Πέμπτη, 30 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2 Αυστραλιανή λογοτεχνία: Το γοτθικό στους Αντίποδες (της Βασιλικής Πέτσα)

Αυστραλιανή λογοτεχνία: Το γοτθικό στους Αντίποδες (της Βασιλικής Πέτσα)

0
49
H φανταστική Λεμουρία

της Βασιλικής Πέτσα

 

«Μη φοβάσαι. Το νησί είναι γιομάτο βρόντους, αχούς και γλυκούς ήχους,

που τέρπουν και δεν πειράζουν».

(Σαίξπηρ, Η Τρικυμία, μτφρ. Ι. Πολυλάς, 1916)

Το 1856, στο δοκίμιό του με τίτλο «The Fiction Fields of Australia», ο κριτικός λογοτεχνίας Frederick Sinnett (1830-1866) δηλώνει αφοριστικά: «Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ιδιοφυΐα της κυρίας Ράντκλιφ θα πήγαινε στράφι εδώ· και οφείλουμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι τα θεμέλια ενός δεύτερου Κάστρου του Οτράντο δύσκολα θα μπορούσαν να τεθούν στην Αυστραλία του καιρού μας».[1] Απέκλειε, επομένως, με συνοπτικές διαδικασίες, τη μεταφορά και προσαρμογή του ρομαντικού πνεύματος, στη γοτθική του μάλιστα εκδοχή, στη σχετικά νεοπαγή, τότε, αυστραλιανή αποικία. Στερούμενη ιστορικού παρελθόντος, αρχαιοτήτων, ερειπίων, η αυστραλιανή γη κρίθηκε ως μη γόνιμο έδαφος για τη μεταφορά μιας ρομαντικής ευαισθησίας, επομένως και του πιο σκοτεινού, απόκοσμου ρεύματός της. Αν η επιτόπια παρατήρηση ωθούσε μάλλον προς μια ρεαλιστική λογοτεχνική προσέγγιση, εντούτοις, πολύ πριν από την «ανακάλυψή» της, η Terra Australis, ως γεωγραφική έκταση εν πολλοίς υποθετική και ανεξερεύνητη, αποτελούσε έναν τόπο φαντασιακό και σχεδόν ονειρώδη. Για τους Ευρωπαίους χαρτογράφους του 14ου αιώνα, κάτοικοι-φύλακες του τόπου ήταν πλάσματα απόκοσμα, μυθικά, γκαργκόιλ και θαλάσσια τέρατα,[2] που όριζαν μια αμφίσημη επικράτεια κινδύνου και ευκαιριών, έναν τόπο ερημικό, επομένως προνομιακό και συνάμα απειλητικό για τη χριστιανική πνευματικότητα.[3]

Το ότι οι βρετανικές αποικίες στο αυστραλιανό έδαφος αποτέλεσαν αρχικά τόπους εξορίας καταδίκων προσέδιδε ασφαλώς μια δυσοίωνη διάσταση στις νέες πολιτειακές κοινότητες. Οι ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες διαβίωσης στις σωφρονιστικές αποικίες και η βίαιη και απάνθρωπη μεταχείριση των κατάδικων κατά τη μεταφορά και την έκτιση της ποινής τους αποτέλεσε την έμπνευση για πλειάδα έργων γοτθικών επιρροών, που τροφοδοτούν μέχρι σήμερα το αυστραλιανό φαντασιακό (βλ. λ.χ. μεγάλο μέρος του έργου του τραγουδοποιού Nick Cave, του Αυστραλιανού Νέου Κύματος στον κινηματογράφο, καθώς και τις περιηγήσεις σε γοτθικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, στο πλαίσιο του «σκοτεινού τουρισμού»). Ιδιαιτέρως, οι διαβόητοι ποινικοί οικισμοί του Port Arthur και του Macquarie Harbour στην Τασμανία (τότε, Van Diemen’s Land) αποτέλεσαν το σκηνικό λογοτεχνικών έργων που συγκαταλέγονται στην υποκατηγορία του «convict novel» (μυθιστόρημα καταδίκων), όπως τα For the Term of His Natural Life (1874) και το The Mystery of Major Molineux (1881) του Marcus Clarke. Σε παρόμοια, γοτθικής αισθητικής, έργα, που εκδίδονται μετά την πρώτη και αποφασιστική περίοδο αναμέτρησης με τα αυτόχθονα έθνη και την εγκαθίδρυση του «εκπολιτιστικού» αποικιοκρατικού καθεστώτος (1788-1850), ο κανιβαλισμός, οι παραβατικές συμπεριφορές, τα φριχτά βασανιστήρια, οι φασματικές επανεμφανίσεις, αποτελούν μεταστοιχείωση της βαρβαρότητας και του τρόμου που συνόδευε την εδραίωση της βρετανικής κυριαρχίας, ενώ παράλληλα υπονομεύουν τη διάκριση πολιτισμένος-μη πολιτισμένος, στην οποία βασίστηκε η αποικιοκρατική κοσμοθεωρία και πρακτική.[4] Επιπρόσθετα, και από μια άλλη οπτική, η οργανωμένη βρετανική παρουσία στους Αντίποδες, μολονότι κυρίαρχη και επεκτατική, προϋπέθετε εντούτοις μια συνθήκη ανασφάλειας: την εξοικείωση με το άγνωστο που συνοδεύει τη μετοικεσία, ανεξαρτήτως σκοπιμότητας, και μάλιστα εκτός της σφαίρας του δυτικού πολιτισμού. Το γεγονός, εξάλλου, ότι η ίδρυση των αποικιών συμπίπτει με την περίοδο ακμής του γοτθικού μυθιστορήματος, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, εξηγεί επαρκώς, σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό Gerry Turcotte,[5] τη σταθερή, διαχρονικά, παρουσία του γοτθικού στοιχείου στον αυστραλιανό πολιτισμό – προς διάψευση του Frederick Sinnett.

Προϊόν ποικίλων ειδολογικών προσμίξεων, πολύμορφο και ετερόκλητο, το γοτθικό εμφανίζει εντούτοις κάποια κοινά χαρακτηριστικά, προσαρμοσμένα στην εκάστοτε γεωγραφική και πολιτισμική πραγματικότητα.[6] Στη βρετανική του εκδοχή, το σκηνικό της δράσης αφορά, τουλάχιστον εν μέρει, κάποιο χώρο απαρχαιωμένο (κάστρο, παλάτι, καθεδρικό ναό, πρωτόγονο νησί, κοιμητήριο, εργοστάσιο, εργαστήριο, κ.λπ.), όπου οι κεντρικοί χαρακτήρες (αρκετά συχνά, γυναικείοι) καταδιώκονται, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, από ανομολόγητα μυστικά του παρελθόντος, τα οποία μεταμορφώνονται σε φασματικές μορφές, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερφυσικό.[7] Στην αντίστοιχη αυστραλιανή εκδοχή, πλην των φυλακών, οι απέραντες ερημικές εκτάσεις της αυστραλιανής ενδοχώρας, αχρονικές και δυσοίωνες, τροφοδοτούν το αποικιακό φαντασιακό, προσδίδοντάς του μια γοτθική ευαισθησία, μέσω, μεταξύ άλλων, του μοτίβου του εξαφανισμένου εξερευνητή-άποικου, που απειλείται από απροσδιόριστους κινδύνους.[8] Από το ποιητικό έργο «The Creek of the Four Graves» του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Charles Harpur (1845) και το μυθιστόρημα The Lost Explorer (1890) του εκπαιδευτικού, δημοσιογράφου και συγγραφέα J. F. Hogan,[9] έως το Βος: Σπουδή στον έρωτα και την περιπέτεια (1957) του νομπελίστα λογοτέχνη Patrick White,[10] καθώς και τα πολυάριθμα έργα που δραματοποιούν τις περιπέτειες των εποίκων-εξερευνητών Ludwig Leickhardt, Robert O’Hara Burke και William JohnWills,[11] η ρωμαλέα, ηρωική μορφοπλασία του πρώτου έποικου, θεμελίου της οικοδόμησης του αυστραλιανού έθνους, προβάλλει εδώ αποδυναμωμένη, τρωτή, επιρρεπής στην, όμοια με την ατμόσφαιρα των ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, «παράξενη μελαγχολία» που διαποτίζει το αυστραλιανό τοπίο. Όπως το θέτει ο μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος Marcus Clarke στον πρόλογο που συνέγραψε για το ποιητικό έργο του Adam Lindsay Gordon,[12] «ακόμη και το ζωικό βασίλειο τούτων των συνοφρυωμένων λόφων είναι γκροτέσκο ή φασματικό» σε αυτό που αποκαλεί «αλλόκοτη χώρα των τερατωδών πλασμάτων».[13] Αναπόφευκτα, ακόμη πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες κινδυνεύουν εξίσου στην άγρια αυστραλιανή φύση: η απώλεια ανήλικων παιδιών, που περιπλανιούνται μάταια, αναζητώντας τον δρόμο της επιστροφής, αποτελεί σταθερό και επανερχόμενο τόπο του αυστραλιανού φαντασιακού και κεντρικό θέμα λογοτεχνικών έργων από τον 19ο αιώνα και εξής, όπως, μεταξύ πολλών άλλων, το ποίημα «Lost» του Banjo Paterson (1887), το διήγημα «Pretty Dick» του Marcus Clarke (1873), το μυθιστόρημα Picnic at Hanging Rock (1967) της Joan Lindsay αλλά και η ομώνυμη ταινία (Το μυστικό του βράχου των κρεμασμένων) σε σκηνοθεσία του Peter Weir (1975).

Να υποθέσει, επομένως, κανείς ότι παρόμοιες ιστορίες δραματοποιούν την αποικιοκρατική ανησυχία και ενοχή για την κατάκτηση εδαφών που αποτελούσαν κάθε άλλο παρά terra nullius, την επιστροφή, με άλλα λόγια, του απωθημένου, αλλά και για την διάρρηξη των συγγενικών και πολιτισμικών δεσμών με τη μητέρα-πατρίδα;[14] Θα μπορούσε – αρκεί, βεβαίως, να αναγνωρίζει και την άλλη όψη του νομίσματος: τα παιδιά και οι πιονέροι προβάλλουν εξίσου ως θυσία, ως «στοίχειωμα» για την οικοδόμηση μιας νεοπαγούς εθνικής συνείδησης και αίσθησης του ανήκειν, ως απαραίτητα συστατικά μιας «αυτοχθονιστικής ιδεολογίας».[15] Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίοδο (δεύτερο μισό του 19ου αιώνα), το στοιχείο του τρόμου δεν ενσαρκώνεται πρωτίστως σε φασματικές ή τερατώδεις μορφές, καθώς ο κίνδυνος προκύπτει μάλλον από τη γοτθικά παραμορφωμένη οπτική του φυσικού τοπίου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αγωνιώδης αναζήτηση του χαμένου παιδιού, στην οποία συμμετέχουν συχνά, και με δική τους βούληση, Αβορίγινες-οδηγοί, ως οι πλέον εξοικειωμένοι με το φυσικό τοπίο, αποτελεί δραματοποίηση της υποτιθέμενης συγκρότησης μιας πολυεθνοτικής κοινότητας, που αγωνιά για το κοινό της μέλλον.[16] Οι Αβορίγινες ως εχθρική, συχνά φασματική μορφή, εμφανίζονται συχνότερα σε έργα που γράφτηκαν ή αναφέρονται σε προγενέστερες φάσεις της αποικιοκρατικής επέλασης, λ.χ. στις ποικίλες εκδοχές και επεξεργασίες της ιστορίας της Eliza Anne Fraser, επιζήσασας ναυαγίου στο νησί K’gari το 1836, που ισχυρίζεται ότι κακοποιήθηκε από μέλη του έθνους Butchulla, στις οποίες συγκαταλέγεται το μυθιστόρημα A Fringe of Leaves (1976) του Patrick White. Σε κατοπινότερα έργα γοτθικής αισθητικής, όπως στο διήγημα «The Lost White Woman» (1915) της Mary Gaunt, αντίστοιχες αναφορές είναι σποραδικές ή μετουσιώνονται στην απειλητικότητα του τοπίου και των αυτόχθονων μυθολογιών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μυθικού, αμφίβιου, πλάσματος «bunyip», που τροφοδοτεί διαχρονικά το γοτθικό αυστραλιανό φαντασιακό. «Όσοι έχουν ζήσει στην Αυστραλία έχουν ακούσει για το bunyip. Είναι η μοναδική πραγματικά φρικιαστική ύπαρξη για την οποία μπορεί να καυχιέται η Αυστραλία», σημειώνει η Rosa Campbell Praed στην εναρκτήρια πρόταση του διηγήματός της με τίτλο «The bunyip» (1891).

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το μοτίβο του «χαμένου παιδιού» στη αυστραλιανή φύση απαντάται και σε ένα, μελοδραματικής ευαισθησίας και γοτθικής εικονοποιίας, διήγημα της Ελληνο-Αυστραλής Βάσως Λ. Καλαμάρα, με τίτλο «Άλκης, ή Άλλαν, ο μικρός Γραικός», από τη συλλογή Άλλα χώματα:[17] εδώ, η απώλεια προοικονομείται από έναν τρομακτικό εφιάλτη της μητέρας του Άλκη ή Άλλαν, ενώ το «στοίχειωμα», που αφορά τη δεύτερη, «αυστραλοποιημένη», μεταναστευτική γενιά, σχετίζεται με τη διατήρηση της ελληνικής εθνοπολιτισμικής ταυτότητας μάλλον, παρά με την ενσωμάτωση σε μια αυστραλιανή κοινότητα. Αν το αγγλοσαξωνικό αποικιοκρατικό γοτθικό μυθιστόρημα εκφράζει, μεταξύ άλλων, τον φόβο της επιμιξίας με το αυτόχθονο στοιχείο και της φυλετικής επιμόλυνσης, στο διήγημα της Καλαμάρα βασικό διακύβευμα είναι ο πολιτισμικός εξαγγλισμός, που προκύπτει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μετανάστευσης, κίνητρο της οποία αποτελεί η, εν πολλοίς ματαιωμένη, επιθυμία κοινωνικής ανόδου.

Απόκοσμα σαγηνευτική, άρα και απειλητική: έτσι φαντάζει στα μάτια των Ευρωπαίων εποίκων από τα μέσα του 19ου αιώνα η αυστραλιανή ενδοχώρα, ορίζοντας μια αναμέτρηση με το φυσικό περιβάλλον που, άναρχο και αφιλόξενο, αντιστέκεται στην εξημερωτική επέλαση της ορθολογικής, ευρωπαϊκού τύπου, καλλιέργειας. Στη μετα-ποικιακή αυστραλιανή συνθήκη πιο πρόσφατων δεκαετιών,[18] η φασματική, γκροτέσκα, εικονοποιία της φύσης διατηρείται – αλλάζει, ωστόσο, η νοηματοδότησή της. Και τούτο διότι το γοτθικό είναι εξίσου αναπόφευκτο σε μετα-αποικιακές λογοτεχνίες που καλούνται να αναμετρηθούν με τη, συχνά παραγνωρισμένη ή σκόπιμα αποκρυμμένη, βίαιη και τραυματική συλλογική ιστορία.[19] Στο μυθιστόρημά της Plains of Promise (1997), η συγγραφέας του έθνους Waanyi Alexis Wright αναψηλαφίζει τα προσωπικά και συλλογικά τραύματα που επέφερε για τους Αυτόχθονες η βρετανική αποικιοκρατική πολιτική στις πολλαπλές εκφάνσεις της, καθώς και την αντανάκλασή τους στο φυσικό τοπίο, που λειτουργεί ως πολλαπλώς στοιχειωμένος μάρτυρας, εγγράφοντας παράλληλα την εξαναγκαστική αποξένωση των Πρώτων Εθνών από το περιβάλλον τους και τη διατάραξή της οργανικής σύνδεσής τους με τη φύση. Αλλά και ο Mudrooroo Nyoongah (Colin Johnson),[20] δημιουργός, μεταξύ άλλων, του μυθιστορήματος Doctor Wooreddys Prescription for Enduring the Ending of the World (1983), οικειοποιείται για να αντιστρέψει τη δυναμική της διαπολιτισμικής συνάντησης Αυτόχθονων και εποίκων, αποδίδοντας στους τελευταίους το καθεστώς του φαντάσματος («num»), που καταδιώκει αυτόχθονα έθνη και του αδιακρίτως αιμοβόρου βαμπίρ (στην τριλογία  που απαρτίζεται από τα μυθιστορήματα The  Undying, 1998· Underground, 1999· The  Promised  Land, 2000).

Το αν η εμφάνιση κειμενικών στοιχείων που άπτονται του φανταστικού σε έργα της αβοριγινικής λογοτεχνίας αποτελεί αγωνιστική αντιστροφή της αποικιακής γραφής ή αν εμπνέεται από αυτόχθονες μυθολογίες και παραδόσεις (όπως ισχυρίζεται ο Mudrooroo, επικαλούμενος την κατηγορία «Maban Πραγματικότητα» ως παρόμοια με, πλην ανεξάρτητη από, τη «γοτθική φαντασία»)[21] παραμένει ένα ανοιχτό και διαφιλονικούμενο ζήτημα. Εξάλλου, ανάλογες διακρίσεις και απόλυτες περιχαρακώσεις είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι εφικτές στο μετα-αποικιακό αυστραλιανό πλαίσιο. Πάντως, οικοκριτικές ανησυχίες διοχετεύονται σε μυθοπλαστικά οικο-γοτθικά κείμενα τόσο αυτόχθονων (όπως η πολυβραβευμένη Alexis Wright, στο μυθιστόρημα The Swan Book, 2013) όσο και μη αυτόχθονων συγγραφέων (όπως ο Richard Flanagan, στο μυθιστόρημα Η ζωντανή θάλασσα που ονειρευόταν ξύπνια, 2021, Ψυχογιός), που συνδέουν τις αποικιοκρατικές πολιτικές απαλλοτρίωσης γης του παρελθόντος με τις αλόγιστες παρεμβάσεις του όψιμου καπιταλισμού στο φυσικό τοπίο, ορίζοντας μια ανασκόπηση της Ανθρωπόκαινου στο αυστραλιανό πλαίσιο. Σύμφωνα με την αβοριγινική μυθολογία, το bunyip επιτίθεται μονάχα όταν διαταράσσεται η ισορροπία της οικοσυστήματος λόγω της ανθρώπινης απληστίας. Πάντως,όσο κι αν η μορφοπλασία του έχει εμπορευματοποιηθεί, μετατρέποντάς το σε ακίνδυνο, σχεδόν χαριτωμένο, πλάσμα του ρεπερτορίου της δημοφιλούς κουλτούρας,[22] καλό θα ήταν να αποφεύγει κανείς τους αυστραλιανούς βάλτους.

 

[1] Frederick Sinnett, ‘The Fiction Fields of Australia (1865)’, στο J. Barnes (επιμ.) The Writer in Australia. A Collection of Literary Documents 1856-1964, Μελβούρνη, Oxford University Press, 1969, σ. 10. Οι μεταφράσεις είναι της γράφουσας.

[2] Valerie I. J. Flint, ‘Monsters and the Antipodes in the Early Middle Ages and Enlightenment’, Viator 15 (1984): 65-80.

[3] Για μια επισκόπηση των αναπαραστάσεων της ερημιάς στα θεολογικά κείμενα του χριστιανισμού βλ.  Susan Power Bratton, Christianity, Wilderness, and Wildlife: The Original Desert Solitaire, Σκράντον, University of Scranton Press, 1993· George H. Williams, Wilderness and Paradise in Christian Thought, Νέα Υόρκη, Harper, 1962.

[4] Andrew McCann, Marcus Clarke’s Bohemia: Literature and Modernity in Colonial Melbourne, Μελβούρνη, Melbourne University Press, 2004, σσ. 212, 216.

[5] Gerry Turcotte, ‘Australian Gothic’, στο Marie Mulvey-Roberts (επιμ.) The Handbook to Gothic Literature, Μπέιζινγκστόουκ, Macmillan, 1998, σσ. 10-19.

[6] Ο όρος «γοτθικό» αναφέρεται συνηθέστερα στο είδος του μυθιστορήματος. Εντούτοις, η χρήση του έχει καθιερωθεί για την περιγραφή και άλλων κειμενικών ειδών, όπως η ποίηση, ο κινηματογράφος, ή και τα βιντεοπαιχνίδια.

[7] Jerrold E. Hogle, ‘The Gothic in western culture’, στο Jerrold E. Hogle (επιμ.) The Cambridge Companion to Gothic Fiction, Κέιμπριτζ, Cambidge University Press, 2-3.

[8] Ken Gelder, ‘Australian Gothic’, στο David Punter (επιμ.) A New Companion to the Gothic, Γουέστ Σάσεξ, Wiley-Blackwell, 2012, 381-381.

[9] Tο συγκεκριμένο έργο συγκαταλέγεται στην γραμματολογική κατηγορία των «λεμουριανών μυθιστορημάτων» [όπως και το Fugitive Anne: A Romance of the Unexplored Bush (1902) της Rosa Campbell Praed], τα οποία οικειοποιούνται τον μύθο της Λεμουρίας, μιας χαμένης μυθικής ηπείρου στον Ινδικό Ωκεανό, θεματοποιώντας την ανακάλυψη πρωτόγονων, μη Αβορίγινων, φυλών στα βάθη της Αυστραλίας. Όπως επισημαίνει ο Paul Genomi, μολονότι η, διαφαινόμενη ως παρακμιακή, πλέον, συνθήκη των φυλών αυτών φαίνεται να ευνοεί την αποικισμό της ενδοχώρας, γίνεται συνάμα αντιληπτή ως ενδεικτική της οπισθοδρόμησης που υφίσταται ο «πολιτισμένος» κόσμος στην αυστραλιανή επικράτεια. Βλ. Paul Genomi, Subverting the Empire. Explorers and Exploration in Australian Fiction, Αλτόνα, Common Ground Publishing , 2004, σ. 80.

[10] Ελληνική έκδοση: Πάτρικ Γουαϊτ, Βος: Σπουδή στον έρωτα και την περιπέτεια (μτφρ. Βρασίδας Καραλής), Αθήνα, Κανάκης, 1995.

[11] Και οι τρεις έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια φιλόδοξων ερευνητικών αποστολών. Τιμώνται ως εθνικοί ήρωες.

[12] Marcus Clarke, ‘Preface’ στο Adam Lindsay Gordon, Sea Spray and Smoke Drift, Clarson, Μελβούρνη, Α. Η. Massina, 1876, αναδημ. στο Poems of the Late Adam Lindsay Gordon, Μελβούρνη, A. H. Massina, 1880, σσ. Iiv-v [οι παραπομπές αναφέρονται σε αυτή την έκδοση].

[13] Clarke, σ. iv, v.

[14] Peter Pierce, The Country of Lost Children. An Australian Anxiety, Μελβούρνη, Cambridge University Press, 1999, σ. xii, 8-9.

[15] Elspeth Tilley, White vanishing: rethinking Australia’s lost-in the-bush myth, Άμστερνταμ, Rodopi, 2012, σ. 35. Η αυτοχθονιστική ιδεολογία αναφέρεται στη θεμελίωση δικαιωμάτων λόγω της αυτοχθονίας εις βάρος πρόσφατα μεταναστευσάντων πληθυσμών.

[16] Tim Calabria & Tash Joyce, ‘Bush-lost children’s place in new ‘moral communities’: the emergence of a cultural rite in colonial Victoria (and across Australia), 1850s–1890s’, Rural History, 33(2022): 179–194.

[17] Πρώτη έκδοση: Βάσω Λ. Καλαμάρα, Άλλα χώματα, Αθήνα, Μαυρίδης, 1961. Η συλλογή εκδόθηκε σε δίγλωσση εκδοχή το 1977 στην Αυστραλία και επανεκδόθηκε στα ελληνικά το 1980 από τις εκδόσεις Εστία.

[18] Ο όρος «μεταποικιακή», στον βαθμό που ενσωματώνει τη συνεχιζόμενη επίδραση της αποικιοκρατίας, αποδίδει, έστω και ατελώς, το ιδιόμορφο αυστραλιανό καθεστώς (πλήρως ανεξάρτητο κράτος, αρχηγός του οποίου, έστω και χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες, παραμένει ο βρετανός μονάρχης), και τους αδικαίωτους αγώνες των Πρώτων Εθνών για δικαιώματα και αναγνώριση.

[19] David Punter, Postcolonial Imaginings. Fictions of a New World Order, Εδιμβούργο, Edinburgh University Press.

[20] Οφείλουμε να σημειώσουμε, πάντως, ότι η αυθεντικότητα της αβοριγινικής καταγωγής του αμφισβητείται εύλογα, ακόμη και από την ίδια την κοινότητα Nyoongah. Βλ. σχετικά Maureen Clark, ‘Unmasking Mudrooroο’, Kunapipi, 23(2), 2001. Διαθέσιμο στο https://ro.uow.edu.au/kunapipi/vol23/iss2/5.

[21] Βλ. σχετικά Mudrooroo, ‘Gothic Imagination or Maban Reality? Review of Darkness Subverted: Aboriginal Gothic in Black Australian Literature and Film by Katrin Althans’, Australian Women’s Book Review 22 (2). Διαθέσιμο στο https://hecate.communications-arts.uq.edu.au/files/402/AWBR_150_print.pdf.

[22] Christine Judith Nicholls, ‘Monster Mash: What Happens When Aboriginal Monsters Are Co-opted Into the Mainstream?’, στο Yasmine Masharbash & Geir Henning Presterudstuen (επιμ.) Monster Anthropology, Σίντνεϊ, Bloomsbury, σσ. 89-111.

Προηγούμενο άρθροΑφιέρωμα στη Λογοτεχνία της Αυστραλίας: Γιατί και Πώς (της Θεοδώρας Πατρώνα)
Επόμενο άρθροChristos Tsiolkas: Η Ελλάδα, η Αυστραλία και ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του (συνέντευξη στην Θεοδώρα Πατρώνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ