της Μαρίζας Ντεκάστρο
Τα λαϊκά παραμύθια, όσα δεν έχουν μεταγραφεί στη καθομιλουμένη ή διασκευαστεί, αποτελούν ένας είδος κοινωνικής και ‘γλωσσικής’ μνήμης το οποίο ανασύρει τον κόσμο του παρελθόντος όπως τον βλέπουμε να παρουσιάζεται στα λαογραφικά μουσεία ή στα οικογενειακά κειμήλια που φυλάμε στα σπίτια μας.
Τα 13 παραμύθια που μου έλεγε η αρβανίτισσα γιαγιά μου για να κοιμηθώ, συλλέγηκαν από ηλικιωμένους κατοίκους στα αρβανιτοχώρια της Αργολιδοκορινθίας. Γι’ αυτό άλλωστε στις σελίδες διαβάζουμε εκφράσεις, λέξεις, κουβέντες από την τοπική λαλιά. Το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα επικρατεί της σύγχρονης καθομιλουμένης δίνοντας πολλαπλές αφορμές για συζήτηση μεταξύ των αναγνωστών. Τα παραμύθια αναδεικνύουν την ιστορικότητα της γλώσσας, ενώ δευτερευόντως θέτουν το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης για την επιβολή μιας ομογενοποιημένης κοινής ελληνικής από τις αρχές του 20ου αιώνα, με την ενσωμάτωση των ‘Νέων Χωρών’, μέσω της εκπαίδευσης και της κυριαρχίας των ΜΜΕ. Μια από τις Συνακόλουθη κρατική παρέμβαση ήταν ο εξελληνισμός των ονομάτων των εκεί και άλλων οικισμών ανά την Ελλάδα.
Οι παλαιότερες ή τοπικές γλωσσικές μορφές δεν χάθηκαν. Όσες και όσο διατηρούνται, εμφανίζονται σε σύγχρονα λογοτεχνικά έργα.
Τα 13 παραμύθια, ως γκοθ της λαϊκής παράδοσης (βλ. το μυθιστόρημα του Χρ. Τσαπραϊλη Το κατέβασμα του φεγγαριού, Ίκαρος, 2025), παρουσιάζουν έναν κατά βάση αγροτικό κόσμο, ο οποίος οριζόταν από θρύλους, δοξασίες, μαγεία, διαβόλους, τη δουλειά τα χωράφια και την αξία των ζωντανών.
Η θεματολογία της συλλογής απέχει πολύ από όσα συνηθίζουν να διαβάζουν τα παιδιά και σίγουρα εκείνα που θεωρητικά είναι σε ηλικία για παραμύθια.
Η ψυχαγωγική τους ανάγνωση, προσαρμοσμένη από έναν ενήλικο στην καθομιλουμένη, ώστε να τα ευχαριστηθούν και να τα εκτιμήσουν τα παιδιά, το μόνο που πετυχαίνει είναι να τα λειαίνει και να εξαφανίζει την ιδιαιτερότητά τους. Ευτυχώς, ο εκδότης δεν ενέδωσε σ’ αυτή την ιδέα…
Θα πρότεινα λοιπόν τα 13 παραμύθια σε ενηλίκους που εκτιμούν τις καλές εκδόσεις, κυρίως δε σε εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα γίνουν οι διαμεσολαβητές για τη γνωριμία, αφενός με το περιεχόμενό τους, που παραπέμπτει σε παλαιότερες κοινωνικές καθημερινότητες, και αφετέρου στη θέση των γλωσσικών ιδιωμάτων στη νεότερη ελληνική.
Στο βιβλίο συμβάλει η εικονογράφηση της ελληνοαιγύπτιας εικαστικού Αμάντα Γκαλάλ, η οποία εναπόθεσε σε έγχρωμες σελίδες (κάθε παραμύθι το δικό του χρώμα) μαύρες ντεκουπαρισμένες φιγούρες που θυμίζουν το θέατρο σκιών, όπως αναφέρει στην ιστοσελίδα της (https://www.amandagalal.com/agprojects/13-dark-stories) χωρίς να επιμείνει στα εικαστικά χαρακτηριστικά μοτίβα της λαϊκής παράδοσης.
*****
Τα παραμύθια των Γκριμ, εγγεγραμμένα στο παιδικό αναγνωστικό ρεπερτόριο, εξακολουθούν συστηματικά να εκδίδονται. Στην πρότερη -προφορική- ζωή τους, η ζωντανή αφήγηση, ο τόνος και τα παιχνιδίσματα της φωνής αναδείκνυαν και υπέβαλλαν στο ακροατήριο το τρομακτικό τους περιεχόμενο. Ομολογώ πως κάτι τέτοιο περίμενα διαβάζοντας τη διασκευή του Χάνσελ και Γκρέτελ για παιδιά που υπογράφει ο μετρ του τρόμου Στήβεν Κινγκ.
Στο ‘ξανα-ειπωμένο’ έργο, όπως το ορίζει ο Κινγκ, αφαιρεί, προσθέτει και προτείνει μια προσωπική ανάγνωση, η οποία αναμφίβολα περιέχει τα βασικά θέματα του παραμυθιού: την αγωνία της εγκατάλειψης, την ανημποριά των παιδιών αλλά και την εφευρετικότητά τους, τον φόβο και τη διαχείρισή του.
Αυτό λοιπόν που με απασχολεί στο βιβλίο δεν είναι οι επεμβάσεις της διασκευής αλά Κινγκ, αλλά το εάν ο συγγραφέας μετέφερε ανησυχία, μια κάποια ταραχή στο σημερινό αναγνώστη, παιδί ή ενήλικο. Στο συγκεκριμένο γραπτό εκείνα που τυπικά ‘φοβίζουν’ είναι αποδυναμωμένα και χλιαρά χωρίς ένταση. Πάρα ταύτα, καλύπτοντας το κενό του ανείπωτου τρόμου, τον συνδράμει η μετά θάνατον ‘συνεργασία’ με τον μέγα καλλιτέχνη Maurice Sendak (1928-2012).
Οι εικόνες, οι οποίες δεν προορίζονταν να μπουν σε βιβλίο, ούτε φυσικά στο συγκεκριμένο (εκδόθηκε άλλωστε το 2025, είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα,) υποθέτω πως ήταν μέρος της σκηνογραφίας που θα έντυνε την προγραμματισμένη το 1997 θεατρική παράσταση του παραμυθιού.
Μέσα στη σκοτεινιά των χρωμάτων και τις σκιές, το ανοίκειο δάσος με την οργιώδη βλάστηση, τα μπλεγμένα κλαδιά, οι ατίθασες ρίζες, τα βράχια, τα αιωνόβια δέντρα με τους αδρούς κορμούς τους ταλαιπωρημένους από τον χρόνο δημιουργούν την αίσθηση ζωντανών πλασμάτων που κυκλώνουν απειλητικά τα αδέλφια. Τα πρόσωπα, τα σώματα που εκφράζουν συναισθήματα, και βεβαίως η μεταμόρφωση του ζαχαρόσπιτου της μάγισσας σε τρομερό αδηφάγο στόμα -εικόνες που πυροδότησαν το ενδιαφέρον του συγγραφέα, όπως ομολογεί στην εισαγωγή του- δημιουργούν το κλίμα ανησυχίας που περίμενα.
Και ζήσαμε όλοι καλά και το βιβλίο κάπως καλύτερα…
*****
Τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ θεωρούνται κλασικά παιδικά αναγνώσματα. Κλασικά αλλά πάντοτε διασκευασμένα! Οι διασκευές διατηρούν βασικό μύθο και επιμύθιο, και προσαρμόζονται στην ηλικία του κοινού στο οποίο θεωρητικά απευθύνονται. Κυκλοφορούν εικονογραφημένα σε εκδόσεις διαφόρων ποιοτήτων- από φτηνοεκδόσεις με μαλακό εξώφυλλο και μικρό σχήμα για παιδιά από 3 ετών (!) μέχρι εκδόσεις θαυμάσια εικονογραφημένες (ξεχωρίζω το εξαντλημένο πλέον Αστερόπαιδο σε εικονογράφηση Βασίλη Παπατσαρούχα, Μεταίχμιο, 2014).
Σε έναν κομψό και λιτό τόμο, που δεν αποσπά τον αναγνώστη από την ανάγνωση με διάφορες φιοριτούρες, κυκλοφορούν από τις εκδ. Στιγμός τα Εννιά παραμύθια του Ουάιλντ σε θαυμάσια μεταγραφή στη γλώσσα μας από τον Μάνο Κοντολέων. Τα παραμύθια είχαν εκδοθεί σε δύο τόμους (1888 και 1891) ενώ ο ίδιος στηρίχτηκε στην έκδοση The Happy Prince and Other Fairy Tales, G.P. Putman’s Sons, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1919. Αυτό και μόνο δείχνει τη σοβαρότητα με την οποία τα αντιμετώπισε ο Κοντολέων!
Σταχυολογώ από την εισαγωγή για το πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει ο σημερινός αναγνώστης αυτά τα μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα:
…με τον τρόπο τους αποδεικνύουν πόσο κοντά είναι ο λόγος του παραμυθιού με αυτόν του μαγικού ρεαλισμού, όπως βέβαια και πώς, μέσα από την εξιστόρηση μιας ιστορίας που κρατά όλα τα στοιχεία της παραμυθικής αφήγησης, μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική, να καταθέσει ιδεολογικές απόψεις, να περιγράψει ανθρώπινους τύπους…
Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο ίδιος ο Ουάιλντ τα αφηγείτο στα παιδιά του προτού κοιμηθούν. Επίσης έχει ειπωθεί πως ο ίδιος δήλωσε κάποτε ότι τα παραμύθια του δεν απευθύνονται σε ανήλικο κοινό. Τα ίδια τα κείμενα δείχνουν πως, ακόμα και αν υπήρξαν σε μια αρχική προφορική μορφή, σίγουρα υπέστησαν εκ των υστέρων σημαντική επεξεργασία… Το πλέον πιθανό και τα δύο να ισχύουν…
Εν κατακλείδι, ο Μ.Κ. τοποθετεί την ιστορική και τη λογοτεχνική αξία τους σε μια πρόταση: Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σκεφτούμε το πότε γραφτήκανε αυτά τα παραμύθια και αν μέχρι εκείνη την περίοδο είχε κανείς επώνυμος και ταλαντούχος συγγραφέας γράψει έργα στηριγμένα στη δομή κειμένων που χρησιμοποιούσαν την με παιδική ματιά ανάγνωση του κόσμου.
*****
Ένας από τους λόγους για τους οποίους διασκευάζονται τα κλασικά κείμενα είναι δημιουργικός: συγγραφείς και εικονογράφοι θέλουν να αναμετρηθούν με αυτά- θεμιτό. Ο δεύτερος είναι ιδεολογικός: εκδότες και γονείς οραματίζονται τα παιδιά να γνωρίσουν την ‘υψηλή’ λογοτεχνία, πριν την ώρα τους θα έλεγα. Αντιλαμβάνονται πως κάθε διασκευή αποτελεί νέο έργο και πως η λογοτεχνία για παιδιά δεν υπολείπεται σε αξία; Προσθέτω ότι το γεγονός πως είναι ελεύθερα δικαιωμάτων επιτρέπει τη μεταχείρισή τους κατά βούληση…
INFO
13 παραμύθια που μου έλεγε η αρβανίτισσα γιαγιά μου για να κοιμηθώ
Εικ. Αμάντα Γκαλάλ
Φουρφούρι, 2024.
Χάνσελ και Γκρέτελ
Εικ. Maurice Sendak
Μτφρ. Έφη Τσιρώνη
Κλειδάριθμος, 2025.
Εννιά παραμύθια
Μτφρ. Μάνος Κοντολέων
Στιγμός, 2025.


















Κατερίνα Τσούμπα
Stephen King
Όσκαρ Ουάιλντ


