Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Τρωάδες», Ευριπίδης, Ελένη Ευθυμίου, Εθνικό Θέατρο: καθολικής προσβασιμότητας, καθολικής ομαδικότητας (της Όλγας...

«Τρωάδες», Ευριπίδης, Ελένη Ευθυμίου, Εθνικό Θέατρο: καθολικής προσβασιμότητας, καθολικής ομαδικότητας (της Όλγας Σελλά)

0
42

 

της Όλγας Σελλά

Το ένα στοιχείο ήταν η παράσταση: «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το άλλο, εξίσου σημαντικό, ήταν η πρόσκληση από το Εθνικό Θέατρο σε παράσταση καθολικής προσβασιμότητας –για πρώτη φορά στην Επίδαυρο. Για πρώτη φορά, δηλαδή, άτομα μα αισθητηριακές και κινητικές αναπηρίες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Και για πρώτη φορά σε μια παράσταση συνυπήρξε, επί σκηνής, τόσο μεγάλος θίασος με άτομα με ή χωρίς αναπηρία. Εκείνη η πρόσκληση «τραυματίστηκε» στην πρεμιέρα της, στις 31 Ιουλίου, αφού η παράσταση ακυρώθηκε λόγω των πολλών και επικίνδυνων πυρκαγιών που ξεφύτρωναν παντού. Επειδή όμως ήταν στάση και επιλογή αυτή η πρόσκληση από το Εθνικό Θέατρο, η ακυρωμένη παράσταση πραγματοποιήθηκε, τότε, στις 2 Αυγούστου. Και η πρόσκληση επαναλαμβάνεται και τώρα στην Αθήνα: η μία από τις δύο (τελευταίες) παραστάσεις των «Τρωάδων στο Θέατρο Βράχων, στο Βύρωνα,  στις 23 Σεπτεμβρίου, θα είναι καθολικής προσβασιμότητας.

Δεν είχα δει τις «Τρωάδες» τότε, στην Επίδαυρο.  Είδα την παράσταση την περασμένη εβδομάδα στη στάση που έκανε στο «Σχολείον της Αθήνας – Ειρήνη Παπά». Μας περίμενε εκεί το εντυπωσιακό και εύγλωττο σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, που απέδωσε θαυμάσια τ’ απομεινάρια της λεηλατημένης Τροίας, τ’ απομεινάρια ενός τόπου ανθηρού, μετά από έναν πόλεμο.

Μια τραγωδία που γράφτηκε το 415π.Χ., στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, και θίγει τις αγριότητες των κατακτητών κάθε πολέμου, με αφορμή ίσως την κατάληψη της Μήλου, τη σφαγή και την υποταγή του πληθυσμού της στους Αθηναίους. «Οι μεγάλοι καημοί του πολέμου υπήρξαν για τον Ευριπίδη πλουσιότατη πηγή έμπνευσης», γράφει η Ζακλίν ντε Ρομιγί. Αφιέρωσε άλλωστε τρεις τραγωδίες στις Τρωάδες αιχμάλωτες και στον αφανισμό της πόλης τους: Ανδρομάχη, Εκάβη, Τρωάδες. «Εκείνο που συγκίνησε περισσότερο τον Ευριπίδη, στον πόλεμο, δεν είναι τόσο η αποχαλίνωση της βίας και το σκάνδαλο του θανάτου όσο το πένθος των γυναικών, των αιχμαλώτων, των ανυπεράσπιστων υπάρξεων», συμπληρώνει η Γαλλίδα ελληνίστρια. Κι αυτό ακριβώς παρακολουθούμε στις «Τρωάδες».

Εκεί, στα χαλάσματα παίζουν τα «λοξά παιδιά του Λοξία» κυρίως ανάπηροί/ες ηθοποιοί της ομάδας «Εν δυνάμει», το έργο ζωής της Ελένης Ευθυμίου, με τα μέλη της οποίας έχει δείξει μερικά μικρά αριστουργήματα. Παίζουν μιμούμενα τον πόλεμο τα παιδιά –έχουν αυτή την ευλογημένη αντίδραση τα παιδιά, να τα κάνουν όλα παιχνίδι-, φορώντας κατσαρολικά για κράνη, κρατώντας ξύλινα σπαθιά, κι έχοντας εκεί δίπλα ένα ξεχασμένο ξύλινο κουνιστό αλογάκι, που παρέπεμπε στο άλλο «το σανιδένιο άλογο, άγαλμα και όπλο μαζί»: τον Δούρειο Ίππο.

Στο στρατόπεδο των Αχαιών, είναι μόνο οι γυναίκες της Τροίας. Και η Εκάβη μαζί τους (Λυδία Φωτοπούλου), η βασίλισσά τους. Και η Ανδρομάχη (Εύη Σαουλίδου) η γυναίκα του Έκτορα, και η Κασσάνδρα (Νάνσυ Σιδέρη), η κόρη της Εκάβης, που προβλέπει τα μελλούμενα. Και η Ελένη (Βασιλική Τρουφάκου), το μήλον της έριδος. Κι άλλες γυναίκες της Τροίας, που περιμένουν να μάθουν ποιον από τους Αχαιούς θα υπηρετούν σαν δούλες και με ποιον θα μοιράζονται (ακουσίως) το κρεβάτι του.

Από γύρω ακούγονται προστάγματα στρατιωτικά, που μεγαλώνουν τον τρόμο, τον πόνο και το άγχος στις γυναίκες της Τροίας, λίγο πριν την αφήσουν, χαλάσματα πια, πίσω τους. Τα χορικά και η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη συνοδεύουν τα συναισθήματα.

Και ο πόνος δεν σταματά. Η Εκάβη, η Ανδρομάχη και η Κασσάνδρα έχουν να γευτούν κι άλλα φαρμάκια. Η Πολυξένη, η κόρη της Ανδρομάχης, θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα. Η Κασσάνδρα, μετά την παραληρηματική της πρόγνωση όσων πρόκειται να συμβούν, γίνεται κτήμα του Αγαμέμνονα. Και η Ανδρομάχη μαθαίνει ότι πρέπει όχι μόνο να αποχωριστεί τη μόνη χαρά της, τον γιο της τον Αστυάνακτα, αλλά ότι οι Αχαιοί έχουν αποφασίσει το θάνατό του, φοβούμενοι τη μελλοντική του εκδίκηση. Και η Εκάβη θρηνεί για όλα…

Σύνδεσμος ανάμεσα στις Τρωάδες και το στρατηγείο των Αχαιών, αυτός που έχει αναλάβει το άχαρο καθήκον να ανακοινώνει και κάτι πιο σκληρό κάθε φορά, είναι ο Ταλθύβιος (Αργύρης Ξάφης). Ταυτόχρονα κρατάει στο χέρι του μια φωτογραφική μηχανή, σχολιάζοντας ευθέως το σήμερα  τις εικόνες των πολέμων που μπαίνουν στα σπίτια όλων μας.

Κι ήταν αυτή η πινελιά (της φωτογραφικής μηχανής του Ταλθύβιου) μία μόνο από τις παρεμβάσεις που έκανε η Ελένη Ευθυμίου στην παράστασή της (πολύ εύστοχη). Ήταν η μία από τις στιγμές που συνέδεσε ευθέως με το σήμερα την τραγωδία του Ευριπίδη, αλλάζοντάς την αισθητά σε κάποια σημεία.

Όπως το ότι η Ανδρομάχη έπεσε μαζί με τον Αστυάνακτα από τα τείχη της Τροίας, γελοιοποιώντας με τραγικό τρόπο τους Αχαιούς.

Όπως η σκηνή της εκούσιας διακόρευσης της Κασσάνδρας. Είναι η ακύρωση μιας επικείμενης διαφορετικής «κατάκτησης» του Αγαμέμνονα.  Ή η εμφάνιση της Ελένης ως κακοποιημένης γυναίκας, από Αχαιούς και Τρώες.

Και όπως, στο τέλος, πριν ανέβουν στα καράβια της εξορίας τους, οι γυναίκες της Τροίας πυρπολούν τα ερείπια της πόλης τους και καίγονται μαζί της.

Κάποιες από αυτές τις παρεμβάσεις υποστηρίχτηκαν πολύ ωραία σκηνικά και εντάχθηκαν οργανικά στη διασκευή της Ελένης Ευθυμίου. Υπήρχαν, όμως, και αλλαγές της πλοκής που προκάλεσαν κάποιες δραματουργικές εμπλοκές (όπως η επιλογή να πέσει και η Ανδρομάχη με τον Αστυνάκτα από τα τείχη της Τροίας). Κάποιες άλλες, όπως και κάποια σημεία των διαλόγων ή των χορικών, λειτούργησαν σαν ευθείς σχολιασμοί σημερινών πολέμων, σημερινών έμφυλων συμπεριφορών. Το πρόβλημα δεν  ήταν η συσχέτιση και ο παραλληλισμός με το σήμερα. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτές οι αλλαγές οδηγούσαν σε εργαλειοποίηση της ιστορίας του Ευριπίδη, το πρόβλημα ήταν η απουσία υπαινιγμών, το πρόβλημα ήταν η επίκληση ενός πρόσθετου συναισθήματος, σε μια τραγωδία που έτσι κι αλλιώς εμπεριέχει την απώλεια και τον θρήνο. «Οι ευνοημένοι, οι δυτικοί, μισούσαν πάντοτε των Τρώων τη φυλή» ακούσαμε σε κάποιο χορικό, φράση που παρέπεμπε ευθέως σε σημερινές πολιτικές ορολογίες.

Αν εξαιρέσει κανείς αυτά τα στοιχεία και τα σημεία, η παράσταση της Ελένης Ευθυμίου είχε θαυμάσια όψη, μερικές καταπληκτικές σκηνές (όπως εκείνη που οι Τρωάδες απλώνουν τα ρούχα τους πάνω στα ερείπια της πόλης τους. Ρούχα χρωματιστά, ρούχα χαρούμενα –σε πλήρη αντίθεση με τα χρώματα της θλίψης και του πένθους που τώρα φορούν-, σαν απλωμένες μνήμες πάνω στη γη). Είχε ταιριαστή μουσική, είχε μερικά σκηνικά ευρήματα εξόχως θεατρικά και τόνιζαν εύστοχα το ύφος της σκηνής (όπως το σφύριγμα των στρατιωτικών εμβατηρίων που ακουγόταν από την «περιπολία» του Ταλθύβιου γύρω από τις κερκίδες. Η επικράτηση του φαιού), είχε ρυθμό και ωραία κίνηση. Και είχε έντονο το στοιχείο της σκηνικής ομαδικότητας, βασική παράμετρος και της τραγωδίας, είχε χορό με ρόλο, είχε ωραίες ερμηνείες.

Ερμηνείες

Η Λυδία Φωτοπούλου έφερε το κύρος και το σθένος της βασίλισσας, και τιθάσευσε την οργή της («Ζηλεύω τους πεθαμένους. Το μόνο που έχω είναι φθόνος» έλεγε στην αρχή) με την ανατριχίλα του άδειου κόσμου της («Δεν έχω λίπασμα, έχω τους νεκρούς μου»). Η Εύη Σαουλίδου έδειξε εξαιρετικά μια δυναμική, μέσα στην τόση απελπισία, Ανδρομάχη. Ήταν περήφανη, αποφασιστική και κράτησε μέχρι το τέλος την αυτοτέλειά της, σε συνθήκες αιχμαλωσίας και φόβου. Η Νάνσυ Σιδέρη είχε την ευθραυστότητα της Κασσάνδρας και μετέδωσε πειστικά το παραλήρημα της ηρωίδας, με κάποιες φωνητικές υπερβολές σε σημεία. Ο έμπειρος Αργύρης Ξάφης ανέλαβε έναν από τους πιο δύσκολους ρόλους του αρχαίου δράματος. Εκείνου που πρέπει να ισορροπήσει το καθήκον με την ανθρώπινη πλευρά. Εκείνος που προσπαθεί να μη ραγίσει, μπροστά στην αδικία που ο ίδιος αγγέλλει. Ήταν θαυμάσιος στις σκληρές στιγμές του, ήταν λίγο περισσότερο εξωστρεφής στη σκηνή που πρέπει να ανακοινώσει την τύχη του μικρού Αστυάνακτα. Η Βασιλική Τρουφάκου απέδωσε ωραία τη διαφορετική Ελένη που έφερε η παράσταση και ο Γιώργος Χριστοδούλου έκανε μια πάρα πολύ ωραία ερμηνεία, του ανάλγητου αρσενικού, του χειριστικού, του είρωνα, του δημαγωγού, του προκλητικού καθάρματος.

Κι αν η Ελένη Δημοπούλου, η Κατερίνα Παπανδρέου και η Λυγερή Μητροπούλου σήκωσαν μεγάλο βάρος του χορού, όλοι και όλες ήταν εξαιρετικοί: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρουβάνη, Λωξάνδρα Λούκας, Θεανώ Παπαβασιλείου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου. Ιδιαίτερη μνεία  στα παιδιά που ερμήνευσαν τους ρόλους της μικρής Πολυξένης και του Αστυάνακτα: Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και Μιχάλης Μήτσης, που ανταποκρίθηκαν με επαγγελματική αρτιότητα.

Ήταν μια παράσταση που έφερε το ύφος και τα ζητούμενα της Ελένης Ευθυμίου, τα οποία υπηρετεί με συνέπεια. Όπως και σ’ αυτή την περίπτωση. Ήταν μια ολοκληρωμένη πρόταση, που είχε δουλειά, όραμα, άποψη, παρά τις επιμέρους δραματουργικές, κυρίως, αστοχίες. Και ήταν μια παράσταση που έφερε επίσης μια μεγάλη πρωτιά, αυτήν της παράστασης καθολικής προσβασιμότητας, μια πρωτοβουλία που πιστώνεται στο Εθνικό Θέατρο.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης, Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου, Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου, Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ, Κοστούμια: Άγγελος Μέντης, Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης, Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη, Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη, Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου, Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά, Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου, Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου, Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου, Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου, Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος, Φωτογραφίες: Karol Jarek, Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου

Παίζουν: (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Συντελεστές Προσβασιμότητας

Υπέρτιτλοι για Κ/κωφά και βαρήκοα άτομα: Γρηγόρης Σταθόπουλος, Σενάριο Ακουστικής Περιγραφής: Μαρία Θρασυβουλίδη, Άννα Δήμκου, Αφήγηση Ακουστικής Περιγραφής: Μαρία Ζερβού, Διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα: Ανδρονίκη Ξανθοπούλου, Τόνια Παπαντωνάκη, Ανδρέας Πλεμμένος, Καλλιτεχνική επιμέλεια Νοηματικής Γλώσσας: Άννα Γαϊτάνη, Ποιοτικός έλεγχος: Ανδρέας Πλεμμένος, Άννα-Μαρία Φώσκολου, Λογισμικό υπερτίτλων: supertitles.gr, Σχεδιασμός Υπηρεσιών Προσβασιμότητας: liminal, Συντονισμός: Χρίστος Παπαμιχαήλ

 

Προηγούμενο άρθρο¨Το Βιολί Και Ο Οδοστρωτήρας¨: Ο Αντρέι Ταρκόφσκι πριν «Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν» (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθροΗ ιστορία του ελληνικού ευθυμογραφήματος (1922-1974) (του Π. Ένιγουεϊ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ