του Θανάση Μήνα
Η μυθιστοριογράφος και θεωρητικός Μονίκ Βιττίγκ διερεύνησε την καταπίεση που επιβάλλεται στις γυναίκες από την ετεροφυλοφιλία. Ενώ εμπνέεται από τον υλιστικό φεμινισμό, το έργο της εκτείνεται πολύ πέρα από την κεντρική του έννοια. Στα 29 της χρόνια, η Μονίκ Βιττίγκ μπήκε στον λογοτεχνικό στίβο με το L‘Opoponax (1964), το οποίο τιμήθηκε αμέσως με το Prix Médicis. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, επηρεασμένη από τη Nouvelle Vague και ιδιαίτερα από τις ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, η Βιττίγκ έθεσε τα θεμέλια για μια αισθητική προσέγγιση που θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος της ζωής της. Σε ένα σύντομο δοκίμιο για την ασυνέχεια στον κινηματογράφο του Γκοντάρ, η Βιττίγκ υποστήριξε τη δημιουργία έργων που διέλυαν την αναπαράσταση των συμβατικών «τύπων». Οι αποσπασματικές μορφές που επικαλέστηκε διέκοψαν τη συνέχεια της δράσης που χαρακτηρίζει την αστική αφήγηση.
Το 1968, η Μονίκ Βιττίγκ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα διαμαρτυρίας των φοιτητών και των εργατών. Για εκείνη, όπως και για πολλές ακτιβίστριες, ο Μάης του ’68 ήταν καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης, ένα σημείο καμπής με τον αστικό συντηρητισμό και τη λογοκρισία, καθώς οι καταπιεσμένοι μπορούσαν επιτέλους να μιλήσουν και να οραματιστούν έναν άλλο πιθανό κόσμο – ακόμα κι αν ήταν ένας γυναικείος κόσμος. Πράγματι, η Βιττίγκ αναδύθηκε από τον Μάη του ’68 πολιτικοποιημένη με φεμινιστική έννοια: η εμπειρία της με τον μισογυνισμό εντός επαναστατικών αριστερών ομάδων την έπεισε για την ανάγκη ενός κινήματος γυναικείας απελευθέρωσης. Στη συνέχεια, ξεκίνησε συναντήσεις με άλλες ακτιβίστριες, όπως η Ζοζιάν Σανέλ, η Σουζάν Φεν και η Αντουανέτ Φουκ.
Η Βιττίγκ ήταν εκ των ιδρυτριών του Κινήματος για την Απελευθέρωση των Γυναικών (MLF) και της ομάδας Κόκκινες Λεσβίες. Το πρώτο της βιβλίο, με τίτλο Οποπάναξ (1964), την καθιέρωσε αμέσως, ενώ οι Γκερίλλες εκδόθηκαν το 1969 και θεωρούνται το πιο εμβληματικό έργο της. Εξέδωσε πολλά ακόμα σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα, μεταξύ των οποίων Το λεσβιακό σώμα (1973), το Προσχέδιο για ένα λεξικό των ερωμένων (1976, μαζί με τη Σάντη Ζάιγκ), το Βιργίλιε, όχι (1985). Έγραψε επίσης διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια. Σημαίνουσες θεωρητικές παρεμβάσεις της συγκεντρώνονται στη συλλογή Η στρέιτ σκέψη (1992), όπου αποτυπώνεται η οπτική της για τον λεσβιακό υλισμό ως μορφή αντίστασης στο πολιτικό καθεστώς της ετεροσεξουαλικότητας.
Σε ό,τι αφορά τις Γκερίλλες, αυτό το εξαιρετικά ποιητικό κείμενο θέτει στο επίκεντρό του όχι μόνο το ζήτημα της υποδούλωσης μιας ομάδας από μια άλλη, αλλά και την απελευθερωτική βία των αγώνων που επιφέρουν έναν νέο κόσμο όπου η κυριαρχία δεν κυριαρχεί πλέον. Η ριζοσπαστικότητα του κειμένου φαίνεται και από άλλες επιλογές της συγγραφέα: από τον νεολογισμό τον οποίο επιλέγει ως τίτλο, την αφηγηματική ασυνέχεια και το αποσπασματικό στυλ γραφής. Με τον ίδιο τρόπο που οι Γκερίλλες του βιβλίου διεξάγουν αντάρτικο ενάντια στον παλιό κόσμο, η Μονίκ Βιττίγκ διεξάγει το δικό της αντάρτικο στην τυποποιημένη λογοτεχνική γλώσσα.
Παρόλα αυτά, δεν πρόκειται επουδενί για συρραφή κειμένων, ούτε καν εν είδη cut up∙ πρόκειται για ένα ακραιφνώς μοντερνιστικό μυθιστόρημα, στο οποίο, παρόλη την αποσπασματικότητά του, μπορεί να διακριθεί η ύπαρξη μιας δομής.
Στο τέλος του βιβλίου, η συγγραφέας γράφει ότι «οι Γκερίλλες είναι ο τόπος συνάντησης ορισμένων κειμένων, από τα οποία έχουν ληφθεί δείγματα, τόσο ως ενδείξεις κοινωνικοϊστορικοπολιστιμικών αναφορών του βιβλίου όσο και ως δείκτες της απόστασης που το βιβλίο επιχειρεί να πάρει από αυτές». Μια ετερόκλητη λίστα κειμένων συγγραφέων που περιλαμβάνει τους Αριστοφάνη, Βο Ννκουγιέν Γκαπ, Κλαούζεβιτς, Κομφούκιο, Λακάν, Μάο, Μαρκούζε, Μαρξ, Μπόρχες Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, Νίτσε Όμηρο, Πασκάλ, Σαπφώ, Φλώρα Τριστάν, τη Μαχαμπαράτα, τις Χίλιες και μια νύχτες, κ.ά.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι ελάχιστα πολεμικό· με ιμπρεσιονιστικό τρόπο, σκηνή προς σκηνή, η Μονίκ Βιττίγκ σκιαγραφεί τα περιγράμματα μιας ουτοπικής κοινότητας γυναικών· ερωμένες του σώματός τους καθώς και της γλώσσας τους, την οποία επανεφευρίσκουν με μεταδοτικό ενθουσιασμό, μιλούν μεταξύ τους, μεταδίδουν τις γνώσεις τους, χτίζουν το μέλλον, συνεργάζονται αρμονικά, σε μια φύση που φαίνεται πλούσια, που συχνά ανακαλείται μέσω της απαρίθμησης· το κείμενο στη συνέχεια παίρνει τη μορφή μιας ποιητικής και μυστικιστικής λιτανείας που αποκαθιστά τη σύνδεση μεταξύ γυναικών και φύσης. Συχνά, λίστες με γυναικεία ή θηλυκοποιημένα ονόματα, από όλες τις προελεύσεις, είναι διάσπαρτες σε όλο το κείμενο, σαν ένα μνημείο προς τις ιδρύτριες. Μερικά ονόματα είναι εύκολα αναγνωρίσιμα: Αντιγόνη, Βερενίκη, Αγριππίνα. Άλλα είναι κοινά μικρά ονόματα, στα οποία κάθε γυναίκα μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Άλλα προέρχονται από άγνωστες ηρωίδες μακρινών χωρών. Η Βιττίγκ αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, η οποία γεννήθηκε όχι από μια θεϊκή αποκάλυψη, αλλά από τις συνδυασμένες προσπάθειες όλων.
Το δεύτερο μέρος αντιστοιχεί απολύτως στον τίτλο του βιβλίου. Η μικρή κοινότητα δέχεται επίθεση και έτσι ξεκινά ο πόλεμος. Η αφήγηση τότε γίνεται επική. Με διακριτικές πινελιές, η συγγραφέας μας παρουσιάζει περήφανες κι σφοδρές ηρωίδες οι οποίες υπερασπίζονται την ουτοπία τους και την κάνουν να θριαμβεύσει – ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1969, επομένως ήταν φλογερή ακόμα η προσμονή της επικείμενης επανάστασης.
Οι μάχες παρουσιάζονται με ομηρικό τρόπο, με μεγαλοπρεπείς δηλώσεις και απαριθμήσεις. Οι χαρακτήρες εμφανίζονται ως ασταμάτητες δυνάμεις της φύσης. Ξεχωρίζουν ως ημίθεες σε έναν κόσμο που απειλείται από στασιμότητα. Θυμός και εξέγερση, θέληση και επανάσταση, επιμονή και δύναμη – και η στο βάθος η αναζήτηση της ευτυχίας· οι Γκερίλλες, με τα συναισθήματα και τις πράξεις τους, επιδιώκουν τη διαρκή εξέγερση στην καθημερινότητά τους:
«Αυτές λένε, κόλαση, να γίνει η γη μια τεράστια κόλαση. Έτσι μιλούν αυτές φωνάζοντας ουρλιάζοντας. Λένε, ας γίνουνε τα λόγια μου σαν τη θύελλα τη βροντή το αστροπελέκι που οι ισχυροί αφήνουνε να πέσουν από τα ύψη τους. Λένε, ας με δουν παντού με τ΄όπολο στο χέρι. Λένε η οργλη το μίσος η εξέγερση. Λένε, κόλαση, να γίνει η γη μια τεράστια κόλαση ενώ καταστρλεφουν σκοτώνουν βάζουν φωτιά στα κτίρια των ανθρώπων, στα θέατρα στα εθνικά κοινοβούλια στα μουσεία στις βιβλιοθήκες στις φυλακές στα ψυχιατρικά νοσοκομεία στα παλιά και στα σύγχρονα εργοστάσια που τους σκλάβους τους ελευθερώνουν».
Μονίκ Βιττίγκ, Οι Γκερίλλες, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου,Εκτός Γραμμής, 2026
![]()






















