους· θα έλεγα ότι η ιερότητα είναι η αποκατάσταση της ψυχικής απλότητας. Το μέλλον της ψυχής: μια κίνηση προς τα εμπρός. Αυτή είναι η γενναιοδωρία της κλασικής λογοτεχνίας κατά τη γνώμη μου.

(*) Ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης είναι φοιτητής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ

Προηγούμενο άρθρο12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου – Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ