Πέμπτη, 23 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Όταν οι αστοί τρόμαξαν…Η Υπόθεση Μιχάλη Μπεζεντάκου (του Ιάσονα Χανδρινού)

Όταν οι αστοί τρόμαξαν…Η Υπόθεση Μιχάλη Μπεζεντάκου (του Ιάσονα Χανδρινού)

0
60

 

του Ιάσονα Χανδρινού

Όπως φαντάζομαι γνωρίζετε, θέμα του βιβλίου είναι ο φόνος του αστυφύλακα Γεώργιου Γυφτοδημόπουλου από τον κομμουνιστή εργάτη Μιχάλη Μπεζεντάκο το βράδυ της 1ης Αυγούστου 1931 στην Δραπετσώνα, ένα περιστατικό που όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή αποτελεί έναν από τους δύο «ελάσσονες κόμβους στην εξέλιξη της ελληνικής μεσοπολεμικής κοινωνίας». Είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά που ένα μέλος των κρατικών σωμάτων ασφαλείας χάνει τη ζωή του από κομμουνιστικά πυρά και ως εκ τούτου συνιστά τομή στη μελέτη της ελληνικής πολιτικής ιστορίας του 20ου αιώνα. Ο Κώστας εντάσσει το συμβάν της 1ης Αυγούστου 1931 στον κοινωνικό πόλεμο που μαινόταν στην αυγή της τελευταίας δεκαετίας του ελληνικού Μεσοπολέμου –τη δεκαετία του ’30- και το αντιλαμβάνεται τόσο ως εξαίρεση στον κανόνα της δράσης των κομμουνιστικών οργανώσεων της εποχής, και ταυτόχρονα ως αποτέλεσμα της κλιμάκωσης των αγώνων του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου αφενός και της καταστολής τους από το κράτος αφετέρου, την εφαρμογή δηλαδή των αντικομμουνιστικών νόμων που επιχειρούσαν να προστατεύσουν το αστικό καθεστώς από την απειλή της επαναστατικής του ανατροπής, με αποκορύφωμα το διαβόητο Ιδιώνυμο του 1929. Το πρώτο που οφείλει κανείς να αναγνωρίσει στον Κώστα είναι πως παρέδωσε ένα εργόχειρο τεκμηρίωσης. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ενδελεχή μελέτη για τη συγγραφή της οποίας αξιοποιήθηκαν πλήρως τις γραπτές πηγές σε όλο τους το εύρος (βιβλιογραφία, μαρτυρίες, επίσημος και κομμουνιστικός Τύπος), ένα βιβλίο-αναφοράς, καθώς αφήνει ελάχιστα αναπάντητα ελάχιστα ερωτηματικά γύρω από το πώς, το πότε, το ποιοι και το γιατί. Το μισό βιβλίο, σχεδόν 200 σελίδες αφιερώνονται μόνο στο ίδιο το συμβάν του φόνου του Γυφτοδημοπουλου και όσα ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες –την αναζήτηση των δραστών, τη σύλληψη, τη δίκη και την καταδίκη τους. Μέσα από την εξαντλητική παράθεση των δημοσιευμάτων των εφημερίδων ο αναγνώστης νιώθει πραγματικά πως διαβάζει αστυνομικό μυθιστόρημα. Ωστόσο, ο συγγραφέας δε μας αφήνει στιγμή να λησμονήσουμε πως αυτό το μυθιστόρημα είναι μια κατασκευή. Είναι γραμμένο με βάση το σενάριο του κράτους το οποίο εξαπέλυσε με αφορμή τον φόνο Γυφτοδημόπουλο έναν «κόκκινο πανικό» γύρω από την δολοφονική βία των κομμουνιστών, έναν πανικό που θα αποτελέσει το μοτίβο της κρατικής καταστολής για τις επόμενες δεκαετίες και σε μεγάλο βαθμό φτάνει ως τις μέρες μας.

Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να θέσω είναι ο κοινωνικός χώρος. Ο Κώστας, βαθύς γνώστης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου, αναλύει το πολιτικό τοπίο εντός του οποίου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της Δραπετσώνας μέσα από μια πολυπρισματική οπτική που συνθέτει την πολιτική με την πολιτισμική ιστορία και παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην κατανόηση του χώρου όπου εκδηλώνονται τα γεγονότα: Αναλύει μεθοδικά και σε βάθος την δράση των Ελλήνων κομμουνιστών κατά τη δεκαετία του ’20, τις ιδεολογικές τάσεις, τις διασπάσεις, το ύφος και την ουσία της προπαγάνδας τους και ταυτόχρονα εκτιμά την πραγματική τους απήχηση εκεί που εδράζεται η πολιτική αμφισβήτηση: στις εργατικές γειτονιές των ελληνικών πόλεων με τα αναρίθμητα κοινωνικά και οικονομικά τους προβλήματα. Αντιλαμβάνεται αυτές τις περιοχές όπου ξεδιπλώνεται η πολιτική δράση όχι θεωρητικά, μέσα από μια αταβιστική σύνδεση κομμουνιστικού κινήματος και εργατικής γειτονιάς, αλλά με σεβασμό στην περίπλοκη διαλεκτική πολιτικής ιδεολογίας και κοινωνικού χώρου. Ο φόνος του Γυφτοδημόπουλου δεν είναι γεγονός τυχαίο γιατί η Δραπετσώνα του 1931 δεν είναι μια περιοχή τυχαία. Όπως διαβάζουμε στη σελίδα 54 είναι μια μικρο-κοινωνία σε ένταση. Φτώχια και οικιστική υποβάθμιση. Συμπαγής εργατικός και προσφυγικός πληθυσμός, ισχυρά υποπρολεταριακά στρώματα, ρεμπέτες και κουτσαβάκηδες. Ένας κόσμος παρδαλός που κινείται σε μια γκρίζα ζώνη παραβατικότητας, ενώ η πίεση των πολιτικών γεγονότων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο προσδίδει στην κουλτούρα της ατομικής βίας έντονο πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο. Για να καταλάβουμε ποιος ήταν ο Μιχάλης Μπεζεντάκος πρέπει να κατανοήσουμε πως η συλλογική πολιτική δράση αποκτά δυναμικό χαρακτήρα μόνο όταν εκμεταλλεύεται προς όφελός της αυτό που θα ονόμαζα «πολιτισμικά αποθέματα του αποκλεισμού». Σε αυτό το σημείο αντλεί συμπεράσματα από πλήθος μελετών που έχουν καταδείξει όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση αλλά και διεθνώς, τη συμβιωτική σχέση των κομμουνιστικών κομμάτων του Μεσοπολέμου με συγκεκριμένες περιοχές, όχι απλώς με όρους εκλογικής απήχησης, αλλά μέσα από τα μοτίβα της καθημερινής ζωής. Και θα ήθελα να σταθώ εδώ σε μια περίπτωση που προσφέρεται για συνδυαστική παρατήρηση. Αυτή η περίπτωση είναι το Βερολίνο. Η γερμανική πρωτεύουσα στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ήταν το προπύργιο του ΚΚΓ. Τόσο στην Αθήνα όσο και στο Βερολίνο, τα κομμουνιστικά κόμματα της «τρίτης περιόδου», την οποία ορίζει η κρίση του καπιταλισμού, η άνοδος του φασισμού, η όξυνση της κρατικής βίας και ο φόβος για πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, επιχειρούν να κατακτήσουν τις μάζες των εργατών αλλά τελικά εκεί που πραγματικά αναπτύσσεται η δυναμική τους δράση είναι στο επίπεδο της γειτονιάς. Η αποτυχία των Γερμανών κομμουνιστών να πάρουν την πρωτοβουλία στα εργοστάσια τη δεκαετία του ’20 τους ανάγκασε να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους της δράσης τους στους δρόμους. Όπως και στην Ελλάδα, η κουλτούρα της εργατικής πρωτοπορίας άρχισε να συμπλέκεται με την καθημερινότητα της γειτονιάς και η αντιπαράθεση με το αστικό καθεστώς άρχισε να προσλαμβάνει μια κυριολεξία. Από το 1929 και μέχρι το 1933, έτος που ο Χίτλερ κατέλαβε την εξουσία, μαινόταν στους δρόμους της πόλης ένας άγριος πόλεμος δρόμου ανάμεσα στα Τάγματα Εφόδου των Ναζί –τα ορίτζιναλ όχι τα ιμιτασιόν- και τις ομάδες κρούσης του ΚΚΓ που άφησε πίσω του τεράστιο αριθμό νεκρών και τραυματιών. Το Ναζιστικό Κόμμα είχε σύμφωνα με δικά του στοιχεία, 42 νεκρούς και 6.300 τραυματίες το 1931 και 84 νεκρούς και 9.715 τραυματίες την χρονιά πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Εργατικές ομάδες και ομάδες κρούσης του ΚΚΓ είχαν αντίστοιχα 52 νεκρούς το 1931 και 75 μόνο στο πρώτο μισό του 1932. Οι τραυματίες είχαν ξεπεράσει τους 18.000. Όσο κι αν οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί και κάνουν τις συγκρίσεις ερεθιστικές, δεν θα ήθελα να επιχειρήσω κάτι τέτοια εκτός από δύο σημεία που έχει επισημάνει και ο Κώστας: Στον κύκλο βίας, άσχετα αν είναι ο μικρός της Δραπετσώνας, ή ο μεγάλος του Κρώυτσμπεργκ, δεν πρωταγωνιστούν ιδεολογικά καταρτισμένοι μαρξιστές εργάτες, αλλά στρώματα υποπρολεταριακά, «λούμπεν» προλετάριοι, που προέρχονται από ένα περιβάλλον όπου ενδημεί η ατομική βία και τελικά αυτό είναι που εισφέρουν ως παράδειγμα επιτέλεσης της κομμουνιστικής ταυτότητας. Όπως γράφει ο Κώστας «πρόκειται για διαφορετικά στρώματα σε σχέση με τους συνδικαλισμένους μισθωτούς τεχνίτες που στελέχωναν το ΚΚΕ και τους αρχειομαρξιστές την προηγούμενη περίοδο οι οποίοι στρατεύονται στις κομμουνιστικές οργανώσεις για συνδικαλιστικούς σκοπούς. Με άλλα λόγια, δεν είναι η συλλογική διαπραγμάτευση μέσω ταραχών που ενεργοποιεί τη μορφή αυτή της κόκκινης βίας, αλλά η ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική ένταση μιας ταξικά αποκλεισμένης περιοχής η οποία αποκτά μέσω της τριτοπεριοδικής πολιτικής στοιχεία πολιτικής αναταραχής» (σ. 162.)

Και ερχόμαστε στην ουσία αυτής της «κόκκινης βίας». Η ουσία της είναι ότι παραμένει πάντα αμυντική. Δεν συγκροτεί ούτε κατά διάνοια αλλαγή παραδείγματος όσον αφορά τις μορφές πάλης των κομμουνιστών στον Μεσοπόλεμο, ούτε καν αργότερα στον Πόλεμο και την Κατοχή –αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η ανάλυση, του γιατί το κομμουνιστικό κόμμα απέφυγε να πάρει την «πολιτική ευθύνη» για τον φόνο Γυφτοδημόπουλου, πώς δηλαδή απέρριπτε διαρρήδην τον «ατομικό τερορισμό» ως αντιλενινιστική πρακτική. Και εδώ μας μιλάει το περίφημο τραγούδι για τον Μπεζεντάκο. Ο Κώστας ασχολείται εκτενώς με το τραγούδι, συζητώντας τους όρους δημιουργίας του και την δημοφιλία που απέκτησε 40 χρόνια αργότερα. Το αντιλαμβάνεται ως μια εκδοχή πολιτισμικής αντίστασης και το ιστορικοποιεί ως μελέτη των τρόπων έκφρασης της ελληνικής αριστεράς στη διαχρονία. Το επιθετικό πολιτικό ύφος του τραγουδιού, στην ιστορία του οποίου το βιβλίο αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος, «ορθώνει, διαβάζουμε στη σελίδα 41, ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη διεθνιστική αριστερά του Μεσοπολέμου και τη νεογιακωβινική αριστερά του πολέμου και του μεταπολέμου και τη Μεταπολίτευση με το λαϊκό δημοκρατικό πολιτισμό της». Ίσως όμως ο Πάνος Τζαβέλλας, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος που έχει ταυτιστεί με την επανεύρεση του τραγουδιού και την ένταξή τους στην χορεία των δημοφιλέστερων ελληνικών πολιτικών-επαναστατικών τραγουδιών –μην ξεχνάμε ότι θεωρείται «αντάρτικο»- και να θέλει να κλείσει το χάσμα. Εγώ θα έλεγα ότι το τραγούδι είναι μια όντως εορταστική ανάσυρση της επαναστατικής βίας από το σκοτάδι της λήθης, μια αναζήτηση της χαμένης ευκαιρίας του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος να αναπτύξει μια θετική δράση, η αντανακλαστική απόρριψη της πολιτικής ορθότητας βάσει τη οποίας η ελληνική Αριστερά συνέγραψε και εξακολουθεί να συγγράφει την ιστορία της. Ο Κώστας έχει δίκιο όταν διαπιστώνει πως η Κατοχή και η ΕΑΜική κοσμογονία μονοπωλεί το ενδιαφέρον μας ρίχνοντας μια βαριά σκιά στη μεσοπολεμική αριστερά. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Δραπετσώνας του 1931 και αφουγκραζόμενος τον κοινωνικό πόλεμο που τόσο λεπτομερειακά περιγράφει το βιβλίο, άρχισα να κοιτάω πέρα από το τείχος που χωρίζει ιστοριογραφικά τη δεκαετία του ’30 από την διάδοχή της, την δεκαετία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, αναλογιζόμενος πως, ενώ πράγματι το 1940/41 υπήρξαν καταλυτικές τομές, σίγουρα δεν ισχύει το ίδιο και με τη συνείδηση των ανθρώπων. Πώς ταξιδεύουν μπροστά στον χρόνο τα φορτία της εκδίκησης και πώς μεταβολίζονται από τους ανθρώπους που ανδρώνονται στην Αριστερά σε εντελώς άλλα συμφραζόμενα, ωστόσο ζουν στις ίδιες γειτονιές των ίδιων πόλεων και αντιμετωπίζουν σε απεργίες και διαδηλώσεις μια καταστολή από ελληνικά όργανα ασφαλείας που φορούν τις ίδιες στολές με δέκα χρόνια πριν; Θυμάμαι με πόση έκπληξη άκουγα το 2008 την αφήγηση ενός Φαληριώτη ΕΛΑΣίτη, μεσοαστικής καταγωγής, χωρίς προπολεμικές αναφορές στην Αριστερά, να μου περιγράφει με μια βαθιά σπηλαιώδη φωνή που πρόδιδε απόλυτη συνείδηση των λέξεων που χρησιμοποιούσε, τα όργανα της τάξης που πολεμούσε τους αντιστασιακούς του ΕΑΜ τις σκοτεινές ημέρες της Κατοχής ως «μπασκίνες», «καρακόλια» και «τσόγλανους». Αυτά τα συναισθηματικά φορτία αντίδρασης στην κρατική καταστολή δίνουν στο βιβλίο μια υπερτοπική και υπερχρονική διάσταση και μόνο για αυτό αξίζει της προσοχής μας και ο συγγραφέας του σεβασμού και θαυμασμού μας.

 

Κώστας Παλούκης, Όταν οι αστοί τρόμαξαν…Η Υπόθεση Μιχάλη Μπεζεντάκου. Στιγμιότυπα ενός «κοινωνικού εμφυλίου πολέμου», Μωβ Σκίουρος, 2026

Προηγούμενο άρθροΣάσια Γιάνσεν: Η πολυβραβευμένη Ολλανδέζα ποιήτρια (εισαγωγή, μετάφραση: Χρήστος Τσιάμης)
Επόμενο άρθροΜαρίκα Κοτοπούλη: Μια “σχεδόν” άγνωστη βιογραφία (γράφει η Αλεξία Αλτουβά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ