Παρασκευή, 10 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Καλοκαιρινή Δίψα (διήγημα της Ραφαέλας Χαμπίπη)

Καλοκαιρινή Δίψα (διήγημα της Ραφαέλας Χαμπίπη)

0
35

Ραφαέλα Χαμπίπη

 

«Τα περισσότερα εγκλήματα γίνονται καλοκαίρι».

Ψυχολογία του κομμωτηρίου, λέγεται η συζήτηση που πιάνω με την Τζίνα μια φορά τον μήνα που πηγαίνω για ρίζα. Η ψυχολόγος μου είχε πει αυτή τη φράση, αναφερόμενη στα post των social media όπου οι σύγχρονοι influencers αυξάνουν το εισόδημά τους σχολιάζοντας πλασματικά τραύματα και κρίνοντας ως «τοξικό» – τι απαίσια λέξη – κάθε άνδρα που αργεί να απαντήσει σε ένα άβολο «τι κάνεις;». Η Τζίνα έδωσε ρεαλιστικότερο νόημα. Εξηγούσε, καθώς πασάλειβε το κρανίο μου με μωβ χημικά, τη δολοφονία μιας συμπατριώτισσάς της από τη Βουλγαρία, όπου ο άνδρας της υποψιαζόταν πως όλο το καλοκαίρι κοιμόταν με τον κολλητό του και τελικά την έπνιξε στον ύπνο της, σε κάτι διακοπές τους στη Λευκάδα, μιας και – πάντα κατά την Τζίνα – δεν ήταν αρκετά άνδρας για να την κοιτάξει στα μάτια πριν το κάνει. Βέβαια, εγώ κρίνοντας από  τον μικρόσωμο σχεδόν αμίλητο, κλητήρα σύντροφό της, ξέρω πως η ίδια δε θα εκτιμούσε και πολύ κάτι τόσο αντρίκιο και πιθανότατα να διέπραττε εκείνη το καλοκαιρινό έγκλημα, ακόμα και τα Χριστούγεννα.  Πάντως επέμενε πως η ζέστη πειράζει πολύ τα νεύρα των ανθρώπων, σε σημείο που χάνουν κάθε έλεγχο. Φέτος είπαν πως θα έχουμε τον χειρότερο καύσωνα των τελευταίων πενήντα χρόνων.

Όταν ήμουν μικρή, η νοικοκυρά μάνα μου και ο δημόσιος υπάλληλος πατέρας μου, κοιτούσαν με ειλικρινή συμπόνια όσους ξέμεναν στην Αθήνα, μακριά από την πολυτέλεια μιας τρίμηνης ανάπαυλας στο εξοχικό. Τώρα αυτή η συμπόνια μεταφράζεται σε καθαρό σύμπλεγμα ανωτερότητας, κάτι σαν τις κοσμικές κυρίες που λυπούνται φρικτά τα παιδιά στην Ερυθραία, αλλά θα πληρώσουν αδρά την ευγονική για να διαιωνιστεί το είδος τους. Επίσης, όταν η μάνα μου με πήγαινε για να αγοράσω μαγιό, μπικίνι πάντα μιας και έκανα διατροφή από τα δώδεκα – την κάναμε παρέα – μου θύμιζε να διαβάζω πολύ στο σχολείο για να μην υποπέσω στη ρουτίνα της κατά τα άλλα αγαπημένης μας πωλήτριας, στην καυτή Ερμού που ευτυχώς σε λίγο θα αφήναμε πίσω, όταν θα ερχόταν να μας μαζέψει από την Σταδίου ο μπαμπάς με το παραγεμισμένο Ρενό Κλιό, για να βγούμε στην Αλεξάνδρας και μετά Αττική. Το ταξίδι συνοδευόταν με κλισέ εκφράσεις τύπου «Όλα μόνος μου τα κάνω, του χρόνου, κανονίστε εσείς», με απειλές να μην ανάψω ποτέ στη ζωή μου το φωτάκι αφού δύσει ο ήλιος γιατί θα προκαλέσω τρομερό δυστύχημα και φυσικά υποσχέσεις για στάση παγωτού στα ΣΕΑ, κάτι που σπάνια θα συνέβαινε. Τρεις μήνες θα έτρωγα υποβρύχιο βανίλια και καραμέλες ούζου – πάντα στα κρυφά, θα έκανα μπάνιο με το λάστιχο και θα έπινα και νερό από εκεί, θα έκανα ποδήλατο και θα μαύριζα σε όλο το σώμα εκτός από τη μύτη που πάντα ξεφλούδιζε. Τα απογεύματα θα έπιανα και τζιτζίκια από τα δένδρα και θα τα αιχμαλώτιζα σε πλαστικά μπουκάλια μέχρι να αλληλοεξοντωθούν, μέχρι το ένα να γίνει η τροφή του άλλου. Θα κοιτούσα σαν Καίσαρας το προσωπικό μου Κολοσσαίο, κάτω από τον καυτό ήλιο που περνά από τις πευκοβελόνες και θα στοιχημάτιζα στο πιο γερό τζιτζίκι – φονιά. Κανείς μεγάλος δε θα με σταμάταγε.

Αυτό το καλοκαίρι, με μεταπτυχιακό πια, εξακολουθώ να δουλεύω υπεύθυνη πωλήσεων σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας, το συμβόλαιό μου γράφει «διευθύντρια». Κυρίως χαλάω ψιλά σε κάθιδρους ντελιβεράδες που τρέχουν με κίνδυνο της ζωής τους να προλάβουν μη λιώσει το παγωμένο γιαούρτι. Πέρυσι, λίγο πριν τον δεκαπενταύγουστο, ένας από αυτούς, ο Μιχάλης – μόνο το όνομά του και το χαμόγελό του ήξερα – πέρασε ένα στοπ και έμεινε σε κώμα μέχρι τον Σεπτέμβριο. Μου είπαν κάποια στιγμή πως ξύπνησε αλλά δεν τον ξαναείδα.

Ο τρίτος Αύγουστος που περνάω στην Αθήνα, είναι πια μια συνήθεια. Το Παγκράτι, μπορεί να σερβίρει μόνο κρύα κουζίνα καθώς και οι σεφ έχουν δικαίωμα στα μπάνια του λαού, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν θέσεις να παρκάρεις. Το πρωί με ξυπνά πια το φως του ήλιου και όχι το ξυπνητήρι, όμως αν κάνω το λάθος να κλείσω τη νύχτα το κλιματιστικό, προλαβαίνει να με ξυπνήσει ο υγρός πνιγμός μεταξύ εφιάλτη και ασφυξίας. Τα ρούχα μου δε θυμίζουν γυναίκα αλλά αερικό, τα λουλούδια μου ανεμίζουν στον δρόμο αν και καμιά φορά αγγίζουν τις λάσπες κοντά στα φρεάτια. Στεγνώνουν γρήγορα μαζί με το δέρμα μου. Πάντα αντιηλιακό στην τσάντα. Έχει ακριβύνει τόσο που το πατάω όπως την οδοντόκρεμα. Στη δουλειά έχει κλιματισμό που με κάνει να αναπολώ τη διαδρομή. Ψυγείο. Μόνο ηλικιωμένοι μπαίνουν. Ανοίγουν τη τζαμαρία και μαζί τους μπαίνει ένα ωστικό κύμα λάβας. Για λίγο, μετά πάλι ψυγείο. Δεν ξέρουν να πληρώσουν το σταθερό ηλεκτρονικά. Να σας πουλήσω και μια συνδρομητική τηλεόραση για τα εγγόνια σας, μήπως και πάρω μπόνους να πάω διακοπές; Όχι; Δεν πειράζει.

Ούτως ή άλλως διακοπές πήγα τελευταία φορά όταν είχα ακόμα όνειρα. Είχαμε τελειώσει με την εξεταστική και είχαμε πάρει το πρώτο πλοίο για αυτό το νησί, που δεν είχε παρά μια απέραντη παραλία – και αυτό αρκούσε. Οι εκρήξεις στον ήλιο πετούν χρυσόσκονη στην επιφάνεια της θάλασσας. Μικρές εκρήξεις σκάνε και στην άμμο και αγκαλιάζουν τα πόδια μας. Εκεί ξυπνάμε και εκεί κοιμόμαστε. Εκεί σκέφτηκα να χτίσω το δικό μου εξοχικό, τη δική μου οικογένεια. Με άλλον τρόπο, καλύτερο, χωρίς Ρενό Κλιό. Λίγα δροσερά βράδια αργότερα, από αυτά που η ιπτάμενη άμμος μαστιγώνει ανελέητα τις γάμπες και τα μπράτσα, κατάλαβα πως μια γοργόνα τουρίστρια με μεγαλύτερη σκηνή κάτω από σκιά, αρκούσε για να χάσω κάθε έλεγχο. Δεν είχε ούτε καύσωνα ούτε είχε ντάλα ήλιο κι ας ήταν καλοκαίρι. Ούτε εγκλημάτησα, όπως θα σκεφτόταν η Τζίνα, απλώς πήρα τον Σκοπελίτη και γύρισα σπίτι για να ορκιστώ με τήβεννο. Ποιος να ήξερε πως τα πτυχία κλείνουν τόσες πόρτες.

Στο σχόλασμα, λαμβάνω μήνυμα να βρω κι άλλους που ξέμειναν, σε κάποιο κοκτέιλ μπαρ προς Νέο Κόσμο. Υγρασία έχει, ναι. Για πες για τη δουλειά, δεν πήρες άδεια; Ούτε εγώ. Απάντησε τελικά; Αποφευκτική προσωπικότητα με χαρακτηριστικά νάρκισσου, δεν είναι να μπλέκεις. Εντάξει θα τα πούμε.  Δίνω δεκατρία ευρώ για το άπερολ και προσπερνώ με αηδία την κατσαρίδα που με χαιρετά ξυστά. Δε μπορώ να τις σκοτώνω. Είναι αργά αλλά η μάνα μου είναι ξύπνια. Μένουν μόνιμα στο εξοχικό και ξενυχτάνε στα παραθαλάσσια μπαρ. Αναρωτιούνται πως και δεν έχω ένα μήνα έστω άδεια να πάω. Παίρνω. Το κλείνω πριν προλάβει να απαντήσει. Δεν έχω τι να πω.

Φτάνω σπίτι. Σηκώνω με δύναμη τα ξύλινα παντζούρια μου και βγαίνω στο μπαλκονάκι. Η μεσοτοιχία έχει ανθήσει, τα νυχτολούλουδα ξύπνησαν και ο Λυκαβηττός φωτίζει μόνο για εμένα και τα όνειρά μου. Κάπου σε λίγη ώρα θα ξυπνήσουν κι αυτά. Θα δουν τα φωτάκια της Αθήνας, θα ακούσουν τραγούδια από διερχόμενα αμάξια ερωτευμένων, θα χαϊδέψουν κάποια γάτα που θα επισκεφτεί το μπαλκόνι μου γιατί πάντα το καλοκαίρι αφήνω ένα πιατάκι νερό. Το καλοκαίρι στην Αθήνα δεν πρέπει να ξεχνάμε να ποτίζουμε τη δίψα μας.

Προηγούμενο άρθρο25 non-fiction προτάσεις πριν κλείσετε τις βαλίτσες σας (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ