του Παύλου Βούρβαχη
Ο Γιάννης Μαρής (ψευδώνυμο του Ιωάννη Τσιριμώκου, 1916-1979) έχει γράψει μερικά από τα πιο γνωστά ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα με τον εμβληματικό αστυνόμο Μπέκα, ανάμεσά τους το Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953), το Έγκλημα στα παρασκήνια (1954) και Ο 13ος επιβάτης (1962). Θα επικεντρωθώ εδώ στον 13ο επιβάτη, ένα απολαυστικό whodunit γύρω από μια μπλεγμένη υπόθεση κληρονομιάς, καθώς παρουσιάζει ένα ασυνήθιστο στοιχείο για μυθιστόρημα του είδους: ο πρωταγωνιστής Μπέκας, όπως ο ίδιος ομολογεί, σε αυτή την υπόθεση αποτυγχάνει.[1]
Μια σειρά θανάτων, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ατυχήματα και δεν συνδέονται μεταξύ τους, αναστατώνει την Αθήνα. Ο αστυνόμος Μπέκας αρχίζει να υποψιάζεται ότι δεν πρόκειται για ατυχήματα αλλά για δολοφονίες που έχουν σκηνοθετηθεί ως τέτοια και αναζητά το νήμα που συνδέει τα θύματα. Κοινό στοιχείο όλων των συμβάντων είναι, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, η παρουσία ενός μυστηριώδους ανθρώπου με λευκό κουστούμι, παχύ μουστάκι και γυαλιά με χοντρό σκελετό.
Το πρώτο καθοριστικό στοιχείο στην υπόθεση προκύπτει τυχαία όταν ο δημοσιογράφος Μακρής, αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Πρωινή» και φίλος του Μπέκα, ανακαλύπτει ένα «λαβράκι» σχετικά με την κληρονομιά ενός Ελληνοαμερικανού ονόματι Αμπάζογλου. Μια περιουσία αξίας μερικών εκατομμυρίων δολαρίων (ποσό διόλου ευκαταφρόνητο σήμερα, πόσο μάλλον τότε) αφήνεται σε επτά ανθρώπους που, εκ πρώτης όψεως, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Όπως προκύπτει αργότερα, όμως, όλοι τους συνδέονται με τον Αμπάζογλου μέσω ενός ναυαγίου στα χρόνια της Κατοχής. Το γεγονός ότι τα θύματα των ατυχημάτων-δολοφονιών είναι είτε κάποιοι από τους επτά είτε οι κληρονόμοι τους οδηγεί τον Μπέκα στο συμπέρασμα ότι κάποιος συγκληρονόμος προσπαθεί να βγάλει απ’ τη μέση τους υπόλοιπους.
Το δεύτερο στοιχείο-κλειδί στην υπόθεση αποτελεί ένα απ’ τα ωραιότερα ευρήματα του Μαρή. Ο Μπέκας συνειδητοποιεί ότι ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι δεν υπάρχει και λέει στον Μακρή:
“Ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι είναι αυτός. […] Αν ο δολοφόνος ήσουν εσύ και φορούσες γυαλιά, είχες μουστάκι κι ήσουν ντυμένος μ’ ένα λευκό κουστούμι θα ‘κανες όλα αυτά τα εγκλήματα πάντα μ’ αυτή τη χτυπητή εμφάνιση; […] Θα έκανες όλα αυτά τα εγκλήματα σαν να θες να πεις ‘εγώ τα κάνω’; Δεν θα μπορούσες, επιτέλους, να βγάλεις τα γυαλιά, ν’ αλλάξεις το κουστούμι, να μην κάνεις σε κάθε περίπτωση τόσο αισθητή την παρουσία σου; Κάθε ένοχος θέλει να κρύψει τα χαρακτηριστικά του. Ο δικός μας γιατί παρουσίαζε έτσι εμφανώς κάθε φορά τα δικά του; […] Γιατί δεν είναι δικά του.” (σελ. 121-122).
Οι δολοφονίες-ατυχήματα συνεχίζονται μέχρι που μένουν δύο κληρονόμοι: η Λίλυ Μακρή (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αθηνάς Μαυροπούλου) και ο Τάκης Φιλάρετος. Οι πατεράδες και των δύο ήταν ανάμεσα στους αρχικούς κληρονόμους του Αμπάζογλου, αλλά είχαν ήδη πεθάνει από φυσικά αίτια, αφήνοντας μοναδικούς κληρονόμους τα παιδιά τους.
Πριν προβούμε στη λύση του μυστηρίου, αξίζει να επισημάνουμε δύο – μία μικρότερη και μία μεγαλύτερη – αφηγηματικές ασυνέπειες του Μαρή, ό,τι στον κινηματογράφο ονομάζουμε gaffes. Όταν ο Μπέκας λαμβάνει τη λίστα με τα ονόματα των κληρονόμων που είναι ακόμη εν ζωή, πληροφορούμαστε ότι από τους έξι επιζώντες ο Μπέκας είχε συναντήσει ήδη τους τρεις: τον Τάκη Φιλάρετο, τη Μάγδα Νικολάου και τον Γιώργο Ζακυνθηνό (σελ. 102-103). Η πρώτη ασυνέπεια είναι ότι η μόνη συνάντηση που μας έχει περιγραφεί είναι με τον Φιλάρετο· πουθενά στο κείμενο δεν αναφέρεται ο Μπέκας να συναντά τη Μάγδα Νικολάου ή τον Γιώργο Ζακυνθηνό. Η δεύτερη είναι ότι, ενώ μαθαίνουμε αργότερα ότι η Μάγδα Νικολάου στραγγαλίζεται από τον άνθρωπο με το λευκό κουστούμι, δεν μαθαίνουμε ποτέ τι απέγινε ο Γιώργος Ζακυνθηνός. Αναφέρεται ακόμα μια φορά ως ένας από τους κληρονόμους (σελ. 123), χωρίς καμία περαιτέρω πληροφορία για την κατάληξή του. Όταν ο Μπέκας απαριθμεί τους επιζώντες για τελευταία φορά (σελ. 151), δεν τον αναφέρει. Έτσι, ο 13ος επιβάτης μας προσφέρει μια από τις σχετικά σπάνιες περιπτώσεις εξαφάνισης χαρακτήρα σε μυθιστόρημα, φαινόμενο που εμφανίζεται κυρίως σε τηλεοπτικές σειρές και αναφέρεται ως «Chuck Cunningham Syndrome».[2]
Μετά τις διαδοχικές δολοφονίες κληρονόμων-υπόπτων και τη λογοτεχνική εξαφάνιση του Γιώργου Ζακυνθηνού, οι υποψίες του Μπέκα, όπως και όλων μας, στρέφονται σε δύο άτομα: στον Τάκη Φιλάρετο και στον Λέοντα Αποστολίδη.
Ο Τάκης Φιλάρετος είναι ο προφανής ύποπτος. Είναι κληρονόμος του Αμπάζογλου μέσω του πατέρα του κι έχει βεβαρημένο παρελθόν, όπως ομολογεί ο ίδιος (σελ. 159). Κατά τον δημοσιογράφο Μακρή, είναι ένα «μούτρο», ένα από τα «φρούτα» της εποχής (σελ. 92), ενώ κατά τον Μπέκα δείχνει τύπος “χωρίς δισταγμούς κι επικίνδυνος” (σελ. 97). Θεωρείται αρχικά απ’ τον Μπέκα ο πιθανότερος ένοχος, καθώς “[…] αν έπρεπε κάποιος απ’ τους κληρονόμους να είναι δολοφόνος, αυτός ο κύριος είχε όλα τα προσόντα” (σελ. 102).
Ο Λέων Αποστολίδης καθίσταται ύποπτος ως σύζυγος της Λίλυς Μακρή, κληρονόμου του Αμπάζογλου μέσω του πατέρα της. Ο γάμος τους έγινε υπερβολικά σύντομα μετά τη γνωριμία τους, ύστερα από πρόταση και επιμονή του Αποστολίδη. Είναι ένας προικοθήρας, όπως ομολογεί στον Μπέκα (σελ. 192) και παίρνει τα μέτρα του για να εξασφαλιστεί απ’ την επερχόμενη κληρονομιά της γυναίκας του σε περίπτωση θανάτου της, κάνοντας αμοιβαία διαθήκη μαζί της (σελ. 59). Κανείς δεν ξέρει πολλά για το παρελθόν ή το παρόν του, πέρα από το ότι έζησε για κάποια χρόνια στην Αμερική, όπου δούλεψε και για τον Αμπάζογλου και συνδέθηκε φιλικά μαζί του. Η Λίλυ δεν μαθαίνει σχεδόν τίποτα για αυτόν κατά την περίοδο της γνωριμίας τους (σελ. 33) ή στη διάρκεια του γάμου τους (σελ. 50-51, 55). Ούτε όμως οι δημοσιογράφοι ή η αστυνομία καταφέρνουν να συγκεντρώσουν πληροφορίες για αυτόν – είναι ένας άνθρωπος-φάντασμα.
Όσο προχωρούν οι έρευνες, οι υποψίες του Μπέκα απομακρύνονται απ’ τον Φιλάρετο και στρέφονται στον Αποστολίδη. Όταν πια ο Αποστολίδης συλλαμβάνεται για τον θανάσιμο πυροβολισμό ενός από τους τελευταίους κληρονόμους, του Παναγιώτη Βραχνού, ο Μπέκας δηλώνει τη βεβαιότητά του ότι αυτός είναι ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι (“Δεν το φαντάζομαι. Είμαι βέβαιος”, σελ. 193). Ο λόγος αυτής της μεταστροφής είναι ότι ο Φιλάρετος δεν έχει το σωστό «προφάιλ» για δολοφόνος αυτής της υπόθεσης, όπως θα έλεγε και στον αστυνόμο Χαρίτο του Πέτρου Μάρκαρη ο προϊστάμενός του, Γκίκας.[3] Πιο συγκεκριμένα, ο Μπέκας συνειδητοποιεί ότι ο Φιλάρετος, το «μούτρο», ήταν “ένας απλός κατεργάρης, ενώ «ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι» ήταν άλλης κλάσεως. […] ένα διεστραμμένο αλλά δυνατό μυαλό.” Και αυτός δεν μπορούσε παρά να είναι ο Αποστολίδης.
Η βεβαιότητα του Μπέκα, όμως, κλονίζεται όταν μελετά τον φάκελο της Έλσας Φλωρεντινού, της συνοδού του Φιλάρετου – με την οποία, όπως μετέπειτα πληροφορούμαστε, ήταν παντρεμένοι. Σύμφωνα με τον φάκελο, η νέα και όμορφη κοινωνική πεταλούδα των Αθηνών είχε μπει πρώτη στη χρονιά της στο Πολυτεχνείο (σελ. 209-210). Ενώ διευκρινίζεται ότι ήταν “μια προσωρινή φοιτήτρια από τις χειρότερες” και πως δεν τελείωσε καν το Πολυτεχνείο, το γεγονός πως μπήκε πρώτη οδηγεί τον Μπέκα στο συμπέρασμα ότι αυτή διέθετε το δυνατό μυαλό, με τη μαθηματική ακρίβεια, που σχεδίασε όλα τα εγκλήματα και κατηύθυνε τον σύντροφό της Φιλάρετο σαν άνθρωπο-μαριονέτα με το λευκό κουστούμι στην εκτέλεσή τους.
Βασιζόμενος αποκλειστικά σε αυτήν την πληροφορία, ο Μπέκας μεταπηδά από την βεβαιότητά του για την ενοχή του Αποστολίδη στη βεβαιότητά του για την ενοχή του ζεύγους Φλωρεντινού-Φιλάρετου, απ’ την οποία δεν υποχωρεί ποτέ (“Έστειλε τη δικογραφία στον ανακριτή χωρίς να μπορεί να αποδείξει εκείνα για τα οποία ήταν βέβαιος.”, σελ. 233). Παρά τα πολλά επιβαρυντικά στοιχεία για την ενοχή του Αποστολίδη, ο Μπέκας στηρίζεται αποκλειστικά στη διαίσθησή του, και καταλήγει στην ενοχή του ζεύγους, προσφέροντάς μας ως εξήγηση του μυστηρίου, όπως του λέει και η Φλωρεντινού, “μια ιστορία ολότελα φανταστική” (σελ. 232).
Η έρευνα του Μπέκα παρουσιάζει δύο προβληματικά σημεία. Πρώτον, ο ίδιος ομολογεί ότι υπάρχει ένα κενό ως προς το πώς η Φλωρεντινού και ο Φιλάρετος έμαθαν για τη διαθήκη του Αμπάζογλου, ώστε να αρχίσουν να σχεδιάζουν την υποτιθέμενη «επιχείρησή» τους (σελ. 226). Ο Μπέκας παραβλέπει αυτό το κενό στην εξήγησή του και επιμένει στην ενοχή τους. Στην περίπτωση του Αποστολίδη, αντιθέτως, δεν υπάρχει αντίστοιχο κενό: ο ίδιος έχει ομολογήσει ότι ήξερε για τη διαθήκη όταν προσέγγισε τη Λίλυ (σελ. 192), πράγμα που δεν μας εκπλήσσει, αφού γνώριζε τον Αμπάζογλου από τα χρόνια του στην Αμερική. Δεύτερον και κυριότερο, μπορεί μεν το δυνατό μαθηματικό μυαλό της Φλωρεντινού να λύνει το πρόβλημα του προφίλ του δολοφόνου-σχεδιαστή, αυτού που συνέλαβε τα εγκλήματα, αλλά ο Φιλάρετος εξακολουθεί να απέχει πολύ από το προφίλ του δολοφόνου-δράστη, αυτού που τα εκτέλεσε. Ο Αποστολίδης, αντίθετα, καλύπτει και τα δύο προφίλ.
Ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι εκτελεί τους φόνους του με απόλυτη ψυχραιμία. Αμέσως μετά την δολοφονία του Γιώργου Νικοδήμου στο τρένο, την πρώτη του δολοφονία, πηγαίνει στο βαγόνι της πρώτης θέσης, κάθεται αναπαυτικά και ανοίγει την εφημερίδα του (σελ. 24). Παραγγέλνει καφέ, όχι ουίσκι για να πνίξει την ταραχή του. Μετά την δολοφονία του αδελφού του Παναγιώτη Βραχνού, Αναστάση, στη βάρκα, η αταραξία του είναι και πάλι εντυπωσιακή: “Ύστερα ήσυχα πάλι κάθισε στα κουπιά κι άρχισε να λάμνει προς την ακρογιαλιά” (σελ. 72).
Η αυτοκυριαρχία δεν χαρακτηρίζει τον Φιλάρετο, ο οποίος περιγράφεται απ’ τον Μπέκα ως “ένας πανικόβλητος άνθρωπος”, “σωστό κουρέλι” (σελ. 180). Επιπλέον, ο Φιλάρετος δρα παρορμητικά: αποδρά από τη φυλακή χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς θα σωθεί και κάνει το χονδροειδές λάθος να πάει στο σπίτι της Έλσας Φλωρεντινού, η οποία, όπως θα δούμε και παρακάτω, τον οδηγεί στον θάνατο. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο ίδιος ο Μπέκας είχε θεωρήσει αυτή την απόδραση πιο ταιριαστή σε κάποιον αθώο παρά σε κάποιον ένοχο, κάτι που ξεχνά όταν πείθεται για την ενοχή των Φιλάρετου-Φλωρεντινού.
Ο Αποστολίδης, αντιθέτως, εμφανίζεται ψύχραιμος και κυρίαρχος των συναισθημάτων του. Ο Μπέκας αναφέρεται σε αυτόν ως “δυνατός, έξυπνος, κυριαρχημένος” (σελ 180). Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη αυτού είναι η αντίδρασή του μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό του Παναγιώτη Βραχνού: ανακτά την αυτοκυριαρχία του τάχιστα, διορθώνει το σακάκι του και γυρίζει στην γυναίκα του στο καφενείο, όπου της μιλάει καθησυχαστικά και της σερβίρει ένα πειστικό ψέμα, το οποίο σκαρώνει στο λεπτό (σελ. 171).
Πέραν της ψυχραιμίας, ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι επέδειξε δημιουργικότητα κατά την εκτέλεση των δολοφονιών και κέρδισε την εμπιστοσύνη των επίδοξων θυμάτων του όταν χρειάστηκε, καθώς εκλήφθηκε από αυτά ως άνθρωπος «ανώτερης κλάσης». Βρήκε την τέλεια ευκαιρία να σκοτώσει τον Γιώργο Νικόδημο στο τρένο, με τρόπο που δεν θα μπορούσε να είχε προγραμματιστεί από πριν. Στην περίπτωση της Αμαλίας Νικοδήμου κέρδισε την εμπιστοσύνη της κλείνοντάς της ραντεβού (όπως μας πληροφορεί η φίλη της, “περίμενε κάποιον κύριο για κάτι σοβαρό”, σελ. 36), και όταν εμφανίστηκε στο σπίτι της, κατάφερε να μπει μέσα και να πιούν τσάι (στο οποίο της έριξε δηλητήριο).
Ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι πείθει τον Ιορδάνη Νικολάου, έναν ακόμη από τους κληρονόμους, να πάει να κλέψει το σπίτι του συνταγματάρχη Ιππόλυτου Ξανθού, και τελικά ο Ξανθός, σε αυτοάμυνα, τον πυροβολεί θανάσιμα με το περίστροφό του. Οι θαμώνες στο καφενείο του «Στραβού» αναφέρονται στον άνθρωπο με το λευκό κουστούμι σαν έναν «κύριο» (σελ. 62). Η Μάγδα Νικολάου, μια εκδιδόμενη γυναίκα που εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι το μάτι της έκοβε, σχηματίζει και εκείνη την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν «κύριο» όταν γνωρίζει τον άνθρωπο με το λευκό κουστούμι (το επαναλαμβάνει τρεις φορές, σελ. 117-118). Ο Αναστάσης Βραχνός αποκαλεί τον επίδοξο δολοφόνο του «αφεντικό» και πείθεται να βγάλει τη βάρκα του, παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις και παρ’ ό,τι δεν συνήθιζε να τη νοικιάζει για βόλτες (σελ. 70). Ο δολοφόνος τον ξεγελάει, τόσο για να βεβαιωθεί ότι δεν τους βλέπει κανείς απ’ την ακρογιαλιά, όσο και για να μπορεί να τον σκοτώσει σχετικά εύκολα.
Και πάλι ο Αποστολίδης ταιριάζει σε αυτό το προφίλ. Μιλάει με ζεστή φωνή (σελ. 29)· κολακεύει τη Λίλυ με ευχάριστο τρόπο και της εκφράζει τον θαυμασμό του με “θερμότητα αλλά και πολύ σεβασμό” (σελ. 30)· κυκλοφορεί με Μερσεντές (σελ. 30)· είναι “άνθρωπος με τον αέρα του κόσμου” (σελ. 32)· γοητεύει τη γειτόνισσά τους με τα έξυπνα αστεία του όταν πάνε σινεμά (σελ. 112)· ξέρει τον Μαστρογιάννι (σελ. 117)· δείχνει εκ φύσεως συμπαθής (ο Μπέκας αναφέρεται σε αυτόν ως “αυτός ο τόσο συμπαθητικός κύριος που γνώρισα σήμερα το πρωί”, σελ. 123). Ο Αποστολίδης είναι, με άλλα λόγια, ένας «κύριος».
Έχει, επιπλέον, τον τρόπο του με τους ανθρώπους. Κάνει τη Λίλυ να ρίξει τις άμυνές της και να του μιλήσει ανοιχτά ήδη απ’ το δεύτερο ραντεβού τους, κάτι που δεν συνήθιζε (σελ. 32)· την πείθει να τον παντρευτεί πολύ σύντομα μετά τη γνωριμία τους, και έχει το πάνω χέρι σε όλες τους τις αποφάσεις· βρίσκει εισιτήρια για το σινεμά πείθοντας κάποιον άγνωστο στην ουρά να του τα βρει (σελ. 113)· κάνει έναν ρεσεψιονίστ στο ξενοδοχείο τους να φύγει απ’ το δωμάτιό τους “όλο υποκλίσεις και αστείος” όταν αρχίζει να τον αμφισβητεί (σελ. 53). Ξέρει, τέλος, να υποδύεται τον ρόλο που τον συμφέρει: προσποιείται πολύ πειστικά τον έκπληκτο όταν η Λίλυ του λέει ότι είναι κόρη του Μαυρόπουλου (σελ. 106), ενός από τους κληρονόμους, κάτι που βεβαίως ήδη ήξερε, αφού για αυτό την προσέγγισε.
Αντίθετα, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε πως ο Φιλάρετος, το «μούτρο», ο χαρτοπαίκτης και επαγγελματίας εραστής (σελ. 92), με το “βάδισμα αιλουρωειδούς” (σελ. 97), που συχνάζει στα υπόγεια μπαρ της Βουκουρεστίου (σελ. 96), θα χαρακτηριζόταν «κύριος» απ’ τους τυχαίους θαμώνες ενός καφενείου, αλλά και από δύο τόσο διαφορετικές γυναίκες όπως η (εκδιδόμενη) Μάγδα Νικολάου και η (γεροντοκόρη) Αμαλία Νικοδήμου· ή πως θα ενέπνεε εμπιστοσύνη σε μια γυναίκα σαν την δεύτερη, ώστε να τον δεχτεί στο σπίτι της και να πιούν τσάι. Ο Μπέκας, όταν τον γνωρίζει, τον χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο “αποκρουστικό” (σελ. 97) και, μετά από δύο συναναστροφές, “παλιανθρωπάκο” (σελ. 136). Επιπλέον, δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι μπορεί να κερδίζει την εμπιστοσύνη των άλλων ή ότι καταφέρνει να τους χειρίζεται με ιδιαίτερη επιδεξιότητα, πλην ίσως της συναναστροφής του με τον Παναγιώτη Βραχνό.
Ο δε τρόπος ομιλίας του, όπως αποτυπώνεται, για παράδειγμα, στον διάλογό του με τον Παναγιώτη Βραχνό παραπέμπει σε άνθρωπο χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου (“Αν ήμουν ο δολοφόνος, που θα έβρισκα καλύτερη ευκαιρία να σε ξεμπερδέψω; […] αυτός ο άτιμος. […] για να καταπιεί ολόκληρη την κληρονομιά […] Βλέπεις, οι δύο κάτι έχουμε σε βάρος μας απ’ τα παλιά, ενώ αυτός είναι «κύριος».”, σελ 158-159)· πρόκειται μάλλον για έναν «ψευτόμαγκα», έναν άνθρωπο «της πιάτσας», που δεν «στρογγυλεύει» τα λόγια του – μιλάει με αγένεια στον Μπέκα (σελ. 97), και κοφτά στη σύντροφό του (“Πήγαινε μέσα εσύ”, σελ. 126).
Τέλος, ο Αποστολίδης, ο άνθρωπος-φάντασμα, για το παρελθόν ή το παρόν του οποίου κανείς δεν ξέρει σχεδόν τίποτα, ταιριάζει απόλυτα στο προφίλ του ανθρώπου με το λευκό κουστούμι, που είναι ένας δολοφόνος-φάντασμα (σελ. 60, 63). Παρά τις προσπάθειές του να δημιουργήσει «κάποιον άλλο», ο Αποστολίδης, που ισχυριζόμαστε είναι ο πραγματικός ένοχος, δεν καταφέρνει να κάνει τον δολοφόνο τελείως διαφορετικό απ’ τον ίδιο.
Πέραν αυτών, κατά τη διερεύνηση της ενοχής του Αποστολίδη, ο Μπέκας υποπίπτει σε μια αβλεψία και ένα λάθος, που δεν δικαιολογούνται για έναν αστυνομικό με τη δική του εμπειρία. Πρώτον, αμελεί να εξακριβώσει αν ο Αποστολίδης έφυγε, όπως θα μπορούσε, από το σινεμά «Πάλλας» προκειμένου να πάει να σκοτώσει την Μάγδα Νικολάου. Η γυναίκα του μεν δεν θα τον έβλεπε να φεύγει – η ταινία δεν είχε διάλειμμα και αυτός καθόταν στην τελευταία σειρά, ενώ εκείνη και η γειτόνισσά τους στις μπροστινές (σελ. 113) –, θα μπορούσε όμως κάλλιστα να τον έχει δει κάποιος ταξιθέτης ή ο ταμίας του κινηματογράφου.
Δεύτερον, δέχεται την εξήγηση του Αποστολίδη σχετικά με το όπλο με το οποίο πυροβόλησε τον Παναγιώτη Βραχνό. Όταν αποδεικνύεται ότι ο Αποστολίδης έχει αγοράσει το όπλο, πράγμα για το οποίο έχει προηγουμένως δώσει ψευδή κατάθεση, ο Μπέκας, βέβαιος πλέον για την ενοχή του, τον πιέζει να ομολογήσει ότι είναι ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι. Ο Αποστολίδης ομολογεί την αγορά του όπλου και τον πυροβολισμό του Βραχνού, ισχυρίζεται όμως ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα, αρνούμενος κάθε εμπλοκή στις υπόλοιπες δολοφονίες:
“[…] με φαντάζεστε τόσο ηλίθιο ώστε να πάω σ’ ένα οπλοπωλείο, να αγοράσω το πιστόλι με το οποίο είχα σκοπό να κάνω τα εγκλήματα και να δώσω φαρδύ-πλατύ το όνομά μου;” (σελ. 193)
Ο Μπέκας βρίσκει αυτή την παρατήρηση “λογική”. Με μια προσεκτικότερη εξέταση όμως δεν είναι καθόλου πειστική. Αν ο Αποστολίδης είναι ο ένοχος, όπως ισχυριζόμαστε, μπορούσε πράγματι να έχει αγοράσει το όπλο, δίνοντας το όνομά του (φαρδύ-πλατύ ή όχι) γιατί δεν είχε σκοπό να το χρησιμοποιήσει σε κανένα απ’ τα προσχεδιασμένα εγκλήματά του· το ήθελε μόνο για λόγους αυτοάμυνας. Πράγματι, σε κανένα από τα θύματα που είχαν σκοτωθεί μέχρι τότε δεν είχε χρησιμοποιηθεί το όπλο. Η δολοφονία του Βραχνού γίνεται «εκτός προγράμματος». Ο Αποστολίδης βλέπει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξεφορτωθεί άλλον ένα κληρονόμο και την αξιοποιεί, χρησιμοποιώντας το αγορασμένο όπλο ελλείψει άλλου διαθέσιμου εκείνη την ώρα. Όπως δέχθηκε τελικά και το δικαστήριο, η δολοφονία «περνούσε» σαν ένα «ατύχημα» αυτοάμυνας. Ο Αποστολίδης, δηλαδη, σχεδίασε και εκτέλεσε άλλον έναν τέλειο φόνο εν ριπή οφθαλμού, επιδεικνύοντας τη δημιουργικότητα και την ψυχραιμία του ανθρώπου με το λευκό κουστούμι.
Αν, αντίθετα με την τελική εξήγηση του Μπέκα, τα στοιχεία που έχουμε παραθέσει μέχρι τώρα δεν αρκούν για να πείσουν ότι ο Αποστολίδης είναι ένοχος πέραν πάσης αμφιβολίας, ας προσθέσουμε μερικά ακόμη.[4]
Κατά το ταξίδι του μέλιτος με τη Λίλυ στον Βόλο, όπου ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι δολοφονεί έναν ακόμη κληρονόμο, τον Νικόλαο Αβράμογλου, ο Αποστολίδης είχε επιμείνει να πιάσουν και το διπλανό τους δωμάτιο “για να μπορεί, όπως της είπε, να εργάζεται” (σελ. 49). Ο Αποστολίδης όμως είναι εκείνον τον καιρό άεργος, όπως λέει ο ίδιος στη Λίλυ: “Δούλεψα τόσο πολύ που δικαιούμαι να αναπαυτώ λιγάκι” (σελ. 58). Επίσης η εξήγηση που της δίνει αργότερα (σελ. 99-101) για τον λόγο που είχε βγει έξω τη νύχτα της δολοφονίας – πως είχε λάβει κάποιο ανώνυμο σημείωμα σχετικά με τις απιστίες της – δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Η ζήλια μπορεί να ακούγεται πειστική ως κίνητρο στα αυτιά μιας αφελούς συζύγου, όπως η Λίλυ, που θεωρεί ότι είναι “η πιο τυχερή κοπέλα της Αθήνας” (σελ. 59), αλλά δεν συνιστά επαρκή λόγο για έναν προικοθήρα που έχει ήδη επιτύχει τον στόχο του, να παντρευτεί την γυναίκα που είχε βάλει στο μάτι. Με δυο λόγια, μοιάζει απολύτως πιθανό ο Αποστολίδης να χρησιμοποίησε το διπλανό δωμάτιο για να βγει χωρίς να τον δουν και να σκοτώσει τον Αβράμογλου ως άνθρωπος με το λευκό κουστούμι.
Όσο για το ζεύγος Φλωρεντινού-Φιλάρετου, ούτε στους διαλόγους τους ούτε αλλού υπάρχει κάποια ένδειξη ότι η Έλσα Φλωρεντινού είχε κάνει υποχείριό της τον Τάκη Φιλάρετο, όπως θα απαιτούσε η εξήγηση του Μπέκα. Έχουμε, για παράδειγμα, τον παρακάτω αντιπροσωπευτικό διάλογό τους (σελ. 140):
ΕΦ. Γιατί σε κυνηγούν;
ΤΦ. Κανείς δεν με κυνηγά, της απάντησε δύσθυμα.
ΕΦ. Κι εκείνος ο κοντόχοντρος αστυνομικός που ήρθε εδώ; Εκείνος που με ανάγκασε να του φανερώσω πως είπες ψέματα ότι ήμασταν, το βράδυ που τσακωθήκαμε, μαζί;
ΤΦ. Παράτα με.
Δεν έχουμε εδώ έναν διάλογο σχεδιαστή-εκτελεστή· η Φλωρεντινού δεν σχεδιάζει με μαθηματική ακρίβεια τι πρέπει να γίνει και το υποδεικνύει στον Φιλάρετο, ούτε εκείνος δρα σαν εκτελεστικό όργανο. Βλέπουμε μάλλον τη δυναμική ενός παραδοσιακού ζευγαριού, όπου η γυναίκα προσπαθεί διακριτικά και υπομονετικά να εκμαιεύσει πληροφορίες απ’ τον ευέξαπτο σύντροφό της. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για τον διάλογο δύο συνενόχων με κοινή γνώση της ενοχής τους.
Και ερχόμαστε στον τσακωμό της Φλωρεντινού και του Φιλάρετου στο μπαρ, τη νύχτα που δολοφονείται η Μάγδα Νικολάου. Στην εκδοχή του Μπέκα, αυτός θα πρέπει να ήταν σκηνοθετημένος, καθώς η αναχώρηση του Φιλάρετου από το μπαρ, ως αντίδραση στον διαπληκτισμό τους, του ανοίγει το χρονικό περιθώριο να πάει να διαπράξει τον φόνο της Νικολάου. Αν όμως είναι έτσι, δεν φαίνεται φυσικό οι υποτιθέμενοι συνεργοί να αναφέρονται μεταξύ τους σε αυτό το συμβάν ως “το βράδυ που τσακωθήκαμε” (βλ. τον παραπάνω διάλογο). Ούτε στέκει η Φλωρεντινού να τον περιμένει μάταια να γυρίσει στο μπαρ (σελ. 113) ούτε βγάζει νόημα η σκηνή ζηλοτυπίας μεταξύ τους όταν η Φλωρεντινού επιστρέφει στο σπίτι μετά την υποτιθέμενη δολοφονία της Νικολάου από τον Φιλάρετο (βλ. σελ. 117, “Την ώρα που ξεκλείδωνε […] κι άρχισε να γδύνεται”).
Μένουν δύο σημεία προς διευκρίνιση: α) η εμφάνιση του ανθρώπου με το λευκό κουστούμι ενώπιον της Λίλυς και του Αποστολίδη που φαινομενικά απαλλάσσει τον Αποστολίδη, και β) η ψυχρή αντίδραση της Φλωρεντινού όταν ο Μπέκας της εκθέτει την εκδοχή του σύμφωνα με την οποία αυτή είναι η βασική ένοχη, που ερμηνεύεται από τον Μπέκα ως ομολογία ενοχής.
Για το πρώτο σημείο υπάρχει μια απλή εξήγηση. Η Λίλυ έχει δει μία φορά τον άνθρωπο με το λευκό κουστούμι στον Βόλο, νομίζοντας ότι ήταν ο άντρας της (σελ. 57). Έχουν ήδη γίνει πέντε φόνοι (αδέλφια Νικοδήμου, Απόστολος Ζακυνθηνός, Αναστάσης Βραχνός, Νικόλαος Αβράμογλου)· οι ύποπτοι όλο και λιγοστεύουν, οπότε σύντομα οι υποψίες θα στραφούν στον Αποστολίδη. Η Λίλυ του λέει ότι το ίδιο πρωί συνάντησε τον φίλο της, τον δημοσιογράφο Μακρή και εκείνος, από την περιγραφή της, τον χαρακτηρίζει “Σερλοκ Χόλμς” (σελ. 94). Αν ο Αποστολίδης ήταν ο πραγματικός ένοχος, θα μπορούσε να έχει πληρώσει κάποιον για να φορέσει τη στολή του δολοφόνου – λευκό κουστούμι, μουστάκι και γυαλιά – και να περάσει μπροστά τους, ώστε να διαλύσει κάθε υποψία για την ενοχή του, πρώτα στη Λίλη και, κατ’ επέκταση, σε όποιον άκουγε την (ειλικρινή) μαρτυρία της.
Εξίσου απλή εξήγηση επιδέχεται και το δεύτερο σημείο. Η Έλσα Φλωρεντινού είναι αναμφίβολα ένα δυνατό μυαλό. Όταν ο Μπέκας της εκθέτει την εκδοχή του, εκείνη δεν έχει καμιά αντίδραση. Αντιλαμβάνεται ότι ο Μπέκας δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα και έτσι αδιαφορεί για τις ιστορίες του (κοντόχοντρου) αστυνόμου Μπέκα. Δεν ομολογεί ούτε μετά τις εξαντλητικές ανακρίσεις της αστυνομίας (σελ. 233), γιατί απλά δεν είναι ένοχη για κανέναν από τους φόνους του ανθρώπου με το λευκό κουστούμι που πήγαιναν να της φορτώσουν. Η ομολογία της “με το βλέμμα” (σελ. 235) συνιστά ομολογία μόνο στη φαντασία του Μπέκα.
Όχι, τα στοιχεία είναι αδιάσειστα: ο άνθρωπος με το λευκό κουστούμι ήταν ο Αποστολίδης. Πώς γίνεται, λοιπόν, ο αστυνόμος Μπέκας, ένας έντιμος, έμπειρος και μεθοδικός αξιωματικός, να κάνει λάθος; Και μάλιστα να κάνει λάθος έχοντας συγκλίνει αρχικά στον σωστό ένοχο;
Το κλειδί βρίσκεται, νομίζω, στις προκαταλήψεις του Μπέκα για τις γυναίκες. Βλέπει, για παράδειγμα, την Αμαλία Νικοδήμου ως “μια υστερική που αυτοκτόνησε” (σελ. 25), αντιμετωπίζει τη φίλη της με αρκετή καχυποψία (σελ. 35-36), και την Έλσα Φλωρεντινού υποτιμητικά, σαν μια κλασική «όμορφη» (σελ. 96), που δεν αξίζει την προσοχή του. Η αντίληψή του για τη Φλωρεντινού αλλάζει ακαριαία και ριζικά, όταν πληροφορείται ότι δεν ήταν απλά μια γυναίκα ελευθέρων ηθών αλλά και ένα δυνατό μυαλό. Η Φλωρεντινού ήδη απ’ τα φοιτητικά της χρόνια, είχε μεν “μπλέξει στη ζωή των «ναιτ κλαμπ», σε παρέες με πλούσιους άνεργους νεαρούς, σε αυτοκίνητα που τρέχουν με διακόσια χιλιόμετρα, σε ολονύκτια «πάρτυ» πάνω σε κότερο, σε νυχτερινά μπάνια χωρίς μαγιώ” (σελ. 210), αλλά είχε μπει και πρώτη στο Πολυτεχνείο.
Αυτόν τον συνδυασμό ελευθεριότητας και πνευματικής δύναμης, ο μικροαστός Μπέκας, “ένας άνθρωπος του παλιού καιρού” (σελ. 25), δεν μπορούσε να τον διαχειριστεί: στο μυαλό του πλέον η Φλωρεντινού, που είχε βέβαια να κερδίσει από την κληρονομιά μέσω του συζύγου της Φιλάρετου, μετατράπηκε σε δαίμονα, σε προσωποποίηση του κακού, και άρα έπρεπε να είναι η ένοχη. Δεν χρειάζονταν καν στοιχεία γι’ αυτό, ενώ αντίθετα ο Μπέκας επέλεξε να αγνοήσει τη σωρεία των στοιχείων εναντίον του Αποστολίδη. Ο συντηρητισμός του θόλωσε την κρίση του και, μέσα σε παραζάλη, δημιούργησε μια ένοχο, αφήνοντας τον πραγματικό δολοφόνο να ξεφύγει.
Στον κόσμο του John le Carré, o George Smiley αδυνατούσε να δει καθαρά τον Bill Haydon και να τον αποκαλύψει ως διπλό κατάσκοπο. Ο Haydon είχε συνάψει ερωτική σχέση με τη γυναίκα του Smiley καθ’ υπόδειξη του Σοβιετικού πράκτορα Karla, ακριβώς για να του δημιουργήσει αυτό το τυφλό σημείο.[5] Έτσι και στον 13ο επιβάτη, ο Μπέκας, εξαιτίας των προκαταλήψεών του, δεν μπορούσε να δει καθαρά. Έβλεπε μέσα από τα παραμορφωτικά γυαλιά της «γυναικείας δολιότητας», με αποτέλεσμα να καταλήξει στη λάθος ένοχη, αντί να δει τον πραγματικό δολοφόνο για τον οποίο όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία ήταν μπροστά στα μάτια του.
Η Έλσα Φλωρεντινού μπορεί να μην ήταν η γυναίκα πίσω από τον άνθρωπο με το λευκό κουστούμι, ήταν όμως η ηθική αυτουργός σε έναν (παράπλευρο) φόνο: ζήτησε από τον εραστή της, τον Αδάμη, να σκοτώσει τον σύζυγό της, τον Φιλάρετο. Όταν στη διάρκεια της δίκης η Φλωρεντινού αρνείται κάθε εμπλοκή της με αυτόν τον φόνο, ο Αδάμης ορμάει και την μαχαιρώνει θανάσιμα. Ο Μαρής, πιθανώς υποσυνείδητα, κάνει την Φλωρεντινού θύμα «από το χέρι» του Αδάμη, ενώ αυτή ήταν κυρίως θύμα της τυφλότητας του Μπέκα.
Για όποιον υιοθετήσει την εκδοχή του Μπέκα, η ιστορία του 13ου επιβάτη τελειώνει όπως όλα τα παραμύθια: έζησαν ο Αποστολίδης κι η Λίλυ καλά, έξω απ’ τη φυλακή, αγαπημένοι (σελ. 192) και με τα εκατομμύρια του Αμπάζογλου (τα μισά τουλάχιστον, γιατί, είπαμε, μπορεί να εμφανιζόταν ο «ξεχασμένος» Γιώργος Ζακυνθηνός και να διεκδικούσε το μερίδιό του στην κληρονομιά), κι εμείς καλύτερα – αφού η απονομή δικαιοσύνης επήλθε τελικά μέσω της αυτοδικίας του Αδάμη σε βάρος της δαιμόνιας Φλωρεντινού, η οποία ειδάλλως θα έπεφτε στα μαλακά, αφού ο Μπέκας δεν μπόρεσε να αποδείξει την (υποτιθέμενη) ενοχή της.
Η προσεκτικότερη ανάγνωσή μας, όμως, προσδίδει στο κείμενο τις πραγματικές του, πιο δραματικές, διαστάσεις. Ο Μπέκας είναι τραγικός ήρωας, αφού οδηγούμενος απ’ τα αγνότερα των κινήτρων – την αναζήτηση της αλήθειας – κάνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιδιώκει: αντί να δει τα πράγματα “με καθαρό μάτι, αντικειμενικά” (σελ. 80) και να “μην αφήσει τα αισθήματά του να τον παρασύρουν” (σελ. 102), δεν μπορεί να κρίνει νηφάλια και καταλήγει να αθωώσει έναν δολοφόνο, υπερβαίνοντας μάλιστα την αστυνομική του ιδιότητα και καταθέτοντας ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του (σελ. 234).
Πολύ πριν το τέλος, ο Μπέκας αναγνωρίζει το ενδεχόμενο να αποτύχει (“[…] ώσπου να βρεθεί ο ένας ένοχος. Αν, δηλαδή, βρεθεί.”, σελ. 131). Μετά τη λύση του μυστηρίου, ενόψει της επικείμενης δίκης, ομολογεί την αποτυχία του:
“Ήταν η σοβαρότερη και η χειρότερη υπόθεση που ανέλαβε στα τριάντα χρόνια της αστυνομικής του ζωής. Μια υπόθεση όπου απέτυχε.” (σελ 233)
Υπό το πρίσμα της ανάλυσής μας, οι σκέψεις και τα λόγια του λαμβάνουν άλλο νόημα. Ο Μπέκας απέτυχε όχι επειδή, όπως νομίζει, δεν κατάφερε να αποδείξει την ενοχή της Φλωρεντινού αλλά επειδή κατέληξε στη λάθος ένοχη, συντελώντας καθοριστικά στην πλήρη αθώωση ενός διεστραμμένου και αμετανόητου δολοφόνου, του Αποστολίδη. Απέτυχε, ενώ είχε όλα τα στοιχεία μπροστά στα μάτια του, επειδή δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τα τυφλά σημεία της σκέψης του.
[1] Βλ. Ανδρέας Αποστολίδης, Ο κόσμος του Γιάννη Μαρή, εκδ. ΑΓΡΑ, για μια συστηματική μελέτη του συνόλου του έργου του Μαρή.
[2] Για μια ευρύτερη προσέγγιση του φαινομένου της «εξαφάνισης» χαρακτήρων, με σχετικά παραδείγματα, βλ. Pierre Bayard, Personnages portés disparus, Captures, τευχ. 3, αρ. 2 (Νοέμβριος 2018), ενότητα « Des fictions au sourire inquiet ». http://revuecaptures.org/node/2781/.
[3] Βλ. λ.χ. Πέτρος Μαρκαρης, Νυχτερινό δελτίο, εκδ. ΚΕΙΜΕΝΑ. “«Το πρόφαιλ πάντως ταιριάζει» Αυτό το «προφάιλ» μου το ξεφουρνίζει για πρώτη φορά. Το σημειώνω για να ψάξω στο λεξικό της Οξφόρδης.” (σελ. 142) Και αργότερα, όταν ο Χαρίτος το ψάχνει στο Oxford English-Greek Learner’s Dictionary, δηλώνει “Παλιά το λέγαμε καλούπι, τώρα έγινε προφάιλ. […] Απλά ελληνικά, να καταλαβαινόμαστε.” (σελ. 157).
[4] Το 12 Angry Men του Sidney Lumet καλύπτει ανάγλυφα την έννοια της ενοχής «πέραν πάσης αμφιβολίας» στις ποινικές υποθέσεις.
[5] Η διαμάχη του Smiley με τον Karla εκτυλίσσεται στα μυθιστορήματα του le Carré Tinker Tailor, Soldier, Spy (1974), The Honourable Schoolboy (1977) και Smiley’s People (1979), γνωστά και ως Τhe Karla Trilogy. Το πρώτο και το τελευταίο έχουν μεταφερθεί και σε εξαιρετική τηλεοπτική σειρά από το BBC με τον Alec Guinness στον ρόλο του Smiley.



















![Σκόρπιες αστυνομικοφανείς[;] σκέψεις ενός μη- ειδικού συγγραφέα (του Γιάννη Πανούση)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/07/r46669-218x150.webp)


